Τέτοιοι ιερείς δόξαζαν και θα δοξάζουν την Εκκλησία
Του θεραπευτή Αγίου Παντελεήμονα σήμερα και θέλω να σας πω για έναν Άγιο Άνθρωπο (κάθε χρόνο τέτοια μέρα) έτσι σαν κεράκι στη θύμηση του.
Μέρος της " κουβέντας"που έκανε ο Νίκος ο Στρατάκης το 1967 στη μόνη Τοπλου με τον πατέρα Χρύσανθο (κατα κόσμο Ματθαίο Κατσουλογιαννακη) και έναν πρώην χανσενικο ασθενή(δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Κρητικές εικόνες" το 1984).
"Ήμουνα λεπρός.Έζησα στη Σπιναλόγκα πολλά χρόνια.Η κατάστασή μας ήταν φρικτή.Η αρρώστια παραμόρφωνε τα πρόσωπά μας, έτρωγε τα άκρα μας.
Πολλοί λεπροί ήταν χωρίς φρύδια, χωρίς μάτια, χωρίς μύτη, χωρίς χείλη, χωρίς δάκτυλα χεριών και ποδιών.
Πολλών το σώμα σκεπαζόταν από μια φρικτή κρούστα.
Οι πληγές ξερνούσαν πολλές φορές ακαθαρσίες και έτσι κολλούσε το σώμα με τα ρούχα.Και είχαν οι πληγές μια τρομερή βρώμα από πύο!
Η ιατρική περίθαλψη ήταν ασήμαντη. Υπήρχε στο νησί ένας γιατρός και ήμαστε οι άρρωστοι περίπου εξακόσιοι!
Και δεν έφταναν αυτά.Ζούσαμε οι περισσότεροι σε σπίτια μικρά, υγρά και ανήλια.
Ο φόβος της μόλυνσης έκανε όλους τους υγιείς ανθρώπους να μην τολμούν να μας πλησιάσουν.Ήταν τούτο κάτι ανώτερο από τις δυνάμεις τους.Δεν μπορούσε η ψυχή να νικήσει τη σάρκα.
Ο γιατρός, οι νοσοκόμες, οι άλλοι δημόσιοι υπάλληλοι και οι γυναίκες, που έπλυναν τα ρούχα μας, άφηναν το νησί της φρίκης λίγο πριν τη δύση του ηλίου και πήγαιναν με βενζινάκατο στην Πλάκα, που ήταν δυτικά και απέναντι της Σπιναλόγκας.
Φεύγοντας έκλειναν την πελώρια πύλη του βενετσιάνικου τείχους, που χώριζε την αποβάθρα από το χωριό μας.
Και μέναμε οι λεπροί ολομόναχοι.Συντροφιά με τη μοίρα μας!
Η απομάκρυνσή τους βέβαια από το νησί ήταν δικαιολογημένη.
Έπρεπε να ζήσουν μερικές ώρες μακριά από το «νησί των ζωντανών νεκρών», όπως αποκαλούσαν τη Σπιναλόγκα τότε δημοσιογράφοι των αθηναϊκών εφημερίδων.

