




Σὲ ὅλο αὐτὸ τὸ μυστήριο τῆς ἐνσάρκου Οἰκονομίας τοῦ Κυρίου, τὸ ὁποῖο ζήσαμε σήμερα καὶ ἀπολαύσαμε πράγματι, ἀλλὰ καὶ τὴν αἰσία παρέλευση τῆς ἁγίας νηστείας καὶ τὴ χαρμόσυνη ἄφιξη στὴν πανήγυρη αὐτή, τὴν ὁποία ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ὀνομάζει Μητρόπολη τῶν ἑορτῶν, θαυμάζουμε τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ Πατρὸς πρὸς τὸ πλάσμα Του, τὸν ἄνθρωπο. Καὶ ὄχι ἁπλῶς θαυμάζουμε. Ἐξιστάμεθα, ὅταν βλέπουμε πὼς ὁ πανάγαθος Θεός, πλούσιος ὤν ἐν τῇ θεότητί Του, ἐνεδύθη τὴν πτωχεία καὶ ἀσθένεια τῆς ἀνθρωπίνης σαρκός, γιὰ νὰ μᾶς δώσει τὴν Χάρη Του καὶ τὴν ἕνωση μαζί Του.
Αλλά ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο μᾶς κάνει ἰδιαίτερη ἐντύπωση εἶναι, ὅτι ὁ Κύριος ἐμφανίζει τὸν ἑαυτό Του στὶς ταπεινὲς ψυχές. Οἱ Ποιμένες ποὺ τὸν εἶδαν ἦσαν ταπεινοί, ἁπλοὶ στὴν καρδιά. Ὁ Ἰωσήφ, ὁ μνήστωρ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, καὶ αὐτὸς ἦταν μία ταπεινὴ ψυχή. Ἡ ἴδια ἡ Θεοτόκος ἦταν γεμάτη ἀπὸ ταπείνωση. Ἀλλὰ καὶ οἱ ἐξ ἀνατολῶν Μάγοι, καίτοι ἦσαν σοφοὶ ἄνθρωποι, εἶχαν καὶ αὐτοὶ ἁπλὲς καὶ ταπεινὲς ψυχές. Ἀντιθέτως οἱ ἄνθρωποι ποὺ εἶχαν ἐμπιστοσύνη στὸν ἑαυτό τους, στὴ λογική τους, στὶς δυνάμεις τους, στὴ σοφία τους, στὴν κοσμικὴ ἐξουσία τους, ὁ Ἡρώδης, οἱ ἄρχοντες τοῦ Ἰσραήλ, ἡ καθεστηκυία τάξη τῶν Ἱεροσολύμων, αὐτοὶ δὲν μπόρεσαν νὰ δοῦν τὸν Ἰησοῦ καὶ νὰ τὸν συναντήσουν, ἂν καὶ κατέβαλαν ἀπεγνωσμένες προσπάθειες, γιατί ἤθελαν νὰ τὸν ἐξοντώσουν.




Κυριακὴ πρὸ τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως (Ἑβρ. ια΄ 9-10, 32-40)
Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,
Ἡ Ἐκκλησία μας, μὲ τὴ μεγάλη γιορτὴ ποὺ πλησιάζει, μᾶς φέρνει πάλι κοντὰ στὰ μεγάλα κατορθώματα τῆς πίστεως τῶν ἀρχαίων Ἁγίων, τῶν Πατριαρχῶν, τῶν Προφητῶν καὶ τῶν Δικαίων, ἐκείνων ποὺ ἔλαβαν ὑποσχέσεις ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ δὲν τὶς εἶδαν νὰ ἐκπληρώνωνται. Μία ἦταν ἡ μεγάλη ὑπόσχεση, ποὺ ἀπὸ γενεὰ σὲ γενεὰ τὴν ἀνανέωνε ὁ Θεός, ὁ ἐρχομὸς τοῦ Λυτρωτῆ. Αὐτὸς ὁ ἐρχομός, ποὺ οἱ ἀρχαῖοι τὸν προσδοκοῦσαν καὶ τὸν περίμεναν μὲ πίστη, ἔφτασε νὰ γίνη μόνο στὰ χρόνια τὰ δικά μας. Ἂς ἀκούσουμε ὅμως τώρα στὴ δική μας ἁπλὴ γλώσσα τὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα.
