Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυριακή των Μυροφόρων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυριακή των Μυροφόρων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Όποιος βαδίζει με «μύρα»—με ταπείνωση, υπακοή και αγάπη—συναντά την πραγματικότητα της Αναστάσεως ως πρόσκληση ζωής.

                              

Η Κυριακή των Μυροφόρων μάς παρουσιάζει ένα παράδοξο που διαπερνά όλη την ορθόδοξη εμπειρία της Αναστάσεως: το φως του Χριστού ανατέλλει μέσα από την αδυναμία, τη σιωπή και τον φόβο. Η ευαγγελική περικοπή κινείται ανάμεσα σε δύο «τόπους» που είναι και δύο καταστάσεις της ανθρώπινης ύπαρξης: τον τάφο και την αποκάλυψη. Η Εκκλησία δεν διαβάζει το γεγονός ως απλή ιστορική ανάμνηση, αλλά ως μυσταγωγία εισόδου στο καινούργιο ήθος της ζωής, όπου ο θάνατος δεν είναι πια ο τελικός προορισμός.

Η μορφή του Ιωσήφ από την Αριμαθαία φανερώνει μια σιωπηλή γενναιότητα που γεννιέται όταν η καρδιά αρχίζει να προτιμά την αλήθεια από την αυτοπροστασία. Μέσα στην πιο «ακατάλληλη» στιγμή—όταν όλα μοιάζουν χαμένα—εκδηλώνεται η φροντίδα για το σώμα του Κυρίου. Στην ορθόδοξη θεολογία αυτό έχει ιδιαίτερο βάρος: το σώμα δεν είναι ένα απλό περίβλημα της ψυχής, αλλά ολόκληρος ο άνθρωπος στη σχέση του με τον Θεό. Η τιμή προς το σώμα του Χριστού φωτίζει και την τιμή προς το ανθρώπινο σώμα γενικά, που καλείται να γίνει ναός του Αγίου Πνεύματος. Η ταφή δεν είναι μόνο τέλος, αλλά και σπορά: ο Χριστός εισέρχεται στον χώρο της φθοράς για να τον μεταμορφώσει εκ των έσω.

Κυριακή των Μυροφόρων (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

                        

Οι Μυροφόρες γυναίκες φορείς του αγγέλματος της Ανάστασης

Το ευαγγέλιο της Κυριακής των Μυροφόρων αναφέρεται στη φροντίδα που έδειξαν για το θάνατο του Αθάνατου οι γυναίκες εκείνες που η διδασκαλία του Χριστού τους έδωσε ζωή.
Τότε «ελθών Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, ευσχήμων βουλευτής, ως και αυτός ην προσδεχόμενος την βασιλείαν του Θεού, τολμήσας εισήλθεν προς Πιλάτον και ητήσατο το σώμα του Ιησού» (Μάρκ. ιε΄ 43). Υπήρχε κι άλλος ένας μεγάλος άνδρας που είχε έρθει από την Αριμαθαία στο όρος Εφραίμ. Αυτός ήταν ο προφήτης Σαμουήλ. Ο Ιωσήφ αναφέρεται κι από τους τέσσερις ευαγγελιστές, κυρίως σε όσα σχετίζονται με την ταφή του Κυρίου Ιησού. Ο Ιωάννης τον αποκαλεί κρυφό μαθητή του Ιησού (ιθ’ 38). Ο Λουκάς τον ονομάζει άνδρα «αγαθό και δίκαιο» (κγ’ 50), ο Ματθαίος πλούσιο (κζ’ 57). Ο ευαγγελιστής δεν ονομάζει πλούσιο τον Ιωσήφ από ματαιότητα, για να δείξει πως ο Κύριος ανάμεσα στους μαθητές Του είχε και πλούσιους, αλλά για να καταλάβουμε πως μπορούσε εκείνος να πάρει το σώμα του Ιησού από τον Πιλάτο. Ένας φτωχός και άσημος άνθρωπος δε θα ήταν δυνατό να πλησιάσει τον Πιλάτο, εκπρόσωπο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Ο Ιωσήφ ήταν πλούσιος ψυχικά. Είχε φόβο Θεού κι ανέμενε κι αυτός τη βασιλεία του Θεού. Εκτός όμως από τα ιδιαίτερα πνευματικά του χαρίσματα, ο Ιωσήφ ήταν και πλούσιος, άνθρωπος επιρροής. Ο Μάρκος κι ο Λουκάς τον ονομάζουν βουλευτή. Ήταν κι αυτός, όπως κι ο Νικόδημος, ένας από τους πρεσβύτερους του λαού. Όπως κι ο Νικόδημος επίσης, ήταν κι αυτός θαυμαστής και κρυφός μαθητής του Χριστού. Μπορεί οι δύο αυτοί άνδρες να ήταν κρυφοί οπαδοί της διδασκαλίας του Χριστού, ήταν έτοιμοι όμως να εκτεθούν στον κίνδυνο και να σταθούν κοντά Του. Ο Νικόδημος κάποτε ρώτησε κατά πρόσωπο τους πικρόχολους Ιουδαίους άρχοντες, όταν αναζητούσαν να σκοτώσουν τον Χριστό: «Μη ο νόμος ημών κρίνει τον άνθρωπον, εάν μη ακούση παρ’ αυτού πρότερον και γνω τί ποιεί;» (Iωάν. ζ’ 51).

