Ο ΜΕΓΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ, ΟΙ ΣΥΜΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ ΤΗΣ ΣΥΣΚΟΤΙΣΕΩΣ

Παναγιώτη Σημάτη, θεολόγου

      «Φωστῆρες ὑπέλαμπροι, τῆς Ἐκκλησίας Χριστοῦ, τὸν κόσμον ἐφωτίσατε, ταῖς  διδαχαῖς ὑμῶν, Πατέρες θεόσοφοι, τήξαντες τὰς αἱρέσεις, πάντων τῶν κακοδόξων,  σβέσαντες τὰς φλογώδεις, τῶν βλασφήμων συγχύσεις,  διὸ ὡς Ἱεράρχαι Χριστοῦ, πρεσβεύσατε σωθῆναι ἡμᾶς».                                              (Ὄρθρος ἑορτῆς τῶν ἁγίων Ἀθανασίου καὶ Κυρίλλου)


Ὁ Μ. Ἀθανάσιος
     να μικρὸ ἀλλὰ καίριο κείμενο –γιὰ νὰ καθρεπτίσουμε τὴν φοβερὴ ἀλλοίωση τῆς ὀρθοδόξου συνειδήσεως, ἐξ αἰτίας τοῦ συμφυρμοῦ μὲ τοὺς αἱρετικοὺς παπικοὺς καὶ προτεστάντες–  ἀποτελεῖ ἡ Ἐπιστολὴ τοῦ Μ. Ἀθανασίου «Πρὸς τοὺς Ἐπισκόπους Αἰγύπτου καὶ Λιβύης», ἀπὸ τὸ ὁποῖο θὰ παραθέσουμε ἕνα μικρὸ ἀπόσπασμα.
       Μ’ αὐτὸ ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος, «υἱὸς -καὶ αὐτὸς- τοῦ φωτός» (Ἰωάν. 12, 36) μᾶς ὑπενθυμίζει πόσο ἔχουμε ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὴ θεραπευτικὴ ποιμαντικὴ τῶν Πατέρων καὶ παίζουμε μὲ τὰ τῆς Πίστεως καὶ τὰ τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων. Καταδεικνύει τὸ μεγάλο ἀφετηριακὸ λάθος τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων, οἱ ὁποῖοι στηρίχτηκαν καὶ ξεκίνησαν στὴ φιλοσοφία τῆς συζητήσεως ὅσων μᾶς ἑνώνουν καὶ ὄχι ὅσων μᾶς χωρίζουν. Τὸ ἀποτέλεσμα; Νὰ ἔχουμε ἑνωθεῖ πρακτικὰ (μέσα σὲ ἕνα κυκεῶνα ἀλλεπάλληλων συμπροσευχῶν) ὄχι μόνο μὲ ἑτερόδοξους, ἀλλὰ καὶ μὲ μουσουλμάνους καὶ Ἑβραίους, αὐτοὺς ποὺ στὰ «Ἱερὰ» ἢ ἀπόκρυφα  βιβλία τους ὁμιλοῦν μὲ χυδαῖο καὶ αἰσχρὸ τρόπο γιὰ τὸν Θεάνθρωπο Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ τὴν Θεοτόκον μητέρα Του!
     Καὶ τὸ ἐξωφρενικό: ἔχουμε ἑνωθεῖ πρακτικὰ μὲ ὅλους αὐτοὺς (ποὺ ἀποτελοῦν τοὺς «ἐχθροὺς τοῦ Θεοῦ», σύμφωνα μὲ τὴν διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων)  χωρὶς αὐτοὶ νὰ ἀπαρνηθοῦν, οὔτε «ἰῶτα ἓν ἢ μία κεραία» ἀπὸ τὶς αἱρετικὲς διδασκαλίες τους· ἀντίθετα προσθέτουν κι ἄλλες (ἠχηρὸ παράδειγμα οἱ Ἀγγλικανοὶ μὲ τὴν κατάργηση τῶν θείων Ἐντολῶν, ὡς πρὸς τὴν ἁμαρτίες τοῦ παντοειδοῦς σοδομισμοῦ).
   «Ἀπαγορεύονται οἱ συμπροσευχές», ἔλεγαν οἱ παλαιότεροι (ἀλλὰ καὶ οἱ νῦν) ἀρχιτέκτονες τῶν οἰκουμενιστικῶν Διαλόγων. Καὶ εἶναι γνωστὸ τοῖς πᾶσι, ὅτι αὐτὴ ἡ ἀπαγόρευση τῶν συμπροσευχῶν, δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς τὸν ὁρισμὸ τῆς ὑποκρισίας, ἀλλὰ ἀποτελεῖ καὶ μιὰ θεομπαιξία, καθόσον ὅλα αὐτὰ δὲν ἐτηρήθησαν, ἀλλὰ ἐλέγοντο γιὰ τὴν παραπλάνηση ποιμένων καὶ πιστῶν.
     Ἔτσι, οἱ Ὀρθόδοξοι, συνεχῶς ὑποχωροῦμε στὶς καλοσχεδιασμένες ἀπαιτήσεις τῶν Παπικῶν καὶ ἀλλοιώνεται ραγδαίως ἡ πίστη μας. Ἀντὶ νὰ ἐπιζητοῦμε τὴν θεραπεία καὶ τῶν ἑτερόδοξων –μαζὶ μὲ τὴ δική μας– ἀφήνουμε νὰ μᾶς “θεραπεύουν” αὐτοὶ μὲ φάρμακο τὴν αἵρεσή τους, ποὺ ἀποτελεῖ σκότος καὶ ἐμπνέεται ἀπὸ τὸν πατέρα τοῦ σκότους.
      Καὶ συζητώντας κανείς μὲ ὀρθόδοξους ἀδελφούς του, συνειδητοποιεῖ μὲ ἔκπληξη καὶ ὀδύνη, πόσο ἔχει συσκοτίσει τὶς ὀρθόδοξες συνειδήσεις ὅλος αὐτὸς ὁ συμφυρμὸς τῶν ποιμένων μὲ τοὺς αἱρετικούς. Τόσο, ὥστε τὸ στοιχεῖο τῆς ὁμολογίας, ποὺ ἦταν κυρίαρχο σὲ κάθε περίοδο αἱρέσεων, σήμερα ὄχι μόνο νὰ ἀπουσιάζει, ἀλλὰ –αὐτὴ ἡ ἀπουσία του– νὰ θεωρεῖται φυσιολογικὴ ἀπὸ τοὺς πιστούς! Βλέπουν νὰ συνεχίζονται οἱ ἐπιβλαβεῖς διάλογοι (μὲ τὸν τρόπον ποὺ πραγματοποιοῦνται) καὶ οἱ συμπροσευχὲς μὲ αἱρετικούς, καὶ δὲν ἀντιδροῦν. Τοὺς ἐνδιαφέρει μόνο ἡ σωτηρία τῆς ψυχῆς τους. Δὲν τοὺς εἶπε, λοιπόν, κανείς, ὅτι ἡ σωτηρία γιά να ἐπιτευχθεῖ  ἀπαιτεῖ καὶ τὴν ἔμπρακτη ὁμολογία τῆς Πίστεως ποὺ κοστίζει, κι ὄχι τὴν ἀνώδυνη ἀπαγγελία τοῦ «Πιστεύω» μέσα στὶς ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας;
      Ἂς προβληματιστοῦμε, λοιπόν, ἀπ’ ὅσα δια-φωτιστικὰ καὶ ἐκφραστικὰ τῆς ὀρθόδοξης Πατερικῆς ποιμαντικῆς θεολογίας, γράφει ὁ Μ. Ἀθανάσιος “Πρὸς τοὺς ἐπισκόπους Αἰγύπτου καὶ Λιβύης” κι ἂς ἀναρωτηθοῦν οἱ σύγχρονοι ποιμένες: ποιά ἀπὸ τὰ στοιχεῖα τῆς ποιμαντικῆς τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου ἐφαρμόζουν; Ἂς ἀναρωτηθοῦν ἰδίως ἐκεῖνοι οἱ ποιμένες, ποὺ καταφέρονται κατὰ τῆς μεταπατερικῆς θεολογίας: μήπως τὴν ἐφαρμόζουν κι αὐτοὶ κατὰ τὸν «μεταπατερικὸ» τρόπο, ἐπικαλούμενοι τὸ σλόγκαν τῶν μεταπατερικῶν θεολόγων, πὼς «σήμερα ἔχουν ἀλλάξει οἱ καιροί, καὶ ἄρα ἀπαιτεῖται ἄλλη ποιμαντική ἀντιμετώπισης τῶν αἱρετικῶν»;

Κείμενο:

    «Εἰ δὲ διὰ τὴν Ἀρειανήν (σ.σ. σήμερα Παπικήν) αἵρεσιν ἀπολογούμενοι γράφειν ἐπιχειροῦσιν, ἔδει τῶν φύντων κακῶν τὰ σπέρματα προανελεῖν, καὶ τοὺς τὰ σπέρματα παρασχόντας στηλιτεῦσαι, καὶ οὕτως τὰ ἀντ' ἐκείνων γράφειν ὀρθῶς, ἢ ἐκδικεῖν φανερῶς τὰ Ἀρείου, ἵνα μὴ κεκρυμμένως, ἀλλὰ φανερῶς χριστομάχοι δεικνύωνται, καὶ πάντες αὐτοὺς φεύγωσιν ὡς ἀπὸ προσώπου ὄφεως.
     Νῦν δὲ κἀκεῖνα κρύπτουσι, καὶ περὶ ἄλλων προσποιούμενοι γράφουσι· καὶ ὥσπερ ἰατρὸς κληθεὶς πρὸς πληγέντα καὶ κάμνοντα, καὶ εἰσελθὼν περὶ μὲν τῶν τραυμάτων μηδὲν λέγοι, περὶ δὲ τῶν ὑγιαι-νόντων μελῶν διαλέγοιτο, πολλῆς ἂν ἐμβροντησίας καταγνωσθείη, ὅτι ὧν μὲν χάριν εἰσῆλθε, σιωπᾷ, τῶν δὲ ἄλλων, ὧν οὐκ ἔστι χρεία αὐτοῦ, διαλέγεται· τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ οὗτοι τὰ μὲν τῆς αἱρέσεως αὐτῶν ἀφιᾶσιν, ἕτερα δὲ γράφειν ἐπιχειροῦσιν.
     Ἔδει δέ, εἴπερ περὶ πίστεως ἐφρόντιζον, καὶ τὸν Χριστὸν ἠγάπων, πρῶτον τὰ κατ' αὐτοῦ βλάσφημα ῥήματα προανελεῖν, καὶ οὕτως ἀντ' ἐκείνων τοὺς ὑγιεινοὺς λέγειν τε καὶ γράφειν λόγους. Ἀλλ' οὔτε αὐτοὶ τοῦτο ποιοῦσιν, οὔτε τοὺς θέλοντας ποιεῖν ἐπιτρέπουσιν, ἢ ἀγνοοῦντες, ἢ τέχνῃ πανουργίας χρώμενοι.
     Εἰ μὲν οὖν ἀγνοοῦντες τοῦτο πάσχουσι, προπετείας ἂν ἐγκαλοῖντο ὅτι περὶ ὧν οὐκ ἴσασι, δαβεβαιοῦνται• εἰ δὲ γινώσκοντες ἃ προσποιοῦνται, μείζων κατ' αὐτῶν ἡ κατάγνωσις, ὅτι περὶ μὲν τῶν ἰδίων βουλευόμενοι, πάρεργον οὐδὲν τίθενται· περὶ δὲ τῆς εἰς τὸν Κύριον ἡμῶν πίστεως γράφοντες, παίζουσι, καὶ πάντα μᾶλλον ἢ ἀληθεύουσι· καὶ κρύπτουσι μέν, περὶ ὧν ἡ αἵρεσις αὐτῶν ἐγκαλεῖται, λέγουσι δὲ τὰς ἀπὸ τῶν Γραφῶν λέξεις.
     Ἔστι δὲ τοῦτο κλοπὴ τῆς ἀληθείας ἄντικρυς, καὶ πάσης ἀδικίας μεστόν· καὶ τοῦτο εὖ οἶδ' ὅτι καὶ ἡ ὑμετέρα θεοσέβεια συνορᾷν ἐκ τούτων καλῶς δυνήσεται. Οὐδεὶς γὰρ ἐγκαλούμενος περὶ μοιχείας ἀπολογεῖται περὶ κλοπῆς, οὐδὲ φόνου τις ἔγκλημα διώκων ἀνέχεται τῶν κατηγορουμένων, εἰ ἀπολογοῖντο λέγοντες, οὐκ ἐπιωρκήσαμεν, ἀλλὰ καὶ τὴν παρακαταθήκην ἐφυλάξαμεν· μᾶλλον γάρ ἐστι τοῦτο παίγνιον ἢ λύσις ἐγκλήματος καὶ ἀληθείας ἀπόδειξις. Τί γὰρ φόνος πρὸς παρακαταθήκην; ὴ τί μοιχεία πρὸς κλοπήν;...
     Ἐπειδὴ δὲ κρύπτουσιν αὐτοὶ καὶ φοβοῦνται λέγειν, ἀναγκαῖον ἡμᾶς ἀποδῦσαι τὸ κάλυμμα τῆς ἀσεβείας, καὶ δειγματίσαι τὴν αἵρεσιν, εἰδότας ἃ τότε οἱ περὶ Ἄρειον ἔλεγον, καὶ πῶς ἐξεβλήθησαν ἀπὸ τῆς Ἐκκλησίας, καὶ καθῃρέθησαν ἀπὸ τοῦ κλήρου· συγγνώμην μέντοι πρότερον αἰτησαμένους, ἐφ' οἷς μέλλομεν προφέρειν ῥυπαροῖς ῥήμασιν· ὅτι μὴ φρονοῦντες, ἀλλὰ ἐλέγχοντες τοὺς αἱρετικοὺς, λέγομεν ταῦτα».
 

Μετάφραση:
 
      Ἐὰν πάλιν προσπαθοῦν νὰ γράψουν διὰ νὰ ἀπολογηθοῦν διὰ τὴν ἀρειανικὴν αἵρεσιν, θὰ ἔπρεπε πρῶτον νὰ ἐξαφανίσουν τὰ σπέρματα τῶν κακῶν, καὶ νὰ στιγματίσουν αὐτοὺς ποὺ ἔσπειραν αὐτὰ τὰ σπέρματα, καὶ ἔτσι νὰ γράψουν σωστὰ τὰ ἀντίθετα πρὸς ἐκεῖνα, ἤ, ἂν δὲν κάνουν αὐτό, νὰ ὑπερασπισθοῦν φανερὰ τὴν διδασκαλίαν τοῦ Ἀρείου, διὰ νὰ ἀποδεικνύωνται ὄχι κρυφά, ἀλλὰ φανερὰ ὅτι εἶναι χριστομάχοι, καὶ ἔτσι νὰ ἀποφεύγουν αὐτοὺς ὅλοι, ὡσὰν νὰ πρόκειται περὶ ὄφεων. Τώρα ὅμως καὶ ἀποκρύπτουν ἐκεῖνα, καὶ προσποιοῦνται πὼς γράφουν δι' ἄλλα πράγματα. Καί, ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει μὲ τὸν ἰατρόν, ποὺ ἐνῶ καλῆται διὰ κάποιον πληγωμένον καὶ ἀσθενῆ, ὅταν φθάσῃ, δὲν λέγει τίποτε διὰ τὰ τραύματα, ἀλλὰ συζητᾶ περὶ τῶν ὑγειῶν· αὐτὸς θὰ χαρακτηρισθῆ ὡς πολὺ παράφρων, ἐπειδὴ δὲν ὁμιλεῖ διὰ τὸν σκοπὸν ποὺ ἦλθε, ἀλλὰ συζητᾶ δι' ἄλλα ποὺ δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη· κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον καὶ αὐτοί, ἐγκαταλείπουν τὴν αἵρεσιν καὶ προσπαθοῦν νὰ γράψουν δι' ἄλλα πράγματα.
     Ἔπρεπε λοιπὸν ἐὰν ἐνδιεφέροντο διὰ τὴν πίστιν, καὶ ἐὰν ἀγαποῦσαν τὸν Χριστόν, πρῶτον νὰ ἀνασκευάσουν τὰ βλάσφημα κατ' αὐτοῦ λόγια, καὶ μετὰ νὰ γράφουν καὶ νὰ λέγουν ἀντὶ ἐκείνων τὰ σωστά. Ἀλλ' οὔτε αὐτοὶ τὸ κάνουν, οὔτε αὐτοὺς ποὺ θέλουν νὰ τὸ κάνουν ἀφήνουν, εἴτε διότι δὲν γνωρίζουν, εἴτε χρησιμοποιοῦντες τέχνην πονηράν.
Λοιπόν, ἐὰν μὲν παθαίνουν αὐτὸ διότι ἔχουν ἄγνοιαν, θὰ ἔπρεπε νὰ κατηγορηθοῦν ὡσὰν προπέται, διότι δίδουν ἐξηγήσεις διὰ πράγματα ποὺ δὲν ξέρουν. Ἐὰν ὅμως κάνουν αὐτό, ἐνῶ γνωρίζουν αὐτὰ ποὺ προσποιοῦνται, ἡ κατηγορία ἐναντίον των εἶναι βαρυτέρα, διότι ὅταν μὲν σκέπτωνται διὰ τὰ ἰδικά των, ἀσχολοῦνται μὲ ζῆλον, ὅταν δὲ γράφουν περὶ τῆς πίστεως εἰς τὸν Κύριόν μας τότε παίζουν, καὶ κάθε ἄλλο παρὰ λέγουν τὴν ἀλήθειαν. Καὶ τότε ἀποκρύπτουν μὲν αὐτὰ διὰ τὰ ὁποῖα κατηγορεῖται ἡ αἵρεσίς των, προφέρουν δὲ τὰ λόγια τῶν Γραφῶν.
     Αὐτὸ ὅμως εἶναι κλοπὴ ἀντίθετος ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν καὶ μεγίστη ἀδικία, καὶ αὐτό, γνωρίζω καλά, ὅτι ἡ θεοσέβειά σας θὰ ἠμπορέση νὰ τὸ ἀντιληφθῇ καλὰ ἐκ τούτων. Διότι κανεὶς κατηγορούμενος διὰ μοιχεία δὲν ἀπολογεῖται περὶ κλοπῆς, οὔτε κανεὶς δικαστὴς ἐγκλήματος φόνου ἠμπορεῖ νὰ ἀκούῃ τοὺς κατηγορουμένους, ἐὰν εἰς τὴν ἀπολογίαν των λέγουν, ὅτι δὲν παρέβημεν τὸν ὅρκον μας, ἀλλ' ἐτηρήσαμεν τὴν ὑπόσχεσίν μας. Διότι αὐτὸ εἶναι περισσότερον παιχνίδι καὶ ὄχι ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὴν κατηγορίαν ἢ ἀπόδειξις τῆς ἀληθείας. Ποίαν σχέσιν δηλαδὴ ἔχει ὁ φόνος μὲ τὴν ὑπόσχεσιν, ἢ ἡ μοιχεία μὲ τὴν κλοπήν;
Ἐπειδὴ ὅμως αὐτοὶ κρύβονται καὶ φοβοῦνται νὰ τὸ εἰποῦν, εἶναι ἀνάγκη ἡμεῖς νὰ ξεσκεπάσωμεν τὴν ἀσέβειαν, καὶ νὰ φανερώσωμεν τὴν αἵρεσιν, διότι γνωρίζομεν τί ἔλεγαν τότε οἱ ὁμόφρονες τοῦ Ἀρείου, καὶ πῶς ἐδιώχθησαν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν καὶ καθῃρέθησαν ἀπὸ τὸν κλῆρον. Λοιπὸν ὅλα αὐτὰ τὰ λέγομεν ἀφοῦ ζητήσωμεν πρῶτον συγγνώμην δι’ ὅσα βρώμικα λόγια πρόκειται νὰ ἀναφέρωμεν, διότι δὲν τὰ λέγομεν ἐπειδὴ τὰ πιστεύομεν, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐλέγξωμεν τοὺς αἱρετικούς.
(Μ. Ἀθανασίου, Πρὸς τοὺς Ἐπισκόπους Αἰγύπτου καὶ Λιβύης, Ἐπιστολὴ Ἐγκύκλιος κατὰ Ἀρειανῶν, Μ. Ἀθανασίου Ἔργα, τόμ. 10ος, Πατερικαὶ Ἐκδόσεις “Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς”, σελ. 46-49).