Ἀδελφοί, γιὰ νὰ ’χη πίστη ὁ Ἀβραὰμ ἔμεινε προσωρινὰ στὴ γῆ ποὺ τοῦ εἶχε ὑποσχεθῆ ὁ Θεός, σὰν καὶ νὰ ἦταν ξένος καὶ κατοίκησε μέσα σὲ σκηνὲς μὲ τὸν Ἰσαὰκ καὶ τὸν Ἰακώβ, ποὺ κι ἐκεῖνοι ἦσαν μαζὶ μ\’ αὐτὸν κληρονόμοι τῆς ἴδιας ὑποσχέσεως τοῦ Θεοῦ. Γιατί περίμενε κι εἶχε τὴν ἐλπίδα του στὴν πόλη μὲ τὰ γερὰ θεμέλια, ἐκείνη τὴν πόλη ποὺ τὴν τεχνούργησε καὶ τὴν ἔφτιαξε ὁ Θεός. Καὶ τί νὰ λέγω περισσότερα; Γιατί δὲν θὰ μὲ φτάση ὁ χρόνος νὰ διηγοῦμαι γιὰ τὸ Γεδεών, γιὰ τὸ Βαρὰκ καὶ τὸ Σαμψὼν καὶ τὸν Ἰεφθάε, γιὰ τὸ Δαβὶδ καὶ τὸ Σαμουὴλ καὶ γιὰ τοὺς προφῆτες. Ὅλοι τους αὐτοί, γιὰ νὰ ’χουν πίστη, ἔβαλαν κάτω βασίλεια, ἐργάσθηκαν τὴν ἀρετή, πέτυχαν νὰ λάβουν ἐπαγγελίες ἀπὸ τὸ Θεό, ἔκλεισαν τὰ στόματα τῶν λιονταριῶν, ἔσβησαν τὴ δύναμη τῆς φωτιᾶς, γλύτωσαν ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ μαχαιριοῦ, γιατρεύτηκαν ἀπὸ τὴν ἀρρώστια, ἔγιναν δυνατοὶ στὸν πόλεμο, νίκησαν καὶ κυνήγησαν ἐχθρικὰ στρατεύματα, γυναῖκες εἶδαν ἀναστημένα τὰ πεθαμένα παιδιά τους, ἄλλοι ἐδάρθηκαν καὶ δὲν ἔστερξαν ν’ ἀρνηθοῦν τὴν πίστη τους καὶ νὰ γλυτώσουν, μὲ σκοπὸ νὰ δοῦνε μία καλύτερη λύτρωση· κι ἄλλοι ἐμπαίχθηκαν καὶ μαστιγώθηκαν κι ἀκόμη δέθηκαν καὶ φυλακίσθηκαν, λιθοβολήθηκαν, πριονίσθηκαν, δοκίμασαν πειρασμούς, τοὺς ἔφαγε τὸ μαχαίρι, περιπλανήθηκαν ντυμένοι προβιὲς καὶ γιδοτόμαρα, μέσα σὲ στέρηση καὶ θλίψη καὶ κακουχία (δὲν ἦταν ἄξιος ὁ κόσμος γιὰ τέτοιους ἀνθρώπους), γυρίζοντας στὶς ἐρημιὲς καὶ στὰ βουνά, στὶς σπηλιὲς καὶ στὶς τρύπες τῆς γῆς. Κι ὅλοι ἐτοῦτοι, ἂν καὶ μὲ τὴν τέτοια πίστη τους φάνηκαν τί ἤσανε, ὅμως δὲν εἴδανε νὰ ἐκπληρώνεται γι’ αὐτοὺς ἡ θεία ὑπόσχεση, γιατί ὁ Θεὸς πρόβλεψε κάτι καλύτερο γιά μᾶς, νὰ μὴ λάβουνε δηλαδὴ ἐκεῖνοι χωρὶς ἐμᾶς τὸν τέλειο μισθό τους.

Κυριακή προ της Χριστού Γεννήσεως - Ερμηνεία της Ευαγγελικής περικοπής από τον Ιερό Χρυσόστομο

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ [:Ματθ. 1,1-25]
Aς εγερθούμε και ας μην κοιμόμαστε πλέον, διότι βλέπω τις πύλες να ανοίγονται για χάρη μας. Όμως ας εισέλθουμε με μεγάλη τάξη και φόβο, αμέσως μόλις πατήσουμε τα πρόθυρα της πόλεως. Ποια είναι αυτά τα πρόθυρα; «Βίβλος γενέσεως Ἰησοῦ Χριστοῦ, υἱοῦ Δαυΐδ, υἱοῦ Ἀβραάμ (:κατάλογος γενεαλογικός του Ιησού Χριστού, του υιού του Δαυίδ, του υιού του Αβραάμ)» [Ματθ. 1,1].