ΠΡΟΤΥΠΑ ΓΥΝΑΙΚΩΝ-Κυριακή Μυροφόρων



Ο Χριστός εξέπνευσε πάνω στον Σταυρό. Το άψυχο σώμα του, κρεμασμένο και εγκαταλελειμμένο, κινδύνευε να πεταχτεί με τα σώματα των ληστών, να γίνει βορά ορνέων, να βεβηλωθεί, να χωθεί πρόχειρα σε κάποιο λάκκο. Η Παρασκευή έσβηνε, η μεγάλη μέρα του εβραϊκού Πάσχα, το Σάββατο, άρχιζε. Ό,τι ήταν να γίνει, έπρεπε να γίνει άμεσα.
Ήρθαν τότε ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος, άρχοντες των Ιουδαίων, και με την άδεια του Πιλάτου ενταφίασαν, βιαστικά μεν, αλλά με όλους τους τύπους και τα τελετουργικά των Εβραίων, το σώμα του Ιησού. Οι Μυροφόρες, πανταχού παρούσες, παρακολούθησαν και βοήθησαν στην ταφή. Κατόπιν αγόρασαν και αυτές αρώματα και ήλθαν με το χάραμα της Κυριακής να αλείψουν τον Ιησού. Ο άγγελος όμως τους ανήγγειλε ότι ο Κύριος «ηγέρθη, ουκ έστιν ώδε» (Κυριακή των Μυροφόρων).

Οι αδύναμες Μυροφόρες αποδείχτηκαν οι πιο αξιοθαύμαστες γυναίκες. Απέδειξαν την ακατάβλητη ισχύ του φύλου τους. Οι άντρες μαθητές, έχοντας για πυξίδα τη λογική τους, είχαν τρομοκρατηθεί στο έπακρο. Οι γυναίκες μαθήτριες, ακούοντας μόνο την καρδιά τους, είχαν αψηφήσει τα πάντα. Δυο προσεγγίσεις διαφορετικές, με την καρδιά να υπερισχύει κατά κράτος.

O AΓΑΠΩΝ ΤΟΛΜΑ

Κυριακή Μυροφόρων, Μητρ. Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου
                                  
                           

«Εἰς τὸ μνῆμά σε ἐπεζήτησεν ἐλθοῦσα τῇ μιᾷ τῶν Σαββάτων Μαρία ἡ Μαγδαληνή· μὴ εὑροῦσα δὲ ὠλοφύρετο κλαυθμῷ βοῶσα· Ομοι, Σωτήρ μου, πῶς ἐκλάπης, πάντων Βασιλεῦ;…» (Παρακλ. γ΄ ἦχoς, Αἶνος)

