"Αἰτία ποὺ σήμερα δὲν ἔχουμε οὔτε θεόκλητους οὔτε δημόκλητους ἐπισκόπους εἶνε ἡ λήθη τῶν νόμων τῆς Ἐκκλησίας, τῶν λόγων τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ· ἔλειψε πιὰ ἡ ταπεινοφροσύνη καὶ βασιλεύει τὸ δαιμόνιο τῆς ὑπερηφανείας καὶ κενοδοξίας".

«Δὸς ἡμῖν ἵνα εἷς ἐκ δεξιῶν σου και εἷς ἐξ εὐωνύμων σου καθίσωμεν ἐν τῇ δόξῃ σου» (Μάρκ. 10,37)
Ἄκουσαν οἱ μαθηταὶ τὸν Κύριο νὰ ὑπόσχεται ὅτι, ἐὰν μείνουν πιστοί, θὰ καθίσουν σὲ δώδεκα θρόνους κρίνοντας τὶς δώδεκα φυλὲς τοῦ Ἰσραήλ (βλ. Ματθ. 19,28). Ἀλλὰ δὲν εἶχαν ἀκόμη φωτιστῆ ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο, ὥστε νὰ καταλάβουν σωστὰ τὸ νόημα τῶν λόγων του. Ἡ φαντασία τους φούντωσε. Πίστεψαν ὅτι πλησιάζει ὁ καιρὸς τῆς ἐθνικῆς παλιγγενεσίας, ὅτι θὰ φύγουν οἱ ῾Ρωμαῖοι, ἡ Ἰερουσαλὴμ νὰ καθαριστῇ ἀπὸ τὰ εἰδωλολατρικὰ μιάσματα καὶ θὰ ἐγκατασταθῇ ἐκεῖ νέος βασιλιᾶς, βασιλιᾶς δικός τους. Καὶ ποιός ἄλλος θά ᾽νε αὐτὸς ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Διδάσκαλό τους, ποὺ κάνει τόσα θαύματα!
Ὁ Κύριος ὅμως κατ᾽ ἐπανάληψιν προεῖπε, ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου θὰ ὑποστῇ τὰ πάνδεινα καὶ τέλος θὰ σταυρωθῇ. Πῶς δὲν κατάλαβαν ὅτι ἡ βασιλεία του δὲν θά ᾽νε ἔτσι ὅπως τὴ φαντάζονται τώρα; Βαυκαλίζονταν μὲ τὴν πίστι ὅτι νά, πάλι κάποιο θαῦμα θὰ κάνῃ καὶ στὸ τέλος θ᾽ ἀποφύγῃ αὐτὰ τὰ δυσάρεστα.
Ὅλων τῶν μαθητῶν ἡ φαντασία εἶχε ἐξαφθῆ· ἡ κενοδοξία εἶνε βλέπετε κοινὸ ἀνθρώπινο πάθος. Μὰ πιὸ πολὺ οἱ δύο γυιοὶ τοῦ Ζεβεδαίου, ὁ Ἰωάννης καὶ ὁ Ἰάκωβος, εἶχαν ἠλεκτρισθῆ ἀπὸ τὸ ὅραμα τῆς δόξης τοῦ Ἰησοῦ· ὁ νοῦς τους πῆγε σ᾽ ἐκείνους ποὺ θὰ περιστοιχίσουν τὸν αὐριανὸ βασιλέα. Ἐπιθύμησαν λοιπὸν νὰ ἐξασφαλίσουν ἀπὸ τώρα τὶς πρῶτες θέσεις.