Ποιά ὁμοιότητα μπορεῖ νὰ βρεῖ κανείς, συγκρίνοντας αὐτὴ τὴν κρυστάλλινης καθαρότητας γραμμὴ τοῦ Μ. Ἀθανασίου μὲ τὴν οἰκουμενιστικῆς νοοτροπίας πρακτική, μὲ τὴν ὁποία διεξάγονται οἱ σημερινοὶ διάλογοι καὶ οἱ –μὲ αὐτοὺς– συνδεόμενες συμπροσευχές; Ποιό ἴχνος μετανοίας καὶ ἐπιστροφῆς στὴν Ἐκκλησία (καὶ ὄχι ἑνώσεως τῶν «ἐκκλησιῶν», ἀφοῦ ἡ Ἐκκλησία εἶναι ΜΙΑ, καὶ ὡς μία, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἑνωθεῖ μὲ καμιὰ ἄλλη) βλέπουν οἱ ἡγέτες τοῦ Φαναρίου καὶ ὅσοι τοὺς ἀκολουθοῦν;
Ὅλοι οἱ Ἅγιοι, ποὺ ἔγιναν «υἱοὶ τοῦ φωτός», καὶ ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος καὶ Κύριλλος ποὺ σήμερα ἑορτάζουμε, μᾶς δίνουν τὴν εὐκαιρία νὰ καταλάβουμε, ὅτι δὲν ἀρκεῖ μόνο ἡ προσωπικὴ «καλλιέργεια», ἀλλὰ καὶ ἡ ὀρθὴ ὁμολογία. Καὶ ὀρθὴ ὁμολογία σὲ καιρὸ αἱρέσεως τοῦ ὕπουλου παναιρετικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, εἶναι ἡ κατάδειξη τῶν συγκεκριμένων αἱρετικῶν καὶ ἡ ἀπομάκρυνσή τους ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία.

               «Ἀκαταλήπτῳ σου χειρί, καὶ σθένει ἀπορρήτῳ,  τὴν σὴν νῦν Ἐκκλησίαν οὐρανώσας Οἰκτίρμον,  ἔδειξας ὄντως φαεινοὺς τοὺς δύω φωστῆρας,  μεγίστους τε καὶ τερπνούς, τὸν κόσμον καταυγάζοντας,  σὺν Ἀθανασίῳ  τῷ πανσόφῳ, Κυριλλον τὸν θεῖον.    Ταῖς αὐτῶν οὖν ἱκεσίαις,  ἐξάρας τὴν νύκτα,  ἐχθρῶν πᾶσαν ἀχλὺν διάλυσον Σῶτερ, καὶ φωτὶ τῷ φρικτῷ τῶν πιστῶν τὰ πλήθη καταύγασον, πρὸς τὸ κράζειν καὶ βοᾶν σοι. Σῶσον Οἰκτίρμον, τοὺς πίστει τιμῶντάς σε».
                                               (Ὄρθρος ἑορτῆς τῶν ἁγίων Ἀθανασίου καὶ Κυρίλλου, Ὁ Οἶκος)
    

Η ΧΥΤΡΑ ΑΡΧΙΖΕΙ ΝΑ ΒΡΑΖΕΙ.  ΘΑ ΜΕΙΝΟΥΜΕ ΜΕΣΑ;

ΤΟ ΒΑΤΡΑΧΑΚΙ, Η ΤΡΙΜΕΡΗΣ ΣΥΓΚΥΒΕΡΝΗΣΗ
ΚΑΙ  Ο  ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ

«Τὸ βατραχάκι» εἶναι ἕνα θαυμάσιο κείμενο τοῦ  συγγραφέα καὶ φιλοσόφου Olivier Clerc περιγράφει κατὰ τραγικὸ τρόπο τὴν σύγχρονη κατάσταση ποὺ βιώνουμε ὡς Ἕλληνες καὶ Ὀρθόδοξοι χριστιανοί. Διαβάζοντάς το, κάναμε κάποιες σκέψεις, καταγράψαμε κάποιες ἀναλογίες καὶ προχωρήσαμε σὲ κάποιους συνειρμούς. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἀναγνῶστες πιστεύουμε πὼς θὰ βροῦν καλύτερες ἀναλογίες καὶ συνειρμούς.... Ἐμεῖς παραθέτουμε τοὺς δικούς μας.
Παρουσιάζουμε πρῶτα «μὲ λίγα λόγια» Τὸ βατραχάκι τοῦ Olivier Clerc:
«Ἕνα βατραχάκι κολυμποῦσε ἀμέριμνο σὲ μία χύτρα μὲ δροσερὸ νερό. Οἱ παρατηρητὲς ἀνάψαν μία χαμηλὴ φωτιὰ κάτω ἀπὸ τὴ χύτρα. Ἡ θερμοκρασία τοῦ νεροῦ ἀνέβαινε ἀργὰ ἀλλὰ σταθερὰ 25..26..27....35 βαθμοί. Τὸ βατραχάκι ἔνοιωθε μία μικρὴ διαφορά, ἀλλὰ αἰσθανόταν ἀκόμα σχετικὰ ἄνετα. 40-45, μία μικρὴ δυσφορία, ἀλλὰ τίποτε τὸ ἀνησυχητικὸ δὲν περνοῦσε ἀπὸ τὸ μυαλό του, μόνο που αἰσθανόταν λίγο κουρασμένο. 50 βαθμοὶ καὶ ἡ ἐνόχληση ἦταν πιὰ μεγάλη, ἀλλὰ καὶ ἡ κούραση ἐπίσης· γι’ αὐτὸ καὶ ὑπομένει καὶ δεν ἀντιδρᾶ. Σὲ λίγο ἡ θερμοκρασία κάνει τὸ βατραχάκι νὰ χάσει τις αἰσθήσεις του καὶ σύντομα βράζει μέσα στὴ χύτρα.
»Ἂν τὸ ἔριχναν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ κατ’ εὐθεῖαν στοὺς 40-50 βαθμούς, ὅπως εἶχαν κάνει οἱ παρατηρητὲς νωρίτερα σὲ ἄλλο βατραχάκι, αὐτὸ μ’ ἕνα γερὸ σάλτο θὰ πηδοῦσε ἔξω ἀπὸ τὴ χύτρα.
»Τὸ πείραμα ἀποδεικνύει ὅτι, ὅταν μία ἀλλαγὴ γίνεται μὲ τρόπο ἐπαρκῶς ἀργό, διαφεύγει τῆς συνειδήσεως καὶ στὴν πλειονότητα τῶν περιπτώσεων δὲν προκαλεῖ καμιὰ ἀντιδράση, καμιὰ ἀντίσταση.
»Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ στην κοινωνία μας μὲ ὅσα ἀργὰ καὶ σταδιακὰ συμβαίνουν σὲ βάρος μας. Γίνονται ἀργὰ ἀργὰ για να τὰ συνηθίζουμε. Αὐτὰ ποὺ μᾶς συμβαίνουν σήμερα, ἂν γινόταν ὅλα μαζὶ πρὶν 20-30-40 χρόνια θὰ μας ἔκαναν νὰ φρίξουμε, νὰ βγοῦμε στοὺς δρόμους, να ἐπαναστατήσουμε. Τώρα ὅμως;
»Τὰ ἄσχημα προγνωστικὰ γιὰ τὸ μέλλον μας, ἀντὶ να προκαλοῦν ἀντιδράσεις καὶ ἐξεγέρσεις, προετοιμάζουν ψυχολογικὰ τὸν κόσμο ὥστε να ἀποδέχεται τὶς δραματικὲς καὶ ἐξαθλιωτικὲς συνθῆκες ζωῆς ποὺ μᾶς ἐπιβάλουν.
»Μήπως είναι η ώρα ΝΑ ΠΕΤΑΧΤΟΥΜΕ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΗ ΧΥΤΡΑ;»(1)