Τι λέγεις, λοιπόν, Ματθαίε; Μας υποσχέθηκες ότι θα μας ομιλήσεις για τον μονογενή Υιό του Θεού και εσύ μας μνημονεύεις τον Δαβίδ, έναν άνθρωπο που γεννήθηκε ύστερα από αναρίθμητες γενεές και υποστηρίζεις ότι αυτός είναι και πατέρας και πρόγονος του Ιησού; Περίμενε, αγαπητέ αδελφέ, και μη ζητείς να τα μάθεις όλα μεμιάς αλλά σιγά και κατ’ ολίγον. Στα πρόθυρα στέκεσαι ακόμη, στα προπύλαια. Γιατί λοιπόν βιάζεσαι να εισέλθεις στα άδυτα; Ακόμη δεν παρατήρησες καλά όλα τα εξωτερικά πράγματα. Διότι δεν σου διηγούμαι ακόμη εκείνη την προαιώνια γέννηση —αλλά ούτε και αυτήν που επακολούθησε— διότι είναι ανέκφραστη και απόρρητη. Άλλωστε πριν από εμένα, σου το είπε αυτό και ο Ησαΐας, ο οποίος προφητεύοντας το Πάθος και το μεγάλο ενδιαφέρον Του για ολόκληρη την ανθρωπότητα, γεμάτος κατάπληξη για το ποιος ήταν ο Ιησούς, τι έγινε και πού κατέβηκε, αναφώνησε με δυνατή και ισχυρή φωνή, λέγοντας τα εξής: «τήν γενεάν αὐτοῦ τίς διηγήσεται;(:ποιος δύναται να εκθέσει με λεπτομέρειες την καταγωγή Του;)» [Ησ.53,8].
Ώστε τώρα δεν κάνω λόγο για εκείνη την ουράνια γέννηση, αλλά για την κάτω, αυτήν που συνέβη στη γη και συνοδεύτηκε από πολλούς μάρτυρες. Μα και τα αναφερόμενα σε αυτήν γεγονότα έτσι θα σας τα διηγηθώ, όπως δηλαδή, είναι δυνατό να ομιλήσω περί αυτών με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Πραγματικά ούτε την επίγεια Γέννηση του Ιησού είναι δυνατόν να παρουσιάσει κανείς με σαφήνεια, εφόσον και αυτή προκαλεί μεγάλη φρίκη. Λοιπόν,να μη νομίσεις ότι ακούς ασήμαντα πράγματα, όταν ακούς να γίνεται λόγος για τη Γέννηση αυτήν. Αντίθετα, να έχεις το μυαλό σου σε ετοιμότητα και να αισθανθείς αμέσως φρίκη, όταν ακούσεις ότι ο Θεός ήλθε στη γη. Διότι το γεγονός αυτό ήταν τόσο απροσδόκητο, ώστε και οι άγγελοι έστησαν χορό γι’ αυτό και έψαλαν το καλό που απέρρευσε απ΄αυτό για την οικουμένη. Επίσης, και οι προφήτες παλαιότερα δοκίμασαν κατάπληξη, διότι ο ίδιος ο Θεός «Ἐπὶ τῆς γῆς ὤφθη, καὶ τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη»(:εμφανίστηκε στη γη και συναναστράφηκε με τους ανθρώπους)» [Βαρούχ,3,8].
Πραγματικά, ήταν πολύ παράδοξο να πληροφορηθείς ότι ο Θεός ο απόρρητος, ο ανέκφραστος, ο απερινόητος και ίσος με τον Πατέρα, διήλθε από τη μήτρα της Παρθένου, καταδέχτηκε να γεννηθεί από γυναίκα και να έχει προγόνους τον Δαβίδ και τον Αβραάμ και το ακόμα φρικτότερο, τις γυναίκες εκείνες ήταν τόσο αμαρτωλές. Άκουσέ τα αυτά και σήκω χωρίς καμία ταπεινή υποψία, αλλά γι’ αυτό ακριβώς να αισθανθείς θαυμασμό, ότι δηλαδή ενώ είναι Υιός του ανάρχου Θεού, και μάλιστα γνήσιος Υιός, εντούτοις ανέχθηκε να ακούσει ότι είναι υιός και του Δαβίδ, για να σου δώσει τη δυνατότητα να γίνεις υιός του Θεού. Ανέχθηκε να γίνει πατέρας Του ένας δούλος (:ο Δαβίδ),για να σου δώσει ως πατέρα τον Κύριο, μολονότι είσαι δούλος.


Άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης
(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
380. Ζης στο σπίτι του Θεού – σ’ αυτόν τον όμορφο κόσμο – και απολαμβάνεις όλες τις δωρεές της θείας αγαθότητος ελεύθερα. Ζης στο σπίτι του Θεου – την Εκκλησία -, σ’ αυτό δηλαδή το σύνολο των σωσμένων, και απολαμβάνεις όλες τις δωρεές της θείας χάριτος, που έχεις ανάγκη για τη σωτηρία σου.
Το ίδιο ελεύθερα λοιπόν να κάνης και συ το καλό στους άλλους, όσο βέβαια μπορείς.
Κάνε το καλό ακόμη και στους αχαρίστους και τους κακούς, ώστε να είσαι γνήσιο παιδί του Υψίστου (Λουκ. στ’ 35).
Άνοιγε το σπίτι σου στους φτωχούς, έχοντας υπ’ όψι ότι και συ ζης ελεύθερα στο σπίτι του Θεού, στον κόσμο του, καθώς και στο πνευματικό σπίτι, στην Εκκλησία, που σε προετοιμάζει για την αιώνιο ζωή.
Δίνε με χαρά και άφηνε τους άλλους να μετέχουν στο τραπέζι σου, ενθυμούμενος ότι και συ μετέχεις ελεύθερα στην τράπεζα του Κυρίου, με τη θεία κοινωνία (16 ’Απριλίου 1862).
«ΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ»

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ [:Εβρ. 11, 9-10 και 32-40]
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 22-12-1991] (Β 256, έκδοσις Β΄)
Όταν ο Θεός παρήγγειλε, σεβασμιώτατε και αγαπητοί μου αδελφοί, εις τους πρωτοπλάστους να μη δοκιμάσουν από τον καρπόν ορισμένου δένδρου, ήθελε να εισαγάγει εις την ζωήν των την πίστιν εις τον Θεόν. «Πίστις» εδώ σημαίνει εξάρτησις. Και η πίστις θα ήτο ἐν ἐλευθερίᾳ. Γιατί αλλιώτικα η εξάρτησις χωρίς ελευθερίαν, παύει να είναι ελευθερία και έτσι εισάγεται ο καταναγκασμός. Έτσι η πίστις εισάγεται από τον Θεό εις τους πρωτοπλάστους, δυστυχώς όμως ηθετήθη.
Ηθετήθη γιατί ακριβώς υπήρχε η ελευθερία. Είπα όμως «δυστυχώς», διότι δεν είναι –και προσέξατέ το αυτό- η επιλογή μεταξύ καλού και κακού η ελευθερία αλλά η δυνατότητα του καλού και του κακού, μένοντας όμως εις το αγαθόν. Αυτή είναι η έννοια της ελευθερίας. Παντού. Όχι μόνο στις σχέσεις μας με τον Θεό, αλλά και στις σχέσεις μας μεταξύ μας και στους πολίτες ανάμεσα μιας πολιτείας, μεταξύ πολιτών και πολιτείας κ.ο.κ. Επειδή δε είναι ακριβώς μεταξύ επιλογής καλού ή κακού, γι΄αυτό έχομε πάσαν κακοδαιμονίαν, που απορρέει από μία κακώς νοουμένη ελευθερίαν.
Τι είναι ελευθερία; Η δυνατότητα να διαλέξεις ανάμεσα στο καλό και στο κακό. Η δυνατότητα. Και όχι να διαλέξεις γιατί θέλεις το κακό. Γιατί αλλιώτικα, γιατί να τιμωρείσαι; Αμέσως εδώ φαίνεται καθαρά ότι δεν είναι η επιλογή, αλλά είναι η δυνατότης. Όταν λοιπόν οι πρωτόπλαστοι ηθέτησαν τον Θεόν, πώς Τον ηθέτησαν; Ηθέτησαν την πίστιν. Δεν εδέχθησαν εκείνο το οποίο ο Θεός τους είπε, τώρα ο Θεός έρχεται πάλι, εν ευδοκία να σώσει τους ανθρώπους και επανεισάγει την πίστιν σαν μέθοδο προσεγγίσεως του Θεού. Βλέπετε, δεν παραιτείται ο Θεός από τας μεθόδους Του. Την μέθοδον την πρώτην, δηλαδή την πίστιν, αυτήν επανεισάγει πάλι, δια να σώσει τους ανθρώπους. Και η πίστις αυτή, δεν θα ήταν απλώς εις τον λόγον του Θεού, όπως τότε, αλλά θα ήτο εις το Θεανθρώπινον πρόσωπο του Χριστού. Δηλαδή κάτι βαθύτερο. Εκεί πάλι το ίδιο πρόσωπο μίλησε. Ο Θεός Λόγος. Αλλά εδώ είναι κάτι βαθύτερο. Εκεί ήταν η πίστις απλώς σε έναν λόγον. Βέβαια λόγος του Θεού. Εδώ είναι σε ένα πρόσωπον Το οποίον πρόσωπον ομιλεί και η πίστις πρέπει να αποταθεί εις αυτό το πρόσωπο και όχι απλώς σε έναν λόγο. Έτσι η πίστις γίνεται η μεγαλυτέρα αρετή και η βασικοτέρα προϋπόθεσις της σωτηρίας.