Ἀπὸ σεβασμὸ στὸν Διδάσκαλο δὲν τολμοῦν νὰ ὑποβάλουν τὸ αἴτημά τους. Γι᾽ αὐτὸ μαζὶ μὲ τὴ μητέρα τους, τὴ Σαλώμη, ποὺ συμμεριζόταν ἢ καὶ ὑπέθαλπε τὴν ἐπιθυμία τους, πλησιάζουν τὸν Ἰησοῦ. Ἐκεῖνος τὴν ἐρωτᾷ· –Τί θέλεις; –Κύριε, λέει ἡ Σαλώμη, τώρα ποὺ πλησιάζει ἡ ὥρα τοῦ θριάμβου σου, σὲ παρακαλῶ νὰ δώσῃς στὰ παιδιά μου τὰ πρῶτα ἀξιώματα· πὲς νὰ καθήσουν ὁ ἕνας στὰ δεξιὰ κι ὁ ἄλλος στ᾽ ἀριστερά σου. –Δὲν ξέρετε τί ζητᾶτε, ἀπαντᾷ ὁ Χριστός. Μπορεῖτε νὰ πιῆτε τὸ ποτήρι ποὺ θὰ πιῶ καὶ νὰ βαπτισθῆτε τὸ βάπτισμα ποὺ θὰ βαπτισθῶ; (ποτήρι ὠνόμασε τὴν πικρία τῶν θλίψεων ποὺ σὲ λίγο θὰ δοκιμάσῃ καὶ βάπτισμα τὴ θυσία, τὸ αἷμα στὸ ὁποῖο θὰ λουσθῇ). Οἱ δύο μαθηταί, χωρὶς νὰ καταλάβουν τὰ λόγια αὐτὰ καὶ πάνω στὸν πόθο τους νὰ πετύχουν αὐτὸ ποὺ ζητοῦν, ἀπαντοῦν ἀφελῶς· –Μποροῦμε. –Τὸ μὲν ποτήρι ποὺ πίνω θὰ τὸ πιῆτε καὶ τὸ βάπτισμά μου θὰ τὸ περάσετε, ἀλλὰ τὸ νὰ καθήσετε δίπλα μου δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐμένα· αὐτὸ ἀνήκει σ᾽ ἐκείνους γιὰ τοὺς ὁποίους τό ᾽χει ἑτοιμάσει ὁ Πατέρας μου.
Οἱ ἄλλοι δέκα μαθηταὶ ἀκούγοντας αὐτὸ τὸν διάλογο ἀγανακτοῦν. Ἡ κενοδοξία τοὺς κεντᾷ, ἡ ἀγάπη τους κλονίζεται, τὰ κατώτερα αἰσθήματα τῆς ζηλοτυπίας καὶ τοῦ φθόνου ἀνάβουν. Ὁ Κύριος, βλέποντας ὅτι ἡ φιλοδοξία ἔχει προσβάλει καὶ τοὺς δώδεκα, τοὺς καλεῖ ὅλους, γιὰ νὰ τοὺς δώσῃ τὸ φάρμακο ποὺ χρειάζονται. Ξέρετε, τοὺς λέει, στὰ κοσμικὰ βασίλεια πῶς οἱ ἄρχοντες ἀνεβαίνουν στοὺς θρόνους καὶ κρατοῦν τὴν ἐξουσία· μὲ τὴ βία, τὴν κατάπνιξι τῆς ἐλευθερίας καὶ θεωρώντας τοὺς ἀνθρώπους σὰν κοπάδι ζῴων. Στὸ δικό μου ὅμως βασίλειο, ποὺ ἱδρύεται σὲ λίγο μὲ τὴ σταυρικὴ θυσία μου, δὲν ἰσχύουν αὐτά. Ἐκεῖ τυραννία, ἐδῶ ἐλευθερία· ἐκεῖ ἐγωισμός, ἐδῶ ἀγάπη· ἐκεῖ ἰδιοτέλεια, ἐδῶ αὐταπάρνησις· ἐκεῖ ὁ θάνατός σου ζωή μου, ἐδῶ θυσία καὶ προσφορὰ ὑπὲρ τοῦ ἄλλου. Ἐδῶ ὅποιος θέλει νά ᾽νε πρῶτος θὰ γίνῃ δοῦλος σας, ὅποιος θέλει νὰ γίνῃ μεγάλος θά ᾽νε ὑπηρέτης σας. Γι᾽ αὐτὸ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἦρθε ὄχι γιὰ νὰ τὸν ὑπηρετήσουν ἀλλὰ γιὰ νὰ ὑπηρετήσῃ καὶ νὰ δώσῃ τὴ ζωή του νὰ λυτρωθοῦν ὅλοι.
Τί θέλει ὁ Χριστός, καὶ τί σκέπτονταν οἱ μαθηταί! Ἄβυσσος τοὺς χωρίζει. Θὰ ἔρθῃ ὅμως ἡ ὥρα ποὺ θὰ φωτιστοῦν ἀπὸ τὸ πανάγιο Πνεῦμα καὶ τότε θ᾽ ἀποκτήσουν «νοῦν Χριστοῦ» (Α΄ Κορ. 2,16). Ὅταν ἀργότερα, ἐκεῖ ποὺ θὰ κηρύττουν, θὰ θυμοῦνται τὸ ἐπεισόδιο αὐτό, θὰ ντρέπωνται ποὺ ζητοῦσαν θρόνους.
Ναί, δίνει θρόνους ὁ Χριστός, ἀλλὰ τί θρόνους! Ὁ ἴδιος ἐδῶ στὴ γῆ τὴ Μεγάλη Παρασκευὴ κάθισε σὲ θρόνο ὑψηλὸ καὶ ὁρατὸ ἀπὸ ὅλους· ὁ θρόνος του ἦταν ὁ σταυρός, καὶ τότε δεξιὰ καὶ ἀριστερά του εἶχε τοὺς δύο λῃστάς. Στὸν οὐρανὸ ὅμως κάθεται στὸ θρόνο τῆς Θεότητος, τὸν ἀπρόσιτο καὶ ἄβατο. Ἐκεῖ δεξιὰ καὶ ἀριστερά του θὰ μποροῦν νὰ σταθοῦν μόνο ἅγιοι, ποὺ γιὰ τοὺς κόπους καὶ τὰ μαρτύριά των θὰ λάμπουν ὡς ἀστέρες πρώτου μεγέθους. Ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει εὐνοιοκρατία καὶ προσωποληψία· ἐπικρατεῖ ἀπόλυτη δικαιοσύνη, οἱ διακεκριμένες θέσεις ἀνήκουν στοὺς ἐκλεκτούς· ἐκεῖ ὁ θρόνος, κατὰ τοὺς ἁγίου πατέρας, εἶνε ἔπαθλο τῶν κόπων, ὄχι δῶρο (ἁπλῆς) ἐπιθυμίας· εἶνε βραβεῖο δικαιοσύνης, ὄχι χάρισμα (ἀνέξοδης) αἰτήσεως (πρβλ. Θεοφυλ. Βουλγ.· P.G. 123,605D-608A).
Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, πρὸς κατανόησιν τοῦ ὅτι ὁ θρόνος εἶνε ἔπαθλο πόνων, φέρει τὸ ἑξῆς παράδειγμα. Ὑποθέστε ὅτι κάπου πρόκειται νὰ γίνουν ἀθλητικοὶ ἀγῶνες, τὰ βραβεῖα εἶνε γνωστὰ καὶ ὁ ἀγωνοθέτης ἔχει ὁριστῆ. Μποροῦν δύο ἀθληταὶ φίλοι καὶ συγγενεῖς τοῦ ἀγωνοθέτου, προτοῦ ν᾽ ἀνοίξῃ τὸ στάδιο, νὰ τοῦ ποῦν, Σὲ παρακαλοῦμε νὰ δώσῃς σ᾽ ἐμᾶς τὰ πρῶτα βραβεῖα; Ὄχι βεβαίως. Ὁ ἀγωνοθέτης θὰ τοὺς πῇ· Δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ μένα τὸ ποιός θὰ πάρῃ τὰ βραβεῖα· αὐτὰ θὰ δοθοῦν στοὺς ἀθλητὰς ποὺ θὰ πρωτεύσουν. Θέλετε βραβεῖα; Νά τὸ στάδιο, ἀγωνισθῆτε, νικῆστε, καὶ τότε ἐπαξίως θὰ πάρετε τὰ βραβεῖα. Ἐὰν ἔτσι θὰ μιλοῦσε ἕνας ἀγωνοθέτης κοινῶν ἀνθρωπίνων ἀγώνων, ὁ Χριστὸς θὰ δώσῃ τὰ ἔπαθλα χαριστικὰ σὲ ὁποιουσδήποτε; Ἀδύνατον. Δὲν ἀκοῦς τί λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος· «Τὸν ἀγῶνα τὸν καλὸν ἠγώνισμαι, τὸν δρόμον τετέλεκα, τὴν πίστιν τετήρηκα· λοιπὸν ἀπόκειταί μοι ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος, ὃν ἀποδώσει μοι ὁ Κύριος ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ, ὁ δίκαιος κριτής, οὐ μόνον δὲ ἐμοί, ἀλλὰ καὶ πᾶσι τοῖς ἠγαπηκόσι τὴν ἐπιφάνειαν αὐτοῦ» (Β΄ Τιμ. 4,7-8). Κ᾽ ἐπειδὴ εἶνε γεγονὸς ὅτι ὁ Παῦλος, μολονότι ἐκλήθη τελευταῖος στὸ ἀποστολικὸ ἔργο, κοπίασε περισσότερο ἀπ᾽ ὅλους τοὺς ἄλλους ἀποστόλους, γι᾽ αὐτὸ ἡ πρώτη θέσις ἀποστόλου στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν θὰ δοθῇ σ᾽ αὐτόν. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος εἶνε βέβαιος· «Ὅτι οὐδεὶς Παύλου πρῶτος στήσεται παντὶ δῆλόν ἐστιν» (P.G. 58,621).
Ὁ Χριστὸς ὡς Θεὸς ἐγνώριζε σὲ ποιούς στὸν οὐρανὸ θὰ δοθοῦν οἱ πρῶτες θέσεις, ἀλλὰ γιὰ νὰ μὴ δοθῇ ἀφορμὴ ν᾽ ἀνάψῃ τὸ καταραμένο πῦρ τῶν πρωτείων, καλύπτει μὲ ἀσάφεια τὴν ἀπάντησί του.
Καὶ δυστυχῶς τὸ καταραμένο αὐτὸ πῦρ καὶ ἡ φιλονεικία περὶ πρωτείων ἄναψε στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ἀνοῖξτε τὴν Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία καὶ θὰ φρίξετε. Καὶ στὴν Ὀρθοδοξία βλέπουμε τί σκληρὴ πάλη διεξάγεται γύρω ἀπὸ ἐπισκοπικοὺς θρόνους καὶ πόσα ἄνομα μέσα χρησιμοποιοῦνται γιὰ τὴν κατάκτησί τους. Ἀλλ᾽ ἐκεῖ ποὺ βλέπει κανεὶς ὅλη τὴ φρικαλεότητα ποὺ προξενεῖ ἡ μανία γιὰ πρωτεῖα εἶνε τὸ Βατικανό· ἐκεῖ ἕνας ἄνθρωπος, ὁ πάπας, θέλησε ν᾽ ἀναγνωρισθῇ –καὶ στὴ Δύσι ἀνακηρύχθηκε– ἀνώτερος ἀπὸ ὅλους τοὺς ἐπισκόπους, πατριάρχες καὶ Συνόδους, κριτὴς τῆς οἰκουμένης! [ἐπὶ τὰ ἴχνη του δὲ βαδίζει δυστυχῶς τώρα ἐκεῖνος ποὺ φιλοδοξεῖ νὰ ἀναγνωρισθῇ ὡς «πάπας στὴν Ἀνατολή».] Τὸ πρωτεῖο τοῦ πάπα, τὸ ὁποῖο δὲν στηρίζεται οὔτε στὴ Γραφὴ οὔτε στὴ γνήσια Παράδοσι οὔτε στὴν ἱστορία οὔτε στὴ νομοθεσία τῆς Ἐκκλησιας, ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ μεγάλα ἐμπόδια γιὰ τὴν ἐπιδιωκόμενη ἕνωσι, ἀφοῦ καὶ ἡ ἐν Βατικανῷ σύνοδος (τὸ 1965), ἀντὶ νὰ τὸ καταδικάσῃ, μᾶλλον τὸ ἐκσυγχρόνισε καὶ τὸ διατήρησε ὡς δόγμα.
Δυστυχῶς, ἐνῷ στὰ χρόνια τῶν διωγμῶν ἡ ἀρχιερωσύνη ἦταν διακονία ψυχῶν, ὑπέρτατη θυσία καὶ καθημερινὸς σταυρός, στοὺς μετέπειτα αἰῶνες εἰσώρμησε στὴν Ἐκκλησία τὸ κοσμικὸ φρόνημα· καὶ ἡ ἐξουσία τῶν ἐπισκόπων ἀπὸ πνευματικὴ ἔγινε κοσμικὴ μὲ ὅλα τὰ γνωρίσματα τῶν ἀρχόντων τῶν ἐθνῶν ποὺ τόσο ἤλεγξε καὶ καταδίκασε ὁ Χριστός. Βλέποντας κανεὶς τὴ σημερινὴ κατάστασι, τὶς ἔριδες καὶ μάχες τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ναζωραίου γύρω ἀπὸ τοὺς ἐπισκοπικοὺς θρόνους, ἀναστενάζει καὶ κράζει· Ποῦ εἶνε, Κύριε, οἱ ἔνδοξες ἐκεῖνες ἡμέρες τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας σου, τότε ποὺ οἱ κληρικοὶ ἀπὸ βαθειὰ συναίσθησι τῶν εὐθυνῶν ἀπέφευγαν τὰ ὑψηλὰ ἀξιώματα, ἔφευγαν στὶς ἐρήμους κι ὅταν τοὺς ἀνακάλυπταν τοὺς ὡδηγοῦσαν διὰ τῆς βίας καὶ μὲ κλάματα ἐμπρὸς στὸ θυσιαστήριο γιὰ χειροτονία, κι ὅταν διὰ βοῆς κλήρου καὶ λαοῦ γίνονταν ἐπίσκοποι καὶ μητροπολῖται ζοῦσαν μὲ τὴ συναίσθησι ὅτι εἶνε οἱ πρῶτοι ὑπηρέτες καὶ διάκονοι τοῦ λαοῦ τους; Αἰτία ποὺ σήμερα δὲν ἔχουμε οὔτε θεόκλητους οὔτε δημόκλητους ἐπισκόπους εἶνε ἡ λήθη τῶν νόμων τῆς Ἐκκλησίας, τῶν λόγων τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ· ἔλειψε πιὰ ἡ ταπεινοφροσύνη καὶ βασιλεύει τὸ δαιμόνιο τῆς ὑπερηφανείας καὶ κενοδοξίας.
Ἀγαπητοί μου, ὁ οὐρανὸς ἔχει μία πύλη, ἀπὸ τὴν ὁποία περνοῦν ὑποχρεωτικὰ ὅλα τὰ γνήσια παιδιὰ τοῦ Ἰησοῦ. Καὶ αὐτὴ εἶνε ἡ πύλη τῆς ταπεινώσεως, ὅπως τὴν δίδαξε καὶ τὴν ἔζησε στὴν ἐπίγεια ζωή του ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς.