"Αυτό που ενοχλεί τον Κύριο είναι το αίσθημα της αυτάρκειας που ο Φαρισαίος έχει. Αποδίδει τα κατορθώματά του στον εαυτό του και στην ατομική του ικανότητα, στον ατομικό του αγώνα, χωρίς να επικαλείται τη βοήθεια του Θεού".
«Ὁ Φαρισαῖος σταθεὶς πρὸς ἑαυτὸν ταῦτα προσηύχετο· ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης· νηστεύω δὶς τοῦ σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι» (Λουκ. 18, 11-12)
«Ὁ Φαρισαῖος στάθηκε ἐπιδεικτικὰ κι ἔκανε τὴν ἑξῆς προσευχὴ σχετικὰ μὲ τὸν ἑαυτό του· “Θεέ μου, σ’ εὐχαριστῶ ποὺ ἐγὼ δὲν εἶμαι σὰν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους ἅρπαγας, ἄδικος, μοιχός, ἢ καὶ σὰν αὐτὸν ἐδῶ τὸν τελώνη. Ἐγὼ νηστεύω δύο φορὲς τὴν ἑβδομάδα καὶ δίνω στὸν ναὸ τὸ δέκατο ἀπ’ ὅλα τὰ εἰσοδήματά μου”.
Ο ηθικός άνθρωπος αισθάνεται συνήθως ικανοποίηση για τις επιλογές της ζωής του, ιδίως όταν ακούει τις γνώμες των άλλων, ιδίως όταν έρχεται η ώρα να σταθεί ενώπιος ενωπίω με τον Θεό. Μάλλον το είδος αυτό τείνει να περιοριστεί, ιδίως στη νεώτερη γενιά, η οποία απομακρύνεται αρκετά και από το ήθος και από την προσευχή και από την ενδοσκόπηση.
Ωστόσο, όπως ο Φαρισαίος στην παραβολή που ακούμε από τον Χριστό την πρώτη Κυριακή του Τριωδίου, της περιόδου εκείνης που μας προετοιμάζει αρχικά για την Μεγάλη Τεσσαρακοστή και στη συνέχεια μας ζητά να ξαναδούμε τις συνισταμένες της ζωής μας, θέτοντάς τες στην προοπτική της σχέσης με τον Θεό και στην αλλαγή όσον αφορά στον τρόπο θέασης του πλησίον όχι ως αντικειμένου ή αφορμής δικού μας αυτοδοξασμού, αλλά ως συν-εικόνας του Θεού, τραυματισμένης τουλάχιστον εξίσου με μας, εντούτοις εμείς εύκολα επιλέγουμε την άλλη οδό. Ι