Ἡ δαιμονικὴ βία, στὴ λανθάνουσα λειτουργία της μέσα στὸν ἀνθρώπινο ψυχισμό, δείχνει ἕνα ἄλλο πρόσωπο, πολὺ διαφορετικὸ ἀπὸ ἐκεῖνο, ποὺ ἡ πρώτη ἐντύπωση μᾶς δίνει νὰ ἀντιληφθοῦμε, ὅταν ἡ βία αὐτὴ εἶναι ἔκδηλη καὶ ἐμφανὴς καὶ ἄμεσα καταστροφική.
Ἡ λανθάνουσα βία, δηλ. ὁ ἀφανὴς καὶ ἀνύποπτος καὶ ἀθόρυβος τρόπος λειτουργίας τῆς βίας, στὰ πρῶτα της βήματα, μέσα στὸν παραδείσιο χῶρο, σφραγίζει πολὺ βαθειὰ καὶ σχεδὸν ἀνεξίτηλα(;) τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο μὲ τὸν πιὸ ἀπατηλὸ χαρακτήρα της· τὴ ραθυμία!
Στὴν κοινὴ λογικὴ ἡ ραθυμία, ἡ νωχέλεια, ἡ ἀβελτηρία καὶ γενικὰ ἡ παραλυτικὴ ἀδράνεια τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου, φαίνεται σὰν μία συμπεριφορὰ ἢ ἐνέργεια ἐντελῶς ἀντίθετη μὲ τὴν ἔννοια τῆς δυναμικῆς ἢ ἔντονα ἐπιθετικῆς συμπεριφορᾶς τῆς βίας. Βία καὶ ραθυμία φαίνονται σὰν δύο ἀντίθετες καὶ ἐντελῶς διάφορες, μεταξύ τους, συμπεριφορὲς καὶ λειτουργίες τοῦ ἀνθρώπινου ψυχισμοῦ.
Κι ὅμως! Ἡ ραθυμία καὶ μάλιστα στὴν ὑπαρξιακή της ποιότητα καὶ ἐκδοχή, εἶναι τὸ ἄλλο, ἀπατηλό, πρόσωπο τῆς δαιμονικῆς βίας. Κι αὐτὸ εἶναι αὐτονόητο. Ἐὰν εἶναι στὴ φύση καὶ στὸν λειτουργικὸ-δυναμικὸ χαρακτήρα τῆς βίας νά… βιάζει, δηλαδὴ νὰ καθηλώνει σὲ δουλεία καὶ αἰχμαλωσία, σὲ ἀλύτρωτη ὑποταγὴ καὶ σὲ ἀθεράπευτη παγίωση, τὸν ἀνθρώπινο ψυχισμό, τὸ ἀποτέλεσμα αὐτοῦ τοῦ εἴδους βιασμοῦ τοῦ ψυχισμοῦ αὐτοῦ, εἶναι ἀκριβῶς ἡ κατάσταση τῆς ὑπαρξιακῆς ἀδράνειας καὶ νωθρότητας, δηλ. τῆς ραθυμίας.