Ἡ Ἀσχημάτιστη Ἐρημική Ἐσωτερικότης- Το θρησκευτικό προσωπείο.

 «αὐτὸς ποὺ συντηρεῖ μὲ κάθε τρόπο τὸ θρησκευτικό του προσωπεῖο, δὲν προοδεύει ποτὲ στὴ θρησκευτικὴ ζωή. Μὲ τὴν ψευδαίσθηση τῆς «ἐσχηματισμένης εὐσεβοῦς μορφώσεως» ἱκανοποιεῖται τόσο, ὅσο πρέπει νὰ καθησυχάζη τὴν θρησκευτική του συνείδηση».

Ἂν πράγματι, ὅπως ἔχουμε εἰπῇ, τὸ νόημα τῆς ἐρήμου εἶναι πολυδύναμο, εἶναι λοιπὸν ἀπέραντο, δηλ. χωρὶς «πέρας» καὶ σχῆμα. Ὁπωσδήποτε εἶναι γεγονὸς ὅτι ἡ ὀπτικὴ ἢ νοητικὴ εἰκόνα τῆς ἐρήμου εἶναι ἀδιάστατη, χωρὶς ὀροθετικὲς γραμμὲς καὶ ἄρα πράγματι χωρὶς σχῆμα. Ἔτσι, ὅταν προσπαθοῦμε νὰ συλλάβουμε μὲ τὸ πνεῦμα μας τὴν τοπικὴ ἔννοια τῆς ἐρήμου, συλλαμβάνουμε κάθε φορὰ κάτι ἀπέραντο, κάτι ἀπροσδιόριστο, κυρίως μιὰ ἀπουσία!

Φαίνεται, λοιπὸν, πὼς ἡ ἀδιάστατη αὐτὴ εἰκόνα τῆς ἐρήμου ἐκφράζει ὑπαρξιακὰ τὶς διαστάσεις τῆς αὐθεντικῆς εὐσεβείας. Ὁ ἐρημίτης ἀσκητὴς βιώνει μιὰ εὐσέβεια ἀπέραντη, χωρὶς σχῆμα ἢ καθωρισμένο τύπο, χωρὶς «προσωπεῖο»!

Ἡ ψυχολογία διαπιστώνει καὶ σήμερα πὼς ἡ συμπεριφορὰ καθενὸς ἀνθρώπου εἶναι σὲ κάθε στιγμὴ μιὰ σχηματισμένη συμπεριφορά. Ἕνα σύστημα ἀντιδράσεων καὶ ἐνεργειῶν, ποὺ καθορίζει κάθε φορὰ ἕναν ὡρισμένο τρόπο συμπεριφορᾶς, ἕνα σχῆμα συμπεριφορᾶς, ἀνάλογο πάντοτε πρὸς τὶς ἀπαιτήσεις τῆς ἐξωτερικῆς πραγματικότητος.

Ὁ Jung εὑρίσκει, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο τῶν ψυχικῶν δράσεων καὶ ἀντιδράσεων εἶναι ἕνα ἀπαραίτητο ψυχολογικὸ μέσο προσαρμογῆς τοῦ ἀνθρώπου στὶς συγκεκριμένες συνθῆκες τῆς ζωῆς. Τὸ προσωπεῖο (Persona) εἶναι κατὰ τὸν Jung ἕνας ψυχολογικὸς μηχανισμὸς, ποὺ προστατεύει τὸ ἄτομο ἀπὸ τὸν κίνδυνο νὰ συγκρουσθῇ μὲ τὴν πραγματικότητα τῆς ζωῆς. Γιατί τὸ προσωπεῖο εἶναι ἕνας ἀπαραίτητος μεσολαβητὴς μεταξὺ αὐτοῦ, ποὺ τὸ ἄτομο εἶναι, καὶ ἐκείνου, ποὺ ἡ πραγματικότητα τῆς ζωῆς ἀπαιτεῖ νὰ εἶναι. Γι’ αὐτὸ, τὸ προσωπεῖο εἶναι πράγματι κάτι τὸ χρήσιμο γιὰ τὸ ἄτομο, γιατί τὸ συμφιλιώνει ἀνώδυνα μὲ τὴν ἐξωτερικὴ πραγματικότητα τῆς ζωῆς.

Τὴν βασικὴ αὐτὴ θέση τοῦ Jung ἐπιβεβαιώνει πειστικὰ καὶ ὁ εἰδικὸς κλάδος τῆς ψυχολογίας, ὁ ἀσχολούμενος μὲ τὰ προβλήματα τῶν διατομικῶν καὶ διαπροσωπικῶν σχέσεων. Ἡ Κοινωνικὴ Ψυχολογία μᾶς ἀποκαλύπτει ὄψεις τοῦ πολύπλοκου μηχανισμοῦ τῆς σχηματισμένης συμπεριφορᾶς τοῦ ἀνθρώπου καὶ μᾶς διαγράφει μὲ ἐνάργεια τὸ ἀσφυκτικὸ πλέγμα τῶν δράσεων καὶ ἀντιδράσεων τοῦ προσωπείου ἢ τῆς μάσκας τοῦ ἀτόμου, ποὺ ἀντιμετωπίζει μὲ τὸν ἀναπόφευκτο αὐτὸ τρόπο τὰ ἄλλα ἄτομα μέσα στὸ κοινωνικὸ σύνολο.

Ἡ ψυχολογικὴ αὐτὴ ἀναγκαιότης τῆς σχηματισμένης συμπεριφορᾶς καθιερώνεται αὐτοδύναμα καὶ σὰν θρησκευτικὴ ἀναγκαιότης. Ὁ θρησκευτικὸς ἄνθρωπος παγιδεύεται συνήθως ἀνύποπτα μέσα στὰ δόκανα τῆς «ἐσχηματισμένης εὐσεβοῦς μορφώσεως».

Κατασκευάζει δηλ. ἀσυνείδητα τὸ ἀπαραίτητο γι’ αὐτὸν θρησκευτικὸ προσωπεῖο, ποὺ τὸν συμφιλιώνει καὶ ἐδῶ μὲ τὴν ἐξωτερικὴ πραγματικότητα καὶ κυρίως μὲ τὸ θρησκευτικό του περιβάλλον. Γιατί, ἄλλωστε, δὲν εἶναι μόνο ἡ ψυχολογικὴ ἀναγκαιότης, σὰν καθιερωμένο σύστημα συμπεριφορᾶς, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν κατασκευὴ αὐτὴ τοῦ προσωπείου. Τὸ νόμιμο εὐαγγελικὸ αἴτημα γιὰ τὴν πραγμάτωση τοῦ «καθ’ ὁμοίωσιν», σὲ μιὰ παρεξηγημένη ἐκδοχή, καθιερώνει ἀσυνείδητα μέσα στὸ βάθος τῆς προσωπικότητος τοῦ θρησκευτικοῦ ἀνθρώπου τὴν ἰδανικὴ ἢ ἰδεατὴ εἰκόνα τοῦ τελείου χριστιανοῦ σὰν μιὰ ἄμεση ἐμπειρία. Σὲ πολλὲς περιπτώσεις, ὁ θρησκευτικὸς ἄνθρωπος, ἀντὶ νὰ ἀγωνισθῇ μὲ ὑπομονὴν τὸν «προκείμενον αὐτῷ» ἀγῶνα, σπεύδει ψυχολογικὰ στὴν ψευδαίσθηση τῆς δῆθεν ἤδη πραγματοποιήσεως τοῦ χριστιανικοῦ ἰδεώδους καὶ ἀγωνίζεται ἀσυνείδητα νὰ τὸ βεβαίωση μὲ τὴν βοήθεια ἑνὸς θρησκευτικοῦ προσωπείου. Ἀγωνίζεται νὰ φανῆ, ὅτι εἶναι ὁ «καλὸς» χριστιανός. Κάθε πράξη του πρέπει νὰ βεβαιώνη τὴν χριστιανική του Ἰδιότητα. Ἀναπτύσσει, λοιπὸν, ἕνα σύστημα μιᾶς «ἐσχηματισμένης εὐσεβοῦς μορφώσεως».

Ἀλλὰ τὸ θρησκευτικὸ προσωπεῖο, σὰν ὡρισμένη «ἐσχηματισμένη εὐσεβὴς μόρφωσις», εἶναι μιὰ ἔννοια ἀντίθετη ἢ ἀσυμβίβαστη μὲ τὴν ἀδιάστατη εἰκόνα τῆς ἐρημικῆς ἐσωτερικότητος. Γιατί, πράγματι, ὁ αὐθεντικὸς πνευματικὸς ἀγωνιστής, ὁ γνήσιος ἐρημικὸς ἀσκητής, δὲν περιορίζεται σὲ ὡρισμένο ὑπαρξιακὸ σχῆμα εὐσεβείας. Ὁ τρόπος τῆς ἐρημικῆς πνευματικῆς ζωῆς καὶ τῆς ἀσκήσεως εἶναι ἁπλοῦς καὶ ἀσχημάτιστος καὶ ἄμορφος. Δὲν ὑποτάσσεται σὲ «κατηγορίες» καὶ σὲ «καλούπια», σὲ συστήματα μορφῶν ζωῆς, ποὺ θὰ ἀνεγνωρίζοντο εὔκολα σὰν σχήματα ἑνός, πνευματικοῦ ἔστω, προσωπείου. Γι’ αὐτὸ, ὁ γνήσιος ἀσκητὴς τῆς ἐρήμου δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀνεχθῇ κανένα εἶδος συμπεριφορᾶς ποὺ θὰ ἐπρόδιδε ἢ θὰ ἀπεκάλυπτε μιὰ «ἐσχηματισμένην εὐσεβῆ μόρφωσιν».

Ἔτσι, ὁ ὅσιος Μᾶρκος ὁ Ἀσκητής, στὴν γνωστὴ ἐπιστολή του «πρὸς Νικόλαον Μονάζοντα»1, ξεσπᾶ δικαιολογημένα σὲ μιὰ πνευματικὴ διαμαρτυρία, γράφοντας μὲ πολὺ ἀσκητικὸ πάθος. «Μέχρι πότε ἡμεῖς ὑπὸ τῆς ἐσχηματισμένης εὐσεβοῦς μορφώσεως διαχλευαζώμεθα, μετὰ ἐπιθέσεως τῷ Κυρίω δουλεύοντες, ἄλλο τοῖς ἀνθρώποις νομιζόμενοι καὶ ἄλλο τῷ τὰ κρυπτὰ γινώσκοντι καταφαινόμενοι»2;

Ἡ εὐαισθησία τῆς ἐρημικῆς ἐσωτερικότητος δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀνεχθῇ τὴν ὑπαρξιακὴ ἀντίθεση μεταξὺ «ἐσχηματισμένης εὐσεβοῦς μορφώσεως» καὶ ἐνδοψυχικὴς πραγματικότητος. Γι’ αὐτὸ, ὁ ἀσκητὴς ὁμιλεῖ μιὰ γλῶσσα συγκλονιστικῆς εἰλικρινείας καὶ ἐξουθενωτικῆς αὐτογνωσίας. «Ἅγιοι γὰρ παρὰ πολλῶν νομιζόμενοι, ἄγριοι τὸ ἦθος ἀκμὴν ὑπάρχομεν. Ἀληθῶς μόρφωσιν εὐσεβείας ἔχοντες, τὴν δὲ δύναμιν αὐτῆς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μὴ κεκτημένοι. Παρθένοι καὶ ἁγνοὶ παρὰ πολλῶν νομιζόμενοι, καὶ παρὰ τῷ τὰ κρυπτὰ κατανοοῦντι, ἐν ἀκαθαρσίαις συγκαταθέσεων λογισμῶν πορνικῶν ἔνδοθεν μολυνόμενοι καὶ ταῖς ἐνεργείαις τῶν παθῶν βορβορούμενοι. Καὶ διὰ τὴν ἀκμὴν ἐσχηματισμένην ἡμῶν ἄσκησιν, ἔτι καὶ τοῖς ἐπαίνοις τῶν ἀνθρώπων ὑπτιούμενοι καὶ τὸν νοῦν ἐκτυφλούμενοι».

Στὴν ἀποκάλυψη καὶ ὑπογράμμιση αὐτῆς τῆς ὑπαρξιακῆς ἀντιφάσεως, βλέπει κανεὶς ὅλο τὸ βάθος καὶ ὅλο τὸ πλάτος τῆς ἐρημικῆς ἐσωτερικότητος. Ἐνῶ μέσα στὸν κοινωνικὸ χῶρο τῆς ἐγκοσμίου ζωῆς τὸ θρησκευτικὸ προσωπεῖο εἶναι ἡ καθιερωμένη πλέον «ἐσχηματισμένη εὐσέβεια», μέσα στὴν ζωὴ τῆς ἀσκήσεως, τὸ προσωπεῖο αὐτὸ θεωρεῖται πάντοτε σὰν μιὰ διαπόμπευση τῆς ἀνθρωπίνης προσωπικότητος. Γιατί ἡ θρησκευτικὴ αὐτὴ μάσκα ὑπογραμμίζει ἔντονα μιὰ ἀπάτη. Ἄλλο εἶναι κανεὶς κι ἄλλο φαίνεται, γιατί ἔτσι θέλει νὰ φαίνεται. Πρόκειται ἐδῶ γιὰ μιὰ ἀσυνέπεια, ποὺ ξεκινᾶ ὅμως ἀπὸ μιὰ ἀσυνείδητη αἰτιολογία. Κι αὐτὸς ἴσως εἶναι ὁ λόγος, ποὺ ὁ ὅσιος Μᾶρκος ὁ Ἀσκητὴς στηλιτεύει μὲ μελανὰ χρώματα τὴν ὑποκριτικὴ εὐσέβεια. Δηλαδὴ δὲν εἶναι μόνο ἡ ἀντίφαση ποὺ κατασκευάζει μιὰ πολὺ ὑποτιμητικὴ γιὰ τὴν ἀνθρωπίνη ἀξιοπρέπεια ἀπάτη. Κυρίως εἶναι ἡ ἀσυνείδητη φύση τοῦ θρησκευτικοῦ προσωπείου, ποὺ κάνει τὸν ἀσκητὴ νὰ ἐξανίσταται μὲ ἐρημικὸ πάθος.

Παραδομένος κανεὶς στὶς ἀπωθήσεις, στὰ συμπλέγματά του καὶ γενικῶς στὶς ἀσυνείδητες διαδικασίες τοῦ βάθους τῆς προσωπικότητός του, συμβιβάζεται μὲ τὸν ἐσωτερικὸ τρόπο θρησκευτικῆς ζωῆς, συντηρῶντας τὸ προσωπεῖο. Αὐτὸ σημαίνει πράγματι, πὼς θέλει νὰ κρύβη τὴν ἀσυνείδητη ἐσωτερική του πραγματικότητα. Ἔτσι, τὸ θρησκευτικὸ προσωπεῖο εἶναι κάτι ποὺ χρειάζεται κανεὶς ἀσυνείδητα γιὰ νὰ συμφιλιώνεται μὲ τὸ θρησκευτικό του περιβάλλον, συγχρόνως ὅμως, εἶναι ἕνα ἀπατηλὸ προϊὸν ἀσυνειδήτων διαδικασιῶν ποὺ ἔχουν παγιδεύσει θανάσιμα τὴν ἐσωτερικότητα. Γι’ αὐτὸ, αὐτὸς ποὺ συντηρεῖ μὲ κάθε τρόπο τὸ θρησκευτικό του προσωπεῖο, δὲν προοδεύει ποτὲ στὴ θρησκευτικὴ ζωή. Μὲ τὴν ψευδαίσθηση τῆς «ἐσχηματισμένης εὐσεβοῦς μορφώσεως» ἱκανοποιεῖται τόσο, ὅσο πρέπει νὰ καθησυχάζη τὴν θρησκευτική του συνείδηση. Πέρα ἀπ’ αὐτὸ, ἡ ἐσωτερικότης του βυθίζεται ὅλο καὶ περισσότερο στὸ πνευματικὸ σκοτάδι καὶ στὴν ἄγνοια καὶ στέρηση τῆς ἀληθινῆς γνώσεως. «Ἀλλ’ ἔτι ἐν τῇ νομιζομένῃ τοῦ ἔξωθεν ἀνθρώπου δικαιοσύνῃ μόνῃ στηριζόμεθα, δι’ ὑστέρησιν ἀληθοῦς γνώσεως καὶ διὰ τῶν ἔξωθεν μόνον ἐπιτηδευμάτων ἑαυτοὺς πλανῶμεν, τοῖς ἀνθρώποις ἀρέσκειν βουλόμενοι καὶ τὰς παρ’ αὐτῶν δόξας καὶ ἐπαίνους θηρώμενοι»3.

Πράγματι! Τὸ θρησκευτικὸ προσωπεῖο εἶναι μιὰ πλάνη καὶ μιὰ ἀπάτη τοῦ ἴδιου τοῦ φορέως του. Αὐτὸς ποὺ ὑποκρίνεται ἀπατᾶ πρῶτα – πρῶτα τὸν ἑαυτό του, πλανᾶ τὴ θρησκευτική του συνείδηση. Καὶ στὴν περίπτωση αὐτὴ, βεβαιώνεται κανεὶς πειστικὰ γιὰ τὴν ἀσυνείδητη φύση τοῦ ψυχικοῦ μηχανισμοῦ τοῦ θρησκευτικοῦ προσωπείου. Ἀναμφιβόλως, αὐτὸς ποὺ αὐταπατᾶται εἶναι παγιδευμένος σὲ ἀσυνείδητες διαδικασίες.

Ἐξάλλου, ἡ διάσταση αὐτὴ μεταξὺ ἐσωτερικότητος καὶ θρησκευτικοῦ προσωπείου εἶναι μιὰ ζωντανὴ μαρτυρία διχασμοῦ τῆς προσωπικότητος. Γιατί αὐτὸς ποὺ συντηρεῖ τὸ θρησκευτικὸ προσωπεῖο εἶναι πράγματι «ἀνὴρ δίψυχος». Καὶ ἀκριβῶς ἐδῶ συναντᾶ κανεὶς τὸν πιὸ πικρὸ καρπὸ τῆς «ἐσχηματισμένης εὐσεβοῦς μορφώσεως», ποὺ ὁ ἀσκητὴς τῆς ἐρήμου βδελύσσεται ἀμείλικτα: τὴν ἐσωτερικὴ διάσπαση τῆς προσωπικότητος μὲ ὅλες τὶς φοβερές της συνέπειες. Λοιπόν, ὅταν ὁ ἀσκητὴς αὐτὸς στηλιτεύει την «ἐσχηματισμένην εὐσέβειαν», καταδικάζει κυρίως τὴν ἐσωτερικὴ διάσπαση τοῦ ὑποκρινομένου ἀνθρώπου, ἐνῶ συγχρόνως προσηλώνει τὸν νοῦ του στὴν ἀσχημάτιστη πνευματικὴ ὁλοκλήρωση τῆς προσωπικότητος.

Ἔτσι, ὁ βασικὸς πνευματικὸς προσανατολισμὸς τῆς ἐρημικῆς ἐσωτερικότητος σκοπεύει στὴν ἀσχημάτιστη καὶ ἄμορφη εὐσέβεια. Ὁ ἀσκητὴς τῆς ἐρήμου μὲ τὶς ἀδιάκοπες ἐνδοσκοπήσεις του ἀποβλέπει πάντοτε σὲ μιὰ συνειδητοποίηση τῶν κρυμμένων τραυμάτων του καὶ τῆς ἀδήλου πνευματικῆς του ἀκαθαρσίας. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν, ἐξουδετερώνει ἀποτελεσματικὰ κάθε ἀσυνείδητη πρόθεση δημιουργίας προσωπείου, κάθε ἀσυνείδητη τάση γιὰ τυποποιημένη εὐσέβεια.

Ἡ βασικὴ αὐτὴ θέση τοῦ ἐρημίτου ἀσκητοῦ ὑπαγορεύεται ἀπὸ τὴν ἔντονη καὶ σχεδὸν ἄμεση ἐμπειρία τῆς «ἀποκαλυπτικῆς» παρουσίας τοῦ δικαιοκρίτου Δεσπότου. «Ἤξει πάντως ὁ τὰ κρυπτὰ τοῦ σκότους ἀποκαλύπτων καὶ φανερῶν τὰς βουλὰς τῶν καρδιῶν, ὁ ἀπαραλόγιστος δικαστής. Ὁ τὸ σχῆμα τὸ ἔξωθεν περιαίρων καὶ τὴν ἀλήθειαν τῶν ἔνδοθεν κεκρυμμένων φανερῶν καί… τοὺς ἐσχηματισμένους καὶ μόρφωσιν εὐσεβείας περιβεβλημένους καὶ ἑαυτοὺς φρεναπατῶντας εἰς τὸ ἐξώτερον σκότος ἀποστέλλων». Ἐπειδὴ δὲ δὲν θέλει νὰ βιώση μιὰ τέτοια ἐμπειρία φρικτῆς ἀποκαλύψεως τῶν κρυμμένων ἀκαθαρσιῶν, ἀγωνίζεται δυναμικὰ καὶ δραστήρια γιὰ μιὰ εὐσέβεια ἄμορφη, ἀσχημάτιστη καὶ ἀδιάστατη, δηλαδὴ ἀνόθευτη!

Ἀλλὰ βέβαια ἡ ἀσχημάτιστη εὐσέβεια τῆς ἐρημικῆς ἐσωτερικότητος δὲν εἶναι μιὰ εὔκολη προσπάθεια, ἕνα ἀνώδυνο ἔργο. Ἡ κάθαρση τοῦ νοῦ ἀπὸ κάθε λογισμὸ καὶ κάθε νοητικὴ παράσταση εἶναι μιὰ συγκλονιστικὴ καὶ δραματικὴ προσπάθεια, ποὺ ἐκδιπλώνεται δυναμικὰ μέσα στὴν ἀδιάστατη ἐρημικὴ ἐμπειρία. Ἡ προϋπόθεση τῆς ἁπλῆς καὶ ἄμορφης ἀσκητικῆς εὐσεβείας δὲν εἶναι ἕνα ἔργο θεωρητικῆς προσπαθείας, δηλ. νοητικῆς μόνο καθάρσεως τῆς ἐξωτερικῆς ζωῆς τοῦ ἀσκητοῦ. Εἶναι ἕνα αἰμάτινο ἔργο «ζωοποιοῦ νεκρώσεως» τοῦ ὅλου ἀνθρώπου, ποὺ ὁδηγεῖ κατανυκτικὰ στὴν θεώρηση «τῆς θεοειδοῦς εἰκόνος», ποὺ φιλοξενεῖ στὰ ἔγκατα τοῦ βάθους τῆς ἐρημικῆς του ἐσωτερικότητος. Ὕστερα ἀπὸ πολλοὺς ἀπερίγραπτους ἀσκητικοὺς πόνους καὶ κόπους, ὕστερα ἀπὸ ἕναν δραματικὸ ἀγῶνα ἐσωτερικῆς καθάρσεως, φθάνει ἐπὶ τέλους ὁ ἀσκητὴς σ’ ἕνα καταπληκτικὸ σχῆμα εὐσεβείας, ποὺ ὅμως δὲν εἶναι καθόλου θρησκευτικὸ προσωπεῖο. Εἶναι ἁπλῶς ἡ ὑπέρβαση τῆς πνευματικῆς του ἀμορφίας. Εἶναι ἡ ἄμεση ἐμπειρία τῆς θείας εἰκόνος, ποὺ ὑπάρχει πάντοτε μέσα του καὶ ποὺ ὅμως προβάλλει μόνο ὕστερα ἀπὸ τοὺς ἀσκητικούς του ἀγῶνες. «Οὕτως ὁ τῆς καθαρᾶς καὶ ἀΰλου καὶ ἀχράντου παρθενίας τὸν στέφανον ἐκδεχόμενος, σταυροὶ δι’ ἀσκητικῶν πόνων τὴν σάρκα. Νεκροὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς μέλη τῇ ἐπιτάσει καὶ ἐπιμονῇ τῆς ἐγκρατείας. Διαφθείρων τὸν ἔξω ἄνθρωπον καὶ λεπτύνων αὐτὸν καὶ ρυσσὸν καὶ κατεσκληκότα ἀπεργαζόμενος. Ἵνα διὰ πίστεως καὶ ἀγώνων καὶ τῇ τῆς χάριτος ἐνεργείᾳ, ὁ ἔσω ἄνθρωπος ἀνακαινίζηται ἡμέραν ἐξ ἡμέρας, ἐπὶ τὸ κρεῖττον προκόπτων. Ἀγάπη αὐξανόμενος. Πραότητι κοσμούμενος. Ἀγαλλιάσει πνεύματος εὐφραινόμενος. Εἰρήνη Χριστοῦ βραβευόμενος. Χρηστότητι ἀγόμενος, ἀγαθότητι φρουρούμενος… Ταύταις καὶ ταῖς ὁμοίαις ἀρεταῖς ἀνακαινιζόμενος ὁ νοῦς ἀπὸ τοῦ πνεύματος, τῆς θεοειδοῦς εἰκόνος τὸν χαρακτῆρα ἐν ἑαυτῷ γνωρίζει. Καὶ τῆς δεσποτικῆς ὁμοιώσεως τὸ νοητὸν καὶ ἄρρητον κάλλος κατανοεῖ. Καὶ τῆς αὐτοδιδάκτου καὶ αὐτομαθοῦς σοφίας τοῦ ἐνδιαθέτου νόμου τὸν πλοῦτον καταλαμβάνει»4.

Ἡ βίωση αὐτὴ τῆς θείας εἰκόνος ποὺ φιλοξενεῖ μέσα του μυστικὰ ὁ ἀσκητὴς εἶναι ἐδῶ ἀσφαλῶς ἕνα σχῆμα καὶ μιὰ ὡρισμένη «μορφὴ» εὐσεβείας, μὰ δίχως ἄλλο μιὰ ὑπερβατικὴ μορφὴ εὐσεβείας. Μιὰ ἐμπειρία τῶν διαστάσεων τῆς μυστικῆς θεώσεως, ποὺ ὀφείλεται στὴν ἀδιάστατη καὶ χωρὶς «προσωπεῖο» ὑπαρξιακὴ βίωση τῆς αὐταρνήσεως. Ἔτσι, χάρη στὸν μόχθο τῆς ἀσκήσεως καὶ στὴν πραγμάτωση μιᾶς πνευματικῆς ἀμορφίας μέσα στὸ βάθος τῆς προσωπικότητός του, «ὁρᾷ» ὁ νοῦς τοῦ ἀσκητοῦ, στὴν ἐσώτερη φύση του, τὸν χαρακτῆρα τῆς «θεοειδοῦς εἰκόνος». Πρόκειται ἐδῶ γιὰ τὴν μυστικὴ βίωση τῆς ἐμπειρίας τοῦ «καθ’ ὁμοίωσιν» μέσα σὲ ὅλο τὸ βάθος καὶ τὸ πλάτος τοῦ θεωτικοῦ τοῦ μεγαλείου. Πρόκειται μᾶλλον γιὰ τὴν δυναμικὴ καὶ ἐνεργητικὴ βίωση τοῦ «κατ’ εἰκόνα».

Ἡ ἀσκητικὴ πνευματικὴ αὐτὴ πορεία ἀπὸ τὸ θρησκευτικὸ προσωπεῖο στὴν ἄμορφη καὶ ἀσχημάτιστη εὐσέβεια, καὶ ἀπὸ αὐτὴν στὴν βιωματικὴ ἀναγνώριση τῆς θείας εἰκόνος, εἶναι ἀσφαλῶς μιὰ χρήσιμη ὑπόμνηση στὸν ἐγκόσμιο χριστιανό. Γιατί, καὶ ἂν ἀκόμη εἶναι περισσότερο ἀπὸ βέβαιο, πὼς δὲν μπορεῖ νὰ ἀκολουθήση τὸ διάγραμμα τῆς πνευματικῆς αὐτῆς πορείας, εἶναι παρ’ ὅλα αὐτὰ πιθανὸ, πὼς ἡ συνάντησή του μὲ τὸ διάγραμμα αὐτὸ μπορεῖ νὰ τὸν βοηθήση νὰ στοχαστῆ κατανυκτικὰ τὴν ἔκταση καὶ τὸ μέγεθος τῆς «ἐσχηματισμένης», δηλ. τῆς νοθευμένης του θρησκευτικῆς ἐμπειρίας. Κι ἕνας τέτοιος κατανυκτικὸς στοχασμὸς εἶναι ἀσφαλῶς μιὰ λυτρωτικὴ ἀναψυχὴ μέσα στὸν φλογερὸ καύσωνα τῆς ἐρήμου τῆς ἐποχῆς μας!

  1. Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν νηπτικῶν. Τόμος Α’, σελ. 127 ἐξ.
  2. Ἔνθ’ ἀνωτ. σελ. 129.
  3. Ἔνθ’ ἀνωτ. σελ. 130.
  4. Ἔνθ’ ἀνωτ. σελ. 133.