ΝΟΕΡΩΣ, ἀγαπητοί μου, εὑρισκόμεθα στὸ Γολγοθᾶ. Εἶνε ἡ ὥρα 3 μετὰ μεσημβρίαν τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς. Ὁ Ἐσταυρωμένος, ἀφοῦ ἤπιε ὣς τὴν τελευταία σταγόνα τὸ πικρὸ ποτήρι, ποὺ πικρότερο δὲν ἤπιε ἄνθρωπος, ἔγειρε τὴν κεφαλὴ καὶ παρέδωσε τὸ πνεῦμα στὸν οὐράνιο Πατέρα.
Στιγμὴ συγκλονιστική. Καὶ ἐνῷ ἡ ψυχή του κατεβαίνει στὸν ᾅδη, γιὰ νὰ κηρύξῃ καὶ στὰ ἐκεῖ πνεύματα τὸ ἄγγελμα τῆς λυτρώσεως, στὸ σῶμα του, σὲ ὁλόκληρο τὸ σῶμα, ἁπλώνεται ἡ ὠχρότης τοῦ θανάτου. Τὰ χέρια ἐκεῖνα, ποὺ ὅπου ἄγγιζαν ἔκαναν καὶ τὶς πέτρες νὰ τινάζουν ῥόδα (τυφλοὺς νὰ βλέπουν, κουφοὺς ν᾿ ἀκοῦνε, λεπροὺς νὰ καθαρίζωνται, νεκροὺς ν᾿ ἀνασταίνωνται), μένουν ἀσάλευτα. Τὰ πόδια ἐκεῖνα, ποὺ ἔτρεχαν κάτω ἀπὸ τὶς καυστικὲς ἀκτῖνες νὰ φέρουν τὸν Ἰησοῦ καὶ στὰ πλέον ἀπομεμακρυσμένα σημεῖα τῆς Ἁγίας Γῆς γιὰ νὰ κηρύξῃ τὴν ἀλήθεια, εἶνε τώρα ἀκίνητα, μαρμαρωμένα. Τὸ στόμα ἐκεῖνο, ἀπ᾿ τὸ ὁποῖο βγῆκαν ἀστείρευτοι ποταμοὶ θείας διδασκαλίας, σιγᾷ. Τὰ μάτια ἐκεῖνα, μὲ τὰ ὁποῖα κοίταξε τὸν Πέτρο καὶ τὸν ἔκανε νὰ συναισθανθῇ τὴν πτῶσι του καὶ ν᾿ ἀναλυθῇ σὲ δάκρυα, σβήνουν. Καὶ ἡ καρδιὰ ἐκείνη, ποὺ περιέκλειε ἕναν ὠκεανὸ ἀγάπης, παύει νὰ πάλλῃ. Ὁ Ἰησοῦς νεκρός. Οὐρανὲ καὶ γῆ, βυθιστῆτε στὸ πένθος!

Λόγος εις τας Μυροφόρους, την θεόσωμον ταφήν, τον Ιωσήφ και εις την Ανάστασιν του Κυρίου.

Λόγος του Γρηγορίου, Πατριάρχου Αντιοχείας, εις τας Μυροφόρους και εις την θεόσωμον ταφήν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, και εις τον Ιωσήφ τον από Αριμαθαίας, και εις την τριήμερον Ανάστασιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.

Είναι επαινετός και αυτός ο νόμος της Εκκλησίας, που μας προετοιμάζει να πανηγυρίζωμε την ανάμνηση του αποθησαυρισμού του Χριστού στους νεκρούς. Διότι ποίος, αναλογιζόμενος τον ζωοποιόν θάνατο του Σωτήρος, δεν θα θεωρήση ότι οι νεκροί μέσα στις θήκες τους είναι εξαπλωμένοι σαν σε σκηνές, περιμένοντας την ουράνιο σάλπιγγα, η οποία θα καλή όλους μας προς την φοβεράν ημέρα της κρίσεως;
Ποίος δε, αποβλέποντας προς εκείνον τον σωτήριο τάφο, δενπλησιάζει στους τάφους σαν σε θαλάμους ζωής; Ποίος, πιστεύοντας ότι ο Κύριος εχει εγερθή από τους νεκρούς, δεν συμπεριφέρεται με τρόπο που φανερώνει ότι πρόκειται να αναστηθή και ο ίδιος, επιτυγχάνοντας την ανάσταση διά μέσου Εκείνου;

Επειδή λοιπόν, υπακούοντας στον καλό νόμο της Εκκλησίας, σεις που ευρίσκεσθε σε εγρήγορση, ετρέξατε προς αυτούς που κοιμούνται στους τάφους, και ο τόπος σας στενοχωρεί, ο πόθος όμως σας χαροποιεί, επειδή είσθε τόσοι πολλοί και έχετε συμπτυχθή σαν το σταφύλι, γι’ αυτό ακούστε, όπως ποθείτε, για το μυστήριον του θανάτου, το οποίον ημπορεί κάποιος να το μάθη, κανείς όμως δεν ημπορεί να το κατέχη.
Ο Δεσπότης Χριστός, ο Υιός του Θεού ο μονογενής, από ιδικήν του πρωτοβουλία, χωρίς να αναγκασθή από κάποιον, αφού ανέβη στον Σταυρό, και απλώνοντας τα χέρια, απεκατέστησε την δικαιοσύνη υπέρ όλης της κτίσεως, κατετρόπωσε δε όλες τις αόρατες και πονηρές δυνάμεις με το Πάθος στο οποίον υπέβαλε το σώμα του, ηθέλησε να γευθή η αγία του σάρκα την τριήμερο νέκρωση προς χάριν όλης της φύσεως, για να χαρίση δια μέσου αυτής στο νεκρωμένο γένος την αθανασία. Και μάλιστα, αφού έγειρε την αγία κεφαλή του, διέταξε σαν δούλο τον θάνατο να προσέλθη στη σάρκα. Έφθασε αμέσως ως δούλος ο θάνατος, υπηρετώντας το δεσποτικόν πρόσταγμα, ως και επερχόμενος εκράτησε το σώμα που του επετράπη να λάβη.

Διδαχή γιά τήν Κυριακή τῶν Μυροφόρων Γυναικῶν καί γιά τή νέκρωση τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος


Ἁγίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ, ἀσκητικές ὁμιλίες
Τό Ευαγγέλιο μᾶς μίλησε σήμερα γιά τόν ἆθλο τῶν ἁγίων γυναικῶν πού ἀκολουθοῦσαν τόν Κύριο στά χρόνια τῆς επίγειας παρουσίας Του καί πού εἶχαν παραβρεθεῖ στά παθήματά Του, στή σταύρωση καί στήν ταφή Του. Ἡ ταφή εἶχε γίνει τό βράδυ τῆς Παρασκευῆς. Ὅταν ή κακία τῶν Ἰουδαίων ξεχύθηκε σάν τήν πύρινη λάβα τῆς φλογοβόλας Αἴτνας ἐναντίον ὄχι μόνο τοῦ Κυρίου ἀλλά καί ὅλων τῶν μαθητῶν Του, τότε οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι ἀναγκάστηκαν νά κρυφτοῦν ἤ νά παρακολουθοῦν ἀπό μακριά τά γεγονότα. Μόνο ὁ μαθητής τῆς ἀγάπης, ἡ ὁποία πάντοτε «διώχνει τόν φόβο», εἶχε παρασταθεῖ ἀδιάλειπτα στόν Διδάσκαλό του ὡς τό τέλος.

Μετά τή σταύρωση τοῦ Κυρίου, ἕνας κρυφός μαθητής Του κρυφός, ἐπειδή ἦταν μέλος τοῦ ἰουδαϊκού Συνετ δρίου καί φοβόταν τά ὑπόλοιπα μέλη, ὁ Ἰωσήφ, νικά ξαφνικά όλο τον φόβο, ὅλους τούς δισταγμούς, ὅλες τίς ἀναστολές, πού τόν συγκρατούσαν ως τότε, καί πηγαίνει στον Πιλάτο, τον ψυχρό καί σκληρόκαρδο Πιλάτο πηγαίνει καί τοῦ ζητάει τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ Πιλάτος προστάζει νά τοῦ τό δώσουν. Κι ἐκεῖνος τό παίρνει καί τό ἐνταφιάζει εὐλαβικά.

Τό Εὐαγγέλιο παρουσιάζει τή λήψη καί τόν ἐνταφιασμό τοῦ σώματος τοῦ Κυρίου ἀπό τόν Ἰωσήφ σάν μιά πράξη μεγαλόψυχη, ἀνδρεία. Καί, πράγματι, τέτοια ήταν. Ἕνα μέλος τοῦ Συνεδρίου ἐναντίωνεται στο Συνέδριο, πού εἶχε διαπράξει τή θεοκτονία, εναντιώνεται σ ̓ ὁλόκληρη τήν Ἱερουσαλήμ, πού εἶχε συμπράξει στη θεοκτονία, καί κατεβάζει ἀπό τόν Σταυρό τό σῶμα τοῦ Θεανθρώπου, πού θανατώθηκε από ανθρώπους. Τό και τεβάζει καί τό φέρνει σ' ἕναν κῆπο, κοντά στις πύλες τοῦ τείχους τῆς πόλης. Ἐκεῖ, στην έρημιά καί τήν ἡσυχία, κάτ τω ἀπό τή σκιά τῶν δένδρων, σ' ἕνα καινούργιο μνήμα λαξευμένο σε βράχο, τοποθετεί τό σῶμα μέ τό ὁποῖο ἐξαγοράστηκαν τά σώματα καί οἱ ψυχές ὅλων τῶν ἀν- θρώπων, ἀφοῦ πρῶτα τό ἄλειψε μέ αρώματα καί τό τύλιξε σ' ἕνα ὁλοκάθαρο σεντόνι, ὅπως τυλίγεται, πρίν ταφεῖ, ἕνας ἀμύθητος θησαυρός. Στόν ἐνταφιασμό ἔλαβε μέρος κι ἕνα ἄλλο μέλος τοῦ Συνεδρίου, ὁ Νικόδημος, πού κάποτε εἶχε ἐπισκεφθεῖ νύχτα τόν Κύριο, ἀναγνωρίζοντάς Τον ὡς ἀπεσταλμένο τοῦ Θεοῦ. Ἀφοῦ κύλη σε μιά μεγάλη πέτρα κι ἔκλεισε τήν εἴσοδο τοῦ μνήματος, ὁ Ἰωσήφ ἔφυγε. Τό Συνέδριο παρακολουθοῦσε τίς κινήσεις του. Μετά την αναχώρησή του, λοιπόν, φρόντισαν νά σφραγίσουν τήν ταφόπετρα καί νά βάλουν φρουρά μπροστά στον τάφο. Ἔτσι, ὁ ἐνταφιασμός τοῦ Κυρίου εἶχε καί τῶν ἐχθρῶν Του τή μαρτυρία.

Εἰς τὴν Κυριακὴν τῶν Μυροφόρων

Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς

Οπου λέγεται καί ὅτι πρώτη ἡ Θεοτόκος εἶδε τόν Κύριο μετά τήν ἀνάστασί του ἐκ νεκρῶν

Ἡ ἀνάστασις τοῦ Κυρίου εἶναι ἀνανέωσις τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, εἶναι ἀναζώωσις καί ἀνάπλασις καί ἐπάνοδος πρός τήν ἀθάνατη ζωή τοῦ πρώτου ᾿Αδάμ πού καταβροχθίσθηκε ἀπό τόν θάνατο λόγω τῆς ἁμαρτίας καί διά τοῦ θανάτου ἐπαλινδρόμησε πρός τήν γῆ ἀπό τήν ὁποία ἐπλάσθηκε. ῞Οπως λοιπόν ἐκεῖνον στήν ἀρχή δέν τόν εἶδε κανείς ἄνθρωπος νά πλάττεται καί παίρνη ζωή, ἀφοῦ δέν ὑπῆρχε κανείς ἄνθρωπος ἐκείνη τήν ὥρα, μετά δέ τήν λῆψι τῆς πνοῆς ζωῆς μέ θεῖο ἐμφύσημα πρώτη ἀπό ὅλους τόν εἶδε μιά γυναῖκα, διότι μετά ἀπό αὐτόν πρῶτος ἄνθρωπος ἦταν ἡ Εὔα· ἔτσι τόν δεύτερο ᾿Αδάμ, δηλαδή τόν Κύριο, ὅταν ἀνίστατο ἀπό τούς νεκρούς, κανείς ἄνθρωπος δέν τόν εἶδε, ἀφοῦ δέν παρευρισκόταν κανείς δικός του καί οἱ στρατιῶτες πού ἐφύλασσαν τό μνῆμα ταραγμένοι ἀπό τόν φόβο εἶχαν γίνει σάν νεκροί, μετά δέ τήν ἀνάστασι πρώτη ἀπό ὅλους τόν εἶδε μιά γυναῖκα, ὅπως ἀκούσαμε νά εὐαγγελίζεται σήμερα ὁ Μάρκος.διότι, λέγει, “ὅταν ὁ ᾿Ιησοῦς ἀναστήθηκε τό πρωί τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος, παρουσιάσθηκε πρῶτα στή Μαρία τή Μαγδαληνή”.

Φαίνεται βέβαια σαφῶς ὅτι ὁ εὐαγγελιστής εἶπε καί τήν ὥρα κατά τήν ὁποία ἀναστήθηκε ὁ Κύριος, δηλαδή πρωί, καί ὅτι παρουσιάσθηκε πρῶτα στή Μαρία τή Μαγδαληνή καί ὅτι ἐφάνηκε ἀκριβῶς τήν ὥρα τῆς ἀναστάσεως. Δέν λέγει ὅμως ἔτσι, ὅπως θά φανῆ ἄν ἐξετάσωμε προσεκτικώτερα τά πράγματα. διότι λίγο παραπάνω καί αὐτός σέ συμφωνία μέ τούς ἄλλους εὐαγγελιστάς λέγει ὅτι αὐτή ἡ Μαρία ἦλθε καί προηγουμένως μαζί μέ τίς ἄλλες Μυροφόρες στόν τάφο, καί ἀφοῦ τόν εἶδε ἀδειανό ἀπῆλθε. ῞Ωστε ὁ Κύριος ἀναστήθηκε πολύ ἐνωρίτερα ἀπό τό πρωί πού τόν εἶδε. ᾿Επισημαίνοντας δέ καί τήν ὥρα ἐκείνη, δέν εἶπε ἁπλῶς πρωί, ὅπως ἐδῶ, ἀλλά πολύ πρωί· ἑπομένως ὡς ἀνατολή ἡλίου ἐκεῖ ἐννοεῖ τό ἀμυδρό φῶς πού προτρέχει στόν ὁρίζοντα, τό ὁποῖο δηλώνοντας καί ὁ ᾿Ιωάννης λέγει ὅτι ἦλθε τό πρωί, ὅταν ἀκόμη ἦταν σκοτεινά ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή στό μνημεῖο καί εἶδε τήν πέτρα σηκωμένη ἀπό τό μνημεῖο.

Κυριακή των Μυροφόρων – Ο Ιερός Χρυσόστομος για την εκλογή των επτά Διακόνων

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ [: Πράξ. 6, 1-7]

Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΛΟΓΗ ΤΩΝ ΕΠΤΑ ΔΙΑΚΟΝΩΝ

  [υπομνηματισμός των χωρίων Πράξ. 6, 1-7] 

     «Ἐν δὲ ταῖς ἡμέραις ταύταις πληθυνόντων τῶν μαθητῶν ἐγένετο γογγυσμὸς τῶν ῾Ελληνιστῶν πρὸς τοὺς ῾Εβραίους, ὅτι παρεθεωροῦντο ἐν τῇ διακονίᾳ τῇ καθημερινῇ αἱ χῆραι αὐτῶν (: τις ημέρες αυτές, ενώ αυξανόταν ο αριθμός των πιστών, οι Εβραίοι Χριστιανοί που ήταν από ξένα μέρη και γι’ αυτό μιλούσαν την ελληνική γλώσσα, άρχισαν να γογγύζουν εναντίον των ντόπιων Εβραίων Χριστιανών, που μιλούσαν την αραμαϊκή γλώσσα. Τα παράπονα αυτά προέκυψαν, διότι οι χήρες των ελληνόφωνων Ιουδαίων Χριστιανών που δεν ήταν ντόπιοι, παραμελούνταν στην καθημερινή περίθαλψη και υπηρεσία της διανομής τροφών και ελεημοσυνών)» [Πράξ. 6,1].

     «Ἐν δὲ ταῖς ἡμέραις ταύταις  (:κατά τις ημέρες αυτές)» [Πράξ. 6,1]. Ποιες ημέρες εννοεί; Όταν συνέβαιναν αυτά, όταν μαστιγώνονταν, όταν απειλούνταν, όταν αυξανόταν ο αριθμός των μαθητών, τότε «άρχισαν να γογγύζουν». Ίσως μάλιστα να συνέβηκε αυτό από το πλήθος, διότι δεν είναι δυνατό στο πλήθος να υπάρχει ακρίβεια και τελειότητα. Δεν εννοεί οπωσδήποτε τις ημέρες εκείνες, αλλά συνηθίζει η Γραφή, και τα μέλλοντα να συμβούν να τα αναφέρει σαν να συνέβησαν, και  γι' αυτό μίλησε έτσι. «῾Ελληνιστές» νομίζω ότι ονομάζει εκείνους που ομιλούν την ελληνική γλώσσα· διότι αυτοί μιλούσαν ελληνικά, αν και ήταν εβραίοι. Να και άλλη δοκιμασία· πόσο μάλλον και εσύ, αν θέλεις να εξετάσεις, θα διαπιστώσεις ότι από την αρχή οι πόλεμοι γίνονται και από μέσα και από έξω.

Κυριακή των Μυροφόρων – Ερμηνεία της Ευαγγελικής περικοπής από τον Ιερό Χρυσόστομο

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ [: Μάρκ. 15, 43-16, 8]

Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΚΑΘΗΛΩΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΑΦΗ ΤΟΥ ΘΕΙΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ,

ΤΗ ΣΦΡΑΓΙΣΗ ΤΟΥ ΤΑΦΟΥ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΙΟΥΔΑΙΟΥΣ, ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΜΦΑΝΙΣΗ

ΤΟΥ ΑΝΑΣΤΗΜΕΝΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΣ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΤΙΣ ΜΥΡΟΦΟΡΕΣ

   [υπομνηματισμός των χωρίων: Ματθ. 27, 57-66 και Ματθ. 28, 1-10]

   «Ὀψίας δὲ γενομένης ἦλθεν ἄνθρωπος πλούσιος ἀπὸ Ἀριμαθαίας, τοὔνομα Ἰωσήφ, ὃς καὶ αὐτὸς ἐμαθήτευσε τῷ Ἰησοῦ· οὗτος προσελθὼν τῷ Πιλάτῳ ᾐτήσατο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. τότε ὁ Πιλᾶτος ἐκέλευσεν ἀποδοθῆναι τὸ σῶμα. καὶ λαβὼν τὸ σῶμα ὁ Ἰωσὴφ ἐνετύλιξεν αὐτὸ σινδόνι καθαρᾷ, καὶ ἔθηκεν αὐτὸ ἐν τῷ καινῷ αὐτοῦ μνημείῳ ὃ ἐλατόμησεν ἐν τῇ πέτρᾳ, καὶ προσκυλίσας λίθον μέγαν τῇ θύρᾳ τοῦ μνημείου ἀπῆλθεν (: όταν προχώρησε το δειλινό, ήλθε κάποιος άνθρωπος πλούσιος που καταγόταν από την Αριμαθαία και ονομαζόταν Ιωσήφ, που κι αυτός υπήρξε μαθητής του Ιησού. Αυτός πήγε στον Πιλάτο και του ζήτησε το σώμα του Ιησού. Τότε ο Πιλάτος διέταξε να του δοθεί το σώμα. Κι αφού ο Ιωσήφ πήρε το σώμα, το τύλιξε σε καθαρό και αμεταχείριστο σεντόνι και το έβαλε στο δικό του καινούριο μνημείο, το οποίο είχε σκαλίσει στον βράχο. Κι αφού κύλισε ένα μεγάλο λίθο στη θύρα του μνημείου, την έκλεισε με τον λίθο αυτόν κι έφυγε)»[Ματθ. 27, 57-60].

     Αυτός είναι ο Ιωσήφ, ο οποίος προηγουμένως κρυβόταν. Τώρα όμως, μετά τον θάνατο του Χριστού, έδειξε μεγάλη τόλμη. Διότι ούτε ασήμαντος ήταν, ούτε από εκείνους που μένουν απαρατήρητοι, αλλά ένας από τα μέλη του Συνεδρίου [πρβλ.  Λουκ. 23,51: «Καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι Ἰωσήφ, βουλευτὴς ὑπάρχων καὶ ἀνὴρ ἀγαθὸς καὶ δίκαιος· οὗτος οὐκ ἦν συγκατατεθειμένος τῇ βουλῇ καὶ τῇ πράξει αὐτῶν- ἀπὸ Ἀριμαθαίας πόλεως τῶν Ἰουδαίων, ὃς προσεδέχετο καὶ αὐτὸς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ (: και ιδού, παρουσιάζεται τότε ένας άνθρωπος που λεγόταν Ιωσήφ και ήταν βουλευτής, δηλαδή μέλος του ιουδαϊκού συνεδρίου,άνθρωπος καλοκάγαθος και ενάρετος. Αυτός δεν είχε συμφωνήσει με την απόφαση που πήραν τα μέλη του συνεδρίου εναντίον του Ιησού, ούτε με τα μέτρα και τις πράξεις που έκαναν για να εξασφαλίσουν την επικύρωση και την εκτέλεση της αποφάσεως. Αυτός ο άνθρωπος λοιπόν ήταν από την πόλη των Ιουδαίων Αριμαθαία. Είχε πιστέψει στο κήρυγμα του Ιησού για τη βασιλεία του Θεού και περίμενε κι αυτός μαζί  με τόσους άλλους μαθητές τη βασιλεία αυτή)»], και πολύ επιφανής.

Κυριακή των Μυροφόρων – Ο Ιερός Χρυσόστομος για την εκλογή των επτά Διακόνων

                                

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ[:Πράξ.6,1-7]

Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΛΟΓΗ ΤΩΝ ΕΠΤΑ ΔΙΑΚΟΝΩΝ

               [υπομνηματισμός των χωρίων Πράξ.6,1-7] 

     «Ἐν δὲ ταῖς ἡμέραις ταύταις πληθυνόντων τῶν μαθητῶν ἐγένετο γογγυσμὸς τῶν ῾Ελληνιστῶν πρὸς τοὺς ῾Εβραίους, ὅτι παρεθεωροῦντο ἐν τῇ διακονίᾳ τῇ καθημερινῇ αἱ χῆραι αὐτῶν(:τις ημέρες αυτές, ενώ αυξανόταν ο αριθμός των πιστών, οι Εβραίοι Χριστιανοί που ήταν από ξένα μέρη και γι’ αυτό μιλούσαν την ελληνική γλώσσα, άρχισαν να γογγύζουν εναντίον των ντόπιων Εβραίων Χριστιανών, που μιλούσαν την αραμαϊκή γλώσσα. Τα παράπονα αυτά προέκυψαν, διότι οι χήρες των ελληνόφωνων Ιουδαίων Χριστιανών που δεν ήταν ντόπιοι, παραμελούνταν στην καθημερινή περίθαλψη και υπηρεσία της διανομής τροφών και ελεημοσυνών)»[Πράξ.6,1].

Κυριακή των Μυροφόρων – Ερμηνεία της Ευαγγελικής περικοπής από τον Ιερό Χρυσόστομο

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ[:Μάρκ.15,43-16,8]

Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΚΑΘΗΛΩΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΑΦΗ ΤΟΥ ΘΕΙΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ,

ΤΗ ΣΦΡΑΓΙΣΗ ΤΟΥ ΤΑΦΟΥ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΙΟΥΔΑΙΟΥΣ, ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΜΦΑΝΙΣΗ

ΤΟΥ ΑΝΑΣΤΗΜΕΝΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΣ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΤΙΣ ΜΥΡΟΦΟΡΕΣ

       [υπομνηματισμός των χωρίων: Ματθ.27,57-66 και Ματθ.28,1-10]

   «Ὀψίας δὲ γενομένης ἦλθεν ἄνθρωπος πλούσιος ἀπὸ Ἀριμαθαίας, τοὔνομα Ἰωσήφ, ὃς καὶ αὐτὸς ἐμαθήτευσε τῷ Ἰησοῦ· οὗτος προσελθὼν τῷ Πιλάτῳ ᾐτήσατο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. τότε ὁ Πιλᾶτος ἐκέλευσεν ἀποδοθῆναι τὸ σῶμα. καὶ λαβὼν τὸ σῶμα ὁ Ἰωσὴφ ἐνετύλιξεν αὐτὸ σινδόνι καθαρᾷ, καὶ ἔθηκεν αὐτὸ ἐν τῷ καινῷ αὐτοῦ μνημείῳ ὃ ἐλατόμησεν ἐν τῇ πέτρᾳ, καὶ προσκυλίσας λίθον μέγαν τῇ θύρᾳ τοῦ μνημείου ἀπῆλθεν(: όταν προχώρησε το δειλινό, ήλθε κάποιος άνθρωπος πλούσιος που καταγόταν από την Αριμαθαία και ονομαζόταν Ιωσήφ, που κι αυτός υπήρξε μαθητής του Ιησού. Αυτός πήγε στον Πιλάτο και του ζήτησε το σώμα του Ιησού. Τότε ο Πιλάτος διέταξε να του δοθεί το σώμα. Κι αφού ο Ιωσήφ πήρε το σώμα, το τύλιξε σε καθαρό και αμεταχείριστο σεντόνι και το έβαλε στο δικό του καινούριο μνημείο, το οποίο είχε σκαλίσει στον βράχο. Κι αφού κύλισε ένα μεγάλο λίθο στη θύρα του μνημείου, την έκλεισε με τον λίθο αυτόν κι έφυγε)»[Ματθ. 27, 57-60].