Ἕνα πάντα ἐπίκαιρο κήρυγμα τοῦ π. Αὐγουστῖνου Ν. Καντιώτου σχετικὸ μὲ τὶς ἡμέρες ποὺ βιώνουμε τὰ τελευταῖα χρόνια καὶ εἰδικὰ αὐτὸν τὸν καιρό.
Πιστὸς λαὸς περιμένει ἀπὸ μᾶς κήρυγμα, ἀλλὰ τί νὰ πῶ καὶ τί νὰ λαλήσω; Σήμερα δὲν χριεάζονται κηρύγματα˙ χρειάζονται δάκρυα. Ζοῦμε στὴν πιὸ σκοτεινὴ περίοδο τῆς ἀνθρωπότητος. Ἔρχεται – ἦρθε ὁ ἀντίχριστος! Τὰ βήματά του γιγαντιαῖα, ἡ φωνή του βραχνή, οἱ κήρυκές του πολλοί.
Σημεῖα πολλὰ παρουσιάζονται˙ σημεῖα «ἐν ἡλίῳ» (Λουκ. 21, 25) μὲ καύσωνες, σημεῖα στὴ θάλασσα, σημεῖα σὲ ποταμούς, σημεῖα στὰ ἔγκατα τοῦ πλανήτη μὲ τρομεροὺς σεισμούς. Καὶ τὸ 666 σημεῖο εἶναι. Δὲν εἶναι τυχαῖα γεγονότα αὐτά˙ εἶναι προειδοποιήσεις γιὰ τὸ τέλος.
Ἀλλὰ περισσότερο ἀπὸ αὐτὰ ἐγὼ βλέπω κάτι ἄλλο. Βλέπω ἐκεῖνο ποὺ προέβλεψε ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Β΄ Τιμ. 3, 1-5). Καὶ στὸ σημεῖο αὐτὸ εἶναι ἡ ἠθικὴ διαφθορά. Δὲν θὰ κάνω ἐπισκόπησι τῆς παγκοσμίου κονίστρας˙ θὰ περιορισθῶ στὴ μικρὴ αὐτὴ γωνιὰ ποὺ κατοικοῦμε. Ἄς ρίξουμε μιὰ ματιὰ στὴν Ἑλλάδα τὴν πατρίδα μας˙ μᾶς ἐνδιαφέρει ὁ οἶκος μας, ὅπου βρίσκονται οἱ τάφοι τῶν προγόνων μας.
Τί ἦταν ἄλλοτε ἡ Ἑλλάς; Ἄστρο φωτεινό, ποὺ ἔλαμπε μὲ τὶς ἐπιστῆμες καὶ τὶς ἀρετὲς τῶν παιδιῶν της. Τί ἦταν παρακαλῶ τὸ 1821, ὅταν ἐκεῖνοι οἱ ἥρωες φώναζαν «Ἐλευθερία ἤ θάνατος»; Τί ἦταν τὸ 1940, ὅταν ἐκεῖνοι οἱ ἥρωες θάμπωσαν τὴν ἀνθρωπότητα μὲ τὸ «Ὄχι»; Τί ἦταν τότε ἡ Ἑλλάς, καὶ τί εἶναι σήμερα; Σήμερα εἶναι ἕνα ἄστρο ποὺ σβήνει, ψυχορραγεῖ – ὁ Θεὸς νὰ φυλάξει – ἐξαλείφεται!
Πολλὰ εἶναι τὰ σημεῖα τῆς καταπτώσεως. Ἀπὸ παράδειγμα πρὸς μίμησιν γίναμε παράδειγμα πρὸς ἀποφυγὴν μʼ αὐτὰ ποὺ μᾶς συμβαίνουν. Δὲν λέμε ὑπερβολές. Ἄν ρίξουμε μιὰ ματιά, θὰ δοῦμε τὰ σημεῖα τῆς παρακμῆς. Ποιά εἶναι αὐτά; Ἰδοὺ μερικὲς συγκρίσεις.
⁕ Ἄλλοτε, ποὺ δὲν ὑπῆρχαν σχολεῖα καὶ πανεπιστήμια κι οἱ Ἕλληνες δὲν κατοικοῦσαν σὲ μέγαρα ἀλλὰ σὲ καλύβες, ἐκεῖ στὶς καλύβες κατοικοῦσαν ἄγγελοι, ἐνῶ τώρα στὰ μέγαρα τί κατοικοῦν;… Τότε ὑπῆρχε σέβας στὸ Θεό. «Ἀρχὴ σοφίας φόβος Κυρίου» (Ψαλμ. 110, 10). Ἀνέφεραν τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ μας, τῆς Παναγίας, τῶν ἁγίων μὲ δέος καὶ δάκρυα. Δὲν ὑπῆρχε βλάσφημος, δὲν ἀκουγόταν οὔτε μία βλασφημία. Τώρα; Ὅπου σταθεῖς, ἀκοῦς φρικτὲς βλασφημίες ἀπὸ μικροὺς καὶ μεγάλους.
Κι εἶναι μικρὸ κακὸ ἡ βλασφημία; Κολοσσιαῖο ἁμάρτημα. Βλαστημᾶς; οὔτε ἄνθρωπος, οὔτε θηρίο, οὔτε ζῶο, οὔτε σατανᾶς εἶσαι˙ ὁ σατανᾶς δὲν βάστημάει, τρέμει ἐμπρὸς στὸ Θεό. Καὶ ὅμως ἡ χώρα μας ἔχει ρεκὸρ στὶς βλαστημίες. Τρομερὸ σημεῖο γιὰ τὴν πατρίδα μας, ποὺ οἱ ἀρχαῖοι Ἀθηναῖοι κατεδίκασαν τὸ Σωκράτη μὲ τὴν ὑπόνοια ὅτι δὲν σέβεται τοὺς θεούς.