                                                                         * * *
Δὲν θὰ ἀναφερθοῦμε στὰ κοινωνικά, πολιτικὰ καὶ ἐθνικὰ πράγματα τῆς χώρας. Ἄλλοι, πλερέστερα ἐνημερωμένοι, ἔχουν μιλήσει καὶ μιλοῦν.
Θὰ μιλήσουμε γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ κατάσταση. Ἂν θελήσουμε νὰ παρουσιάσουμε τοὺς συνειρμοὺς καὶ τὶς ἀναλογίες μὲ τὸ βατραχάκι, θὰ λέγαμε πὼς βρισκόμαστε στὴ θέση ποὺ ἦταν τὸ βατραχάκι, ὅταν μέσα στὴν χύτρα ἐπικρατοῦσαν «50 βαθμοὶ καὶ ἡ ἐνόχληση ἦταν πιὰ μεγάλη, ἀλλὰ καὶ ἡ κούραση ἐπίσης· γι’ αὐτὸ καὶ ὑπομένει καὶ δεν ἀντιδρᾶ».
Χρόνια τώρα, κάποιοι ἐπισημαίνουν, πὼς δὲν φώναζε ἄσκοπα ἢ φανατικὰ ὁ ἀπ. Παῦλος, ὅταν δίδασκε συμβουλεύοντας: «αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέρα νουθεσία παραιτοῦ». Οἱ σύγχρονοι ἐκκλησιαστικοὶ ἡγέτες, ποὺ μὲ κοσμικὸ τρόπο ἐκλογῆς ἔχουν καταλάβει ἐπισκοπικοὺς καὶ πατριαρχικοὺς θρόνους, (προωθούμενοι ἀπὸ νεοταξικὰ κέντρα ἐξουσίας), διδάσκουν ἢ εὐνοοῦν τὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Τοῦτο σημαίνει πὼς ὁδηγοῦν τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Πάπα, ὁ ὁποῖος θὰ παραδώσει τὰ πάντα στὰ χέρια τοῦ ὅποιου Ἀντίχριστου.
Τὸ δράμα, ὅμως, ἔγκειται στὸ ὅτι, οἱ ὑπόλοιποι ὀρθόδοξοι ἐπίσκοποι, ἱερωμένοι καὶ θεολόγοι, ἀδυνατοῦν νὰ κατανοήσουν, αὐτὸ ποὺ κατανόησε ὁ Olivier Clerc.
Πὼς δηλαδή, τὰ οἰκουμενιστικὰ κέντρα, ἐδῶ καὶ δεκαετίες, «ἄναψαν μία χαμηλὴ φωτιὰ κάτω ἀπὸ τὴ χύτρα». Καὶ ἐνῶ «ἡ θερμοκρασία τοῦ νεροῦ ἀνέβαινε ἀργὰ ἀλλὰ σταθερά», μέσα ἀπὸ διαθρησκειακοὺς διαλόγους, «ἐκκλησιαστικὰ» συνέδρια, ἡμερίδες καὶ συμπόσια μὲ τοὺς αἱρετικούς, οἰκολογικοὺς διάπλους καὶ λοιπὲς ἐνέργειες ἀπαγορευμένες ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Πατέρες, αὐτοὶ ἔλεγαν καὶ συνεχίζουν νὰ λένε, πὼς ὅταν φτάσουμε στὸ «κοινὸ ποτήριο» καὶ τὰ πράγματα θὰ ἔχουν φτάσει στὸ ἀπροχώρητο,  –ὅταν δηλαδή, ἀρχίσουν νὰ μᾶς βράζουν– τότε θὰ ἀντιδράσουμε σὰν ἕνας ἄνθρωπος οἱ Ὀρθόδοξοι!
Τὸ πείραμα ὅμως, μὲ τὸ βατραχάκι, προϊδεάζει γιὰ τὸ ἀποτέλεσμα.
Δυστυχῶς, ἔχει σὲ μεγάλο βαθμὸ ἀλλοιωθεῖ τὸ ἐκκλησιαστικὸ ἦθος, ἔχει ἐκκοσμικευθεῖ ἀκόμα περισσότερο ἡ ἐκκλησιαστικὴ διοίκηση, ἔχουν ἀλλάξει πολλὰ βασικὰ στοιχεῖα καὶ παράμετροι τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως καὶ Παραδόσεως. Βρισκόμαστε στὴ φάση ἐκείνη, λίγο πρὶν χάσουμε τὶς αἰσθήσεις μας! Καὶ συνεχίζουμε νὰ κολυμπᾶμε ἐνοχλημένοι, μὰ ἄβουλοι μέσα στὴν χύτρα.
Συλλογίζονται τὴν τεράστια εὐθύνη ποὺ ἔχουν οἱ ποιμένες; Συλλογίζεται τὴν τεράστια προσωπικὴ εὐθύνη ποὺ φέρει κάθε πιστός;
Ἀλήθεια, μποροῦν ἀκόμα πολλοὶ ποιμένες (χωρὶς ἴχνος αὐτοσυνειδησίας, μὲ μειωμένη ὑπευθυνότητα, χωρὶς ταπείνωση ἐνώπιον τῶν Ἁγίων Πατέρων –ποὺ διδάσκουν ἀπομάκρυνση ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς) νὰ ἰσχυρίζονται, ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ καὶ χωρὶς θεολογικὰ ἐπιχειρήματα, πὼς ὑπάρχει ἀκόμα χρόνος ἀντίδρασης; Καὶ ποιό εἶναι αὐτὸ τὸ χρονικὸ σημεῖο; Ὅταν θὰ χάσουν οἱ περισσότεροι τὶς «αἰσθήσεις» τους;
Ἀλήθεια! Δὲν τρομάζουν μὲ τὴν φοβερὴ ἀλλοίωση τοῦ ὀρθοδόξου φρονήματος, μὲ τὶς ἀμέτρητες συμπροσευχὲς (ἀκόμα καὶ μὲ συμμετοχὴ εἰδωλολατρῶν) ποὺ σὲ καθημερινὴ βάση πλέον βλέπουμε νὰ πραγματοποιοῦνται;
Παίρνουν ἐπάνω τους τὸ αἰώνιο βάρος νὰ συμβουλεύουν, πὼς ὑπάρχει ἀκόμα καιρός;
Θὰ συνεχίσουν ἀμετανόητα νὰ ἰσχυρίζονται πὼς δὲν εἶναι ἀκόμα ἡ ὥρα «ΝΑ ΠΕΤΑΧΤΟΥΜΕ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΗ ΧΥΤΡΑ» τῆς παναιρέσεως;

Θεσσαλονίκη, 16 Ἰανουαρίου 2012

ΦΙΛΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΝΩΣΙΣ «ΚΟΣΜΑΣ ΦΛΑΜΙΑΤΟΣ»


(1) http://yannisayannis.blogspot.com/2008/12/blog-post_11.html  (Πρώτη δημοσίευση, 1/12/08).

Μικρὸ σχόλιο στὴν Ἀνακοίνωση τοῦ Πατριαρχείου γιὰ ἡγούμενο Βατοπεδίου π. Ἐφραίμ


Μικρὸ σχόλιο στὴν Ἀνακοίνωση τοῦ Πατριαρχείου
γιὰ ἡγούμενο Βατοπεδίου π. Ἐφραίμ

«Ανακοίνωση του Οικουμενικού Πατριαρχείου για το θέμα της προφυλακίσεως του Καθηγουμένου της Ι. Μονής Βατοπαιδίου Εφραίμ

Συνῆλθε, σήμερον, 10 Ἰανουαρίου 2012, ὑπὸ τὴν προεδρείαν τῆς Α.Θ.Παναγιότητος, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, ἡ Ἁγία καὶ Ἱερὰ Σύνοδος εἰς τακτικὴν συνεδρίαν αὐτῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν, μεταξὺ ἄλλων, συνεζήτησε καὶ τὸ ἀνακῦψαν θέμα τῆς προφυλακίσεως τοῦ Καθηγουμένου τῆς Ἱ. Μονῆς Βατοπαιδίου Ἐφραίμ. Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἀνακοινοῦνται τὰ ἑξῆς:
1. Ἡ Α.Θ.Παναγιότης καὶ ἡ περὶ Αὐτὴν Ἁγία καὶ Ἱερὰ Σύνοδος ἐκφράζουν τὴν λύπην αὐτῶν διὰ τὴν οὑτωσὶ διαμορφωθεῖσαν κατάστασιν ὡς πρὸς τὴν ἐν λόγῳ ὑπόθεσιν.
2. Τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, κατὰ παγίαν τακτικὴν αὐτοῦ, σεβόμενον τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Δικαιοσύνης, ἀποφεύγει πάντοτε πᾶσαν ἀνάμειξιν εἰς ἐκκρεμούσας δικαστικὰς ὑποθέσεις, δοθέντος, ἄλλωστε, ὅτι ἀγνοεῖ τὸ περιεχόμενον τῆς σχετικῆς δικογραφίας.
3. Τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, ἐξ ἀφορμῆς γενομένων δηλώσεων ἐκ μέρους ἀδελφῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐπὶ τοῦ ὡς ἄνω θέματος, ὑπενθυμίζει ὅτι τὸ Ἅγιον Ὄρος, κανονικὸν ἔδαφος αὐτοῦ, ἀποτελεῖται μὲν  ἀπὸ Ὀρθοδόξους μοναχοὺς διαφόρων ἐθνοτήτων, τοῦτο ὅμως οὐδόλως προσδίδει εἰς αὐτὸ πανορθόδοξον χαρακτῆρα ἐπιτρέποντα τὴν οἱασδήποτε μορφῆς ἐπέμβασιν εἰς αὐτὸ ἄλλων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν.
Ἐν τοῖς Πατριαρχείοις, τῇ 10ῃ Ἰανουαρίου 2012
Ἐκ τῆς Ἀρχιγραμματείας τῆς Ἁγίας καὶ Ἱερᾶς Συνόδου»


Ὦ, τῆς ὑποκρισίας καὶ τοῦ καιροσκοπισμοῦ!
Ἡ ἀντίδραση γιὰ τὴν παράνομη προφυλάκιση εἶναι «ἀνάμειξις εἰς ἐκκρεμούσας δικαστικὰς ὑποθέσεις»; Ποιός εἶπε νὰ μὴ δικασθεῖ κανονικὰ ὁ ἡγούμενος Ἐφραὶμ κι ἂν ἀποδειχθεῖ ὅτι πταίει, νὰ τοῦ ἐπιβληθοῦν οἱ νόμιμες κυρώσεις; Κάνει ὅτι δὲν καταλαβαίνει, ὅτι τὸ μέγεθος τῆς διαμαρτυρίας πολλῶν πιστῶν, ἔχει νὰ κάνει μὲ τὴν παράνομη προφυλάκιση καὶ ὄχι μὲ τὴν δίκη;

Ο Μεσσηνίας υπέρ του Πατριάρχη στα θέμα του Καθηγουμένου Εφραίμ

Ο Μεσσηνίας υπέρ του Πατριάρχη στο θέμα του Καθηγουμένου Εφραίμ

Ανταποδίδει την κάλυψη των κακοδοξιών του;

Ο μητροπολίτης Μεσσηνίας πήρε το μέρος του πατριάρχη στην υπόθεση Εφραίμ, εκφράζοντας την δυσαρέσκειά του για την απόφαση της Δ. Ι. Συνόδου να επισκεφθεί  τον ηγούμενο Εφραίμ. Ακόμα κι αν συμφωνεί κανείς με κάποια σημεία των ερωτημάτων του, δεν μπορεί να μη αναζητήσει τα κίνητρα αυτής της κινήσεως του κ. Χρυσοστόμου. Και επειδή κάποια γεγονότα είναι πολύ νωπά, είναι εύκολο να ανακαλέσει στην μνήμη του, τις αιρετικές δοξασίες του κ. Χρυσόστομου και με τις πλάτες ποιών υψηλών προστατών του οι εναντίον του καταγγελίες πήραν το δρόμο για το βαθύ αρχείο της ι. Συνόδου.
Συγκεκριμένα: Το 2010 έγιναν καταγγελίες επί αιρέσει προς την Ι. Σύνοδο εναντίον του. Ο κ. Χρυσόστομος απάντησε με ύβρεις και ψευδολογίες εναντίον και του μητροπολίτου Κυθήρων, που ήταν ένας από αυτούς που τον είχαν καταγγείλει. Συγκεκριμένα, λίγες μέρες μετά την καταγγελία του Κυθήρων κατά του Μεσσηνίας, είμαστε θεατές της εξής σκηνής:
Ο πατριάρχης Βαρθολομαίος την Κυριακή 27 Ιουνίου 2010, πραγματοποίησε Προσκύνημα στα ιερά της Καππαδοκίας έχοντας κοντά του τον καταγγελθέντα από τον Μητροπολίτη Κυθήρων κ. Σεραφείμ «επί αιρέσει» Μητροπολίτη Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομο!!!
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος, δηλαδή, όχι μόνο δεν ζήτησε από την Ιερά Σύνοδο να εξετασθεί ένα μεγάλο ολίσθημα του Μεσσηνίας σε καίριο θέμα Πίστεως (όπως έκανε κατά του Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου, στον οποίο επέβαλε το επιτίμιο της ακοινωνησίας για ένα θέμα ...δικαιοδοσιών), αλλά δέχτηκε να παρευρίσκεται ο Μεσσηνίας επίσημα δίπλα του, κάνοντας γνωστό σε όλους, ότι απολαμβάνει της εκτιμήσεώς του και τίθεται υπό την υψηλή προστασία του.
Πως λοιπόν, να μη ανταποδώσει ο Μεσσηνίας την ευγνωμοσύνη του στον υψηλό του προστάτη;
 Θεοδωρόπουλος Ιωάννης

(Ἐφημ. «ΒΗΜΑ τῆς Αἰγιάλειας, 18/7/2011)
Σε ποιό Ευαγγέλιο άραγε πιστεύει;

Αναφορά στο ΗΘΟΣ και το ΥΦΟΣ
 του ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ κ. ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ

Σε πρόσφατη επιστολή του ο Καλαβρύτων κ. Αμβρόσιος, αποτυπώνει το ήθος και το ύφος των επισκόπων, που αντί να υπηρετούν τον Θεό και τους πιστούς, διαβάλλουν την Εκκλησία.
Θυμίζω, πως απέστειλα στον κ. Αμβρ. βιβλίο, στο οποίο αναλύονταν οι λόγοι που η ίδια η Εκκλησία θεσπίζει την Αποτείχιση, δηλ. την απομάκρυνση των πιστών από τον επίσκοπο που σκανδαλίζει, αιρετίζει και αδιαφορεί για την αλλοίωση της Πίστεως.

1. Όποιος δεν έχει επιχειρήματα, επιστρατεύει παραπληροφόρηση και ύβρεις.
Μη δυνάμενος να απαντήσει στις αιτιάσεις, αποδέχτηκε την Αποτείχισή μου και την κοινοποίησε ο ίδιος στους Αιγιώτες, μόνο και μόνο για να πληροφορήσει ότι ο αποτειχισμένος δεν έχει πλέον ...λόγο στα της μητροπόλεως! Δεν έδειξε καμιά διάθεση προσεγγίσεως και απέφυγε επιμελώς να εξηγήσει στους πιστούς που προβληματίστηκαν, αν ευσταθούν οι λόγοι που οδήγησαν στην Αποτείχιση, καταθέτοντας τις θεολογικές του θέσεις. Γιατί φαίνεται, πως κριτήριό του δεν είναι η αναζήτηση της αλήθειας υπό το φως των Πατέρων, αλλά το πώς θα διασώσει το προφίλ του.
Αυτό φάνηκε, όταν απάντησα στο άρθρο του. Δεν άντεξε στην κριτική και χωρίς να δώσει ουσιαστική απάντηση, εκτράπηκε με οργή σε ύβρεις, όπως: Ο Π. Σημάτης (Π.Σ.) «έχει καρδιά που έχει στεγνώσει από αγάπη, είναι αδέσποτο πρόβατο, έχει μισαλλοδοξία, το μικρόβιο της μισανθρωπίας, αρτηριοσκλήρυνσιν, μίσος ...φωλιάζει στην ψυχή του, αυτομαστιγώνεται, είναι “αναρχικός” του εκκλησιαστικού χώρου, ζει εκτός τόπου και χρόνου, ...με πετροβολάει, “ας κάθεται στα αυγά του”, ας περιπλανάται μέσα εις τους λαβυρίνθους της ιδεοληψίας του, “ας τρώγεται με τα ρούχα του”, [αφού αποτειχίστηκε] έρριξε "μαύρη πέτρα" πίσω του»· ο Π.Σ. «δια την ι. μητρόπολιν τυγχάνει ανύπαρκτον πρόσωπον!». Αυτό είναι το «ευγενικό» ύφος πνευματικού πατρός, ήθος δεσποτικής «αγάπης»!

2. Είναι ιδιοκτησία του Δεσπότη η Εκκλησία;
Ένας πιστός είναι υπαρκτό πρόσωπο για τον Χριστό και την Εκκλησία και ανύπαρκτο για τον κ. Αμβρόσιο;
Ο κ. Αμβρ. νομίζει ότι είναι ιδιοκτησία του η Εκκλησία. Δεν θέλει να καταλάβει ότι ο αποτειχισμός, δεν είναι απομάκρυνση από την Εκκλησία, αλλά από τον παρανομούντα επίσκοπο που αδιαφορεί για την ακεραιότητα της Πίστεως, που καλύπτει πρόσωπα διαβεβλημένα, που φέρεται εξουσιαστικά (π.χ. παράνομοι αφορισμοί) κ.ά. Φαίνεται ότι δεν σκέφτηκε ποτέ του, πως μπορεί ο ίδιος να έχει απομακρυνθεί από την Αλήθεια της Εκκλησίας, έστω κι αν τυπικά εμφανίζεται ως ο εκφραστής της· ότι οι πρακτικές του θυμίζουν «μισθωτό» ποιμένα που αδιαφορεί για τους πιστούς. Η φράση πως ο Π.Σ. «δια την Ι. Μητρόπολιν τυγχάνει ανύπαρκτος», είναι ένας εύσχημος τρόπος για να «καθησυχάσει» την συνείδησή του! Αναλυόμενη ψυχολογικά, ποιες άραγε συνειδησιακές διεργασίες και μύχιους ...πόθους του θα αποκάλυπτε;
Ένα μικρό παράδειγμα, που δείχνει με ποιόν τρόπο συμπεριφέρονται οι πραγματικοί ποιμένες: Ο άγ. Ιωάννης, όταν έμαθε ότι ένας μαθητής του είχε γίνει λήσταρχος, ανέβηκε στο βουνό για να τον αναζητήσει με κίνδυνο της ζωής του, κάτι που συγκίνησε βαθύτατα τον λήσταρχο, γι’ αυτό μετανόησε και ακολούθησε τον Άγιο στην πόλη! Ο κ. Αμβρ. αντίθετα, αρνήθηκε τον δια του Τύπου ουσιαστικό θεολογικό διάλογο–συμφιλίωση, κατά πάγια τακτική του· αρκέστηκε στις ύβρεις και την παρερμηνεία των Αγίων Γραφών και, επειδή δεν ήταν δυνατόν να αρνηθεί την ύπαρξη εκκλησιαστικού Κανόνα που νομοθετεί την Αποτείχιση, χαρακτήρισε ως «ανύπαρκτον» εκείνον που τον εφαρμόζει! Βέβαια έτσι, εμφανίζεται συνεπής με την παποκεντρικής προελεύσεως θεωρία του, ότι ο επίσκοπος είναι υπεράνω κριτικής.

3. Δεν είναι υπεράνω κριτικής ο επίσκοπος. Εκτός αν ταυτίζεται με τον Πάπα.
Ο κ. Αμβρ., λοιπόν, βλέπει τον εαυτόν του ως διοικητή και όχι ως πατέρα και ισχυρίζεται αθεολόγητα ότι είναι υπεράνω ανθρωπίνης κριτικής. Γράφει: Ο κ. Π.Σ. «ούτε συνδιοικητής εις τα της Μητροπόλεως είναι, ούτε κριτής του Επισκόπου του. Το δικαίωμα αυτό δεν το έχει». Και σε άλλη ευκαιρία έλεγε: «ο κάθε  επίσκοπος  λογοδοτεί  εις  τον  Θεόν. Είναι  υπεύθυνος  στη συνείδησή του  και στον Θεό». Ιδού η εφαρμογή του παπικού Πρωτείου, από ένα κατά φαντασίαν πολέμιό του.
Η Παράδοση της Εκκλησίας, όμως, τα εντελώς αντίθετα διδάσκει. α) Ο ι. Χρυσόστομος γράφει: Οι ποιμένες ας μη «παρορώμεν τους τα δοντα συμβουλεοντας» ακόμα κι αν εκείνος που συμβουλεύει είναι ελάχιστος· ούτε όσα ως ποιμένες προτείνουμε, να επιμένουμε «ταύτα πντως κρατείν». β) Είναι ασφαλώς Εντολή του Χριστού το να μη κατακρίνουμε. Εδώ όμως δεν πρόκειται περί κατακρίσεως. Πρόκειται για αιρετικές ενέργειες «ορθοδόξων» επισκόπων! Και επειδή γνώριζαν οι Άγιοι ότι θα συνέβαινε αυτό, μας προτρέπουν να εξετάζουμε πρώτα, αν οι επίσκοποι εφαρμόζουν τις Εντολές του Θεού σε θέματα Πίστεως, Δικαιοσύνης και Ήθους και μόνο τότε να τους υπακούμε (1Κορ. 5, 11· Εβρ. 13, 7), διαφορετικά καθιστάμεθα συνυπεύθυνοι.
Παραδείγματα: οι πρώτοι χριστιανοί ήλεγξαν ακόμα και τον απ. Πέτρο. Κι αυτός δεν τους περιφρόνησε, δεν ισχυρίστηκε ότι λογοδοτεί μόνο στον Θεό, ούτε τους ύβρισε (όπως ο κ. Αμβρ.), αλλά έδωσε πειστικές εξηγήσεις (Πράξ. 11, 3). Ο Μ. Αθανάσιος επικροτούσε συγκεκριμένη πρακτική χριστιανών, οι οποίοι  έφευγαν από το Ναό, όταν εμφανιζόταν ο επίσκοπος που είχαν κρίνει ως ανάξιο! Και αλλού λέγει πως, αν οι επίσκοποι «κακώς αναστρέφωνται και σκανδαλίζωσι τον λαόν», πρέπει να τους απομακρύνουμε. Ο Μ. Βασίλειος δίδασκε πως επιβάλλεται να κρίνουν οι πιστοί, αν τα λεγόμενα των ποιμένων είναι σύμφωνα με τις Γραφές. Ο π. Γ. Φλορόφσκυ έγραφε: «όταν ο επίσκοπος ξεφεύγη» από το ορθόδοξο «πρότυπο, ο λαός έχει το δικαίωμα να τον κατηγορήση». Ο καθ. Φαράντος γράφει πως ο επίσκοπος «αγιοποιείται, αλλά και δαιμονοποιείται, αναλόγως των πράξεών του, δια τούτο και υπόκειται εις έλεγχον και εις καθαίρεσιν».
Άρα ο κ. Αμβρ. είναι ορθόδοξος επίσκοπος, θεωρών εαυτόν υπεράνω κριτικής και μη υπακούων στην Ορθόδοξη Παράδοση;

4.  Η  «υπέρβαση»  του κ. Αμβρ., δεν είναι αρετή, αλλά αιρετική οικουμενιστική πρακτική.
Επισημάνθηκε στον κ. Αμβρ. ότι παραβαίνει τους Ι. Κανόνες και αποδεικνύεται ανακόλουθος, όταν φέρνει στο Αίγιο τους Μητροπολίτες Ζακύνθου και Βρεσθένης (πρ. Θεσσαλιώτιδος) και συλλειτουργεί μαζί τους, αν και εναντίον τους είχε εκτοξεύσει βαριές κατηγορίες. Ο κ. Αμβρ. επιμένει ότι καλά έκανε και συμφιλιώθηκε μαζί τους και με δικολαβίστικες αναφορές στις Γραφές αποφαίνεται ότι όποιοι τον κατηγορούν για τη συμφιλίωση αυτή με τους ανωτέρω, είναι μισαλλόδοξοι: «Εάν δεν έχεις την αρετήν να χαίρεσαι», όταν συμφιλιώνονται δύο πρόσωπα, «τα οποία πρότερον είχον ...διενέξεις, τότε δεν είσαι χριστιανός!».
Ας δούμε νηφάλια τα γεγονότα και τα αγιογραφικά κείμενα, για να καταλάβει και ο τελευταίος πιστός, ότι ο κ. Αμβρ. διαστρέφει το Ευαγγέλιο, κάνει το μαύρο άσπρο και την κακία ονομάζει αρετή!
α) Για τον κ. Θεόκλητο Κουμαριανό (Θ.Κ.) είχε πει μετά λόγου γνώσεως ο κ. Αμβρ., ότι είναι ακατάλληλος για να γίνει επίσκοπος. Η «πρόβλεψή» αυτή περί ακαταλληλότητος επιβεβαιώθηκε, αφού το όνομά του Θ.Κ. ενεπλάκη στο παραδικαστικό κύκλωμα και σε άλλες «αταξίες» που επιφέρουν καθαίρεση. Μάλιστα αποτρέποντας ο κ. Θεόκλητος την διεξαγωγή εκκλησιαστικής δίκης που θα τον καθαιρούσε (με την στήριξη του τότε αρχιεπ. Χριστόδουλου), υπέβαλε «αυτοβούλως» την παραίτησή του! Αφού πέρασαν, όμως, έξι χρόνια, αιφνιδίως ο κ. Αμβρ. άλλαξε γνώμη για την καταλληλότητα του Θ.Κ. Και μετερχόμενος τακτικές πολιτικών συμβιβασμών, τώρα, όχι μόνο θεωρεί τον Θ.Κ. κατάλληλο ως επίσκοπο, αλλά τον προορίζει για ...διάδοχό του! Και για να επηρεάσει το αγνοούντα λαό, πλέκει εγκώμιο στο Θ.Κ., για πράξεις που μας κατασκανδάλισαν, παρουσιάζοντάς τον με φωτοστέφανο μάρτυρος και δηλώνει: «τον τιμώ υπερβαλλόντως», γιατί «θυσιάστηκε» για τον Αρχιεπ. Χριστόδουλο! Ω, της υποκρισίας!
Δηλαδή, όταν ένα «ακατάλληλο» πρόσωπο κατηγορηθεί επιπλέον και για διάπραξη παραπτωμάτων, καθίσταται κατάλληλο για βοηθός του κ. Αμβρόσιου!!! Αυτό το ήθος μας διδάσκει, που αποδέχονται αδιαμαρτύρητα οι συνεπίσκοποί του!
Να θυμήσω πάλι ότι, επειδή οι κατηγορίες για τον Θ.Κ. είναι απαγορευτικές της αρχιερωσύνης, όταν προτάθηκε για επίσκοπος Καλαμάτας και Κορίνθου, οι κάτοικοι απαίτησαν να μη γίνει επίσκοπός τους, αφού δεν έγινε εκκλησιαστική δίκη για την διερεύνηση των κατηγοριών εναντίον του. Τι κρύβεται πίσω από την επίμονη προσπάθεια του κ. Αμβρόσιου να τον επιβάλλει ως επίσκοπο στην πόλη μας;
β) Επίσης, ενώ ο κ. Αμβρ. κατηγόρησε τον Ζακύνθου Χρυσόστομο για ετεροδιδασκαλία σε θέματα ηθικής, κατόπιν έβαλε, για κάποιον λόγο, νερό στο κρασί του και συμφιλιώθηκε μαζί του, χωρίς ο Ζακύνθου να διορθώσει τις κακοδοξίες του δημόσια!
Ας δούμε τί είχε πει το 1995 ο κ. Αμβρ., παρουσιαζόμενος ως υπέρμαχος της Ορθοδοξίας: Ο Ζακύνθου «υπέπεσε στο αδίκημα της “ετεροδιδασκαλίας” [=αίρεσης]. Όσα εγγράφως διετύπωσε ...είναι αντίθετα προς τον ευαγγελικό Νόμο». Και γι’ αυτή την αίρεση ο Ζακύνθου δικάστηκε, αλλά η υπόθεσή του «κουκουλώθηκε». Αυτό εξόργισε σφόδρα τον κ. Αμβρ. γι’ αυτό κατηγόρησε τους δικαστές επισκόπους ως άδικους δικαστάς! Για τον Ζακύνθου δε, που όταν «εξήλθε της αιθούσης εδήλωσε, ότι αισθάνεται δικαιωμένος…», σχολίαζε πικρόχολα ο κ. Αμβρ.: «Βλέπετε  ό,τι έχει κανείς, αυτό και πωλεί!  Οι άγιοι μεταδίδουν την αγιότητά τους…, οι φιλήδονοι [όπως ο Ζακύνθου] την φιληδονία τους διαφημίζουν!». Αλλά και οι Αιγιώτες ιερείς ονόμασαν τον Ζακύνθου «αναθεματισμένον»!
Λοιπόν, με αυτόν που οι ιερείς χαρακτήρισαν  ως “αναθεματισμένον”, που «μεταδίδει και διαφημίζει την φιληδονία του» και που ποτέ δεν ανακάλεσε την κακοδοξία του, συμφιλιώθηκε ο κ. Αμβρ. και μας τον έφερε στο Αίγιο, για να παραδειγματιστούμε από το «φιλήδονο» ήθος του και να δεχθούμε τις ευλογίες του!!!
Αλλά και η υποκρισία έχει όρια. Πώς θεωρεί, ο κ. Αμβρ., ευαγγελική αρετή την καρικατούρα συμφιλίωσής του με τον Ζακύνθου και μας ζητάει να χαρούμε γι’ αυτό; Μάλλον να κλάψουμε πρέπει, γιατί συμφιλιώθηκε με τον αμετανόητο στις ιδέες του Ζακύνθου, ο οποίος κατηγόρησε με επιστολή τον κ. Αμβρ. με αήθη γλώσσα. Και ο κ. Αμβρ. ανταπάντησε: «…Αν υπάρχει κάτι που δεν μπορεί να μας αγγίξει είναι (η κατηγορία) ότι “παράγουμε” ...κληρικούς με ”ειδική συμπεριφορά”». Και αφήνοντας έκπληκτο το χριστεπώνυμο πλήρωμα δήλωνε: «Μέχρι τώρα είχαμε την υποψία ότι η αλητεία έχει εισέλθει και στον ι. χώρο της Εκκλησίας... Τώρα όμως υπάρχει η απόδειξις. Η επιστολή του κ. Χρυσοστόμου είναι υπόδειγμα και οδηγός αλητείας»! («Ελ. Τύπος» 27.8.95 και «Ορθ. Τύπος» 1-9-95).
Εξοικειωμένος, λοιπόν, ο κ. Αμβρ., με τις νεοεποχίτικες άθεες ιδέες της «ανοχής», της συνύπαρξης αλήθειας και ψεύδους (που προπαγανδίζει ο οικουμενισμός), μας καλεί να χαρούμε για τη «συμφιλίωση» αυτή, διαφορετικά «δεν είμαστε χριστιανοί», αλλά άνθρωποι «κυριαρχούμενοι υπό μισαλλοδοξίας, (γιατί) δεν κατανοούμε την υπέρβασιν των ανθρωπίνων αδυναμιών»!
Άρα κι εδώ, με φτηνό ταχυδακτυλουργικό τρόπο διαστρεβλώνει την αλήθεια, αφού εξισώνει δύο διαφορετικά πράγματα: Ι) την «υπέρβαση των ανθρωπίνων διαφορών» δια της συμφιλιώσεως (γεγονός που ασφαλώς φέρνει χαρά), ΙΙ) με την υπέρβαση-συμφιλίωση εκείνων που διαφώνησαν για θέματα αληθείας και αιρέσεως και οι οποίοι –παραδόξως– στη συνέχεια συμφιλιώθηκαν, χωρίς να αρνηθεί ο ένοχος το λάθος του! Αυτού του είδους η «συμφιλίωση» και η «υπέρβαση» του κ. Αμβρ. είναι κάλπικη, είναι η «αγάπη» του Οικουμενισμού· στην πράξη δε, πρόκειται για «λυκοφιλία» των συμφιλιωθέντων!
Τι μας συμβουλεύουν, όμως, οι Άγιοι; Τα αντίθετα από όσα διδάσκει ο κ. Αμβρ.: όχι μόνο να μη συμφιλιωνόμαστε με τους «ατάκτως περιπατούντας» και τους αιρετίζοντας, αλλά «μηδέ χαίρειν αυτοίς λέγειν», δηλ. να μη έχουμε επικοινωνία, χαιρετισμό εκκλησιαστικό μαζί τους, όσο επιμένουν στις κακοδοξίες τους. Αυτή ήταν ανέκαθεν η στάση της Εκκλησίας, που ενδιαφέρεται για την σωτηρία του ανθρώπου κι όχι για την επίδειξη μιας επικοινωνιακού και επιδερμικού τύπου αγάπης.
Προκαλεί, πράγματι, πολλές απορίες η άνεση με την οποία ο κ. Αμβρ. προχωρεί από την μία διαστρέβλωση στην άλλη. Σε άλλο σημείο του άρθρου του, φέρνει ως παράδειγμα –για να στηρίξει τις αντι-ευαγγελικές θέσεις του περί «συμφιλιώσεως» – τον απ. Παύλο, που είχε «εντονωτάτην διαφωνίαν... με τον Απ. Πέτρον, τον οποίον μάλιστα δημοσίως αποκαλεί “αξιοκατάκριτον”!». Επειδή, όμως, –συνεχίζει «οι άνθρωποι του Θεού συνηθίζουν να υπερβαίνουν τα λάθη της ζωής των» οι δύο απόστολοι  συμφιλιώθηκαν. Πράγματι, οι δύο Απόστολοι διαφώνησαν και μετά συμφιλιώθηκαν. Όμως, πότε επήλθε η συμφιλίωση; Όταν ο απ. Πέτρος αντελήφθη το λάθος του, μετανόησε και το διόρθωσε δημόσια.
Ποιά σύγκριση μπορεί να υπάρξει, άραγε, μεταξύ αυτής της συμφιλίωσης των Αποστόλων και εκείνης του κ. Αμβρ. με τους δύο μητροπολίτες; Ουδεμία. Γιατί στην δεύτερη δεν υπάρχει μετάνοια. Και όμως, τολμά να συγκρίνει ο κ. Αμβρ. την κατά Θεό συμφιλίωση των Αγίων Αποστόλων, με τη δική τους καταχρηστική συμφιλίωση!
Άλλη μία διαστροφή του Ευαγγελίου από τον κ. Αμβρ., στην προσπάθειά του να ντύσει με ένδυμα αγιογραφικό την συμφιλίωση. Γράφει: «Στην Εκκλησία μαθαίνουμε... την "υπέρβαση"!  ...[Ο Χριστός είπε:] "Εάν δε αμαρτήση εις σε ο αδελφός σου, ύπαγε και έλεγξον αυτόν μεταξύ σου και αυτού μόνου· εάν σου ακούση, εκέρδησας τον αδελφόν σου"...».
Η παραπάνω διαδικασία συνδιαλλαγής ισχύει για τα προσωπικά αμαρτήματα («εις σε») και όχι για αιρετικές θέσεις που εκφέρονται από επισκόπους δημοσίως και επιμόνως. Γι’ αυτές ισχύει το: όσα δημοσίως λέγονται, πρέπει δημοσίως και να διορθώνονται.
Αλήθεια, ποιό ήθος ακολουθεί ο κ. Αμβρ.; Σε ποιό άραγε Ευαγγέλιο πιστεύει; Πώς είπαν με τον «ετεροδοξούντα» Ζακύνθου το «εν ομονοία ομολογήσωμεν» χωρίς να έχουν την ίδια «ομολογία»; Έχει ξεπεράσει, άραγε, ο κ. Αμβρ. σε αγάπη και συγχωρητικότητα τον Χριστό και τους Αγίους, που άλλα διδάσκουν; Είναι παραπάνω από την Εκκλησία;
Ας αναρωτηθούμε οι Αιγιώτες: έχουμε δώσει την εντύπωση στον κ. Αμβρόσιο ότι απευθύνεται σε εκκλησιαστικά αναλφάβητους;
Σημάτης Παναγιώτης, θεολόγος

Το ημερολόγιο ή ο Οικουμενισμός δημιούργησε το Παλαιοημερολογίτικο σχίσμα;


ΕΡΩΤΗΜΑ ΓΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

ΤΟ ΣΧΙΣΜΑ ΤΩΝ ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΩΝ
ΕΓΙΝΕ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ "ΑΦΕΤΗΡΙΑ" ΤΗΣ ΑΙΡΕΣΕΩΣ
ή ΕΞ ΑΙΤΙΑΣ ΤΗΣ ΙΔΙΑΣ ΤΗΣ ΑΙΡΕΣΗΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ;

Πρόσφατα διάβασα ἕνα μέρος ἀπὸ  στὸ ὀγκῶδες ἐξ 924 σελίδων ἀποτελούμενο, βιβλίο τοῦ ἀνήκοντος στὸ Παλαιὸ Ἡμερολόγιο-Ἑορτολόγιο Ἀριστοτέλη Δελήμπαση, μὲ τίτλο «Πάσχα Κυρίου», προσπαθώντας νὰ διελευκάνω, ποιά ἐπιχειρήματα ἐπεκαλοῦντο οἱ πρῶτοι ὀπαδοὶ τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερολογίου. Μὲ ἔκπληξη παρατήρησα, ὅτι τὰ στοιχεῖα ποὺ ὁ ἴδιος ὁ συγγραφέας παραθέτει, ὁδηγοῦν στὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ διαμαρτυρία καὶ ἀποχώρησή τους ἀπὸ τὴν ἑλλαδικὴ Ἐκκλησία δὲν ἑδράζεται στὸ ὑπάρχον καίριο σημεῖο τῆς αἱρέσεως ποὺ κηρύττεται μὲ τὴν Ἐγκύκλιου τοῦ 1920, ἀλλὰ στὸ δευτερεῦον σημεῖο (τὴν «ἀφετηρία», ὅπως θεωροῦν τὴν ἀλλαγὴ τοῦ Ἡμερολογίου· τὴν ἐπιστροφὴ δὲ σ’ αὐτὸ θέτουν ὡς «κύριον σκοπόν»).
Ἂν λοιπόν, καὶ οἱ ἴδιοι γράφουν αὐτὰ καὶ εἶναι πράγματι ἔτσι, τίθεται πάλι ἐπὶ τάπητος τὸ ἐρώτημα: δικαιολογεῖται ἀπὸ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνες ἡ δημιουργία ἄλλης Συνόδου, μόνο καὶ μόνο γιὰ τὴν ἀλλαγὴ τῶν 13ων ἡμερῶν; Καὶ γιατὶ χρησιμοποιήθηκε γιὰ τὴν δημιουργία τοῦ σχίσματος τὸ ἐλάσσον (τὸ Ἡμερολογιακὸ) καὶ ὄχι τὸ μεῖζον, ἡ αἵρεση; Γιατί προσπαθοῦν νὰ ἀποδείξουν ὅτι ἀποτελεῖ πρώτιστο θέμα καὶ αἵρεση ἡ Ἡμερολογικὴ ἀλλαγή, τὸ Ἡμερολόγιο, ποὺ καμία Οἰκουμενικὴ Σύνοδος δὲν δογματοποίησε καὶ ἐλαχιστοποιοῦν ἢ δείχνουν νὰ ἀγνοοῦν, γι’ αὐτὸ καὶ δὲν τὴν ἐπικαλοῦνται, τὴν ἀλλοίωση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκλησιολογίας; Γιὰ τὸ Ἡμερολόγιο, θὰ ἐδικαιολογεῖτο κατ’ ἀρχάς, διαμαρτυρία καὶ ἀντίδραση, ὅπως καὶ γιὰ ἄλλες σποραδικὲς ἀντικανονικὲς ἐνέργειες (π.χ. συμπροσευχές ποὺ δὲν ἔχουν γίνει καθεστώς), ἀλλ’ ὄχι σχίσμα. Αὐτοί, ὅμως, ἑστίασαν τὴν προσοχή τους στὶς 13 ἡμέρες. Καὶ τὴν αἱρετικὴ Ἐγκύκλιο τοῦ 1920 τὴν ἐπικαλέστηκαν ὡς δευτερεῦον στοιχεῖο καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων ἔδωσαν πράγματι τὴν διάσταση ποὺ ἔχει.
Παραθέτω ἀπὸ τὸ βιβλίο αὐτὸ μικρὸ ἀπόσπασμα, ἀπὸ τὸ ὁποῖο φαίνεται πὼς ὁ ἴδιος ὁ Δελήμπασης ποὺ ἑρμηνεύει τὰ τοῦ Ἡμερολογίου–Ἑορτολογίου (καὶ ὄχι κάποιος νεοημερολογίτης) ἀποδεικνύει μὲ ντοκουμέντα ὅτι οἱ ἀποχωρίσαντες ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἡγέτες τοῦ παλαιοημερολογιτισμοῦ ἐπίσκοποι, ὡς μόνο λόγο ἀποτειχίσεως φέρουν τὴν ἀλλαγὴ τοῦ Ἡμερολογίου καὶ τὴν νηστεία καὶ ὄχι τὴν ἀλλοίωση τῆς Ἐκκλησιολογίας.
Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι προκαλεῖ ἐντύπωση, ὅτι οὐδαμοῦ ἀνεφέρεται ὡς κύριος λόγος ἀπὸ τοὺς ἀποσχισθέντες ἐπισκόπους ἡ αἱρετικὴ (ὅπως σήμερα τὴν ἀποκαλοῦν) «Ἐγκύκλιος τοῦ 1920», ἡ ὁποία ξεκάθαρα καὶ γιὰ πρώτη φορὰ ἀποκαλεῖ τὶς αἱρετικὲς κοινότητες τῆς Δύσεως, ὡς Ἐκκλησίες. Ἂν ἡ ἀπόσχισή τους ἦταν συγκεκριμένες αἱρετικὲς πράξεις, θὰ συζητούσαμε ἐπὶ ἄλλης βάσεως τὸ θέμα. Ὅμως, τὸ ὅλο πρόβλημα γι’ αὐτοὺς ἦσαν τὰ δευτερεύοντα σημεῖα: τοῦ Ἡμερολογίου καὶ τῶν νηστειῶν. Φτάνουν στὸ σημεῖο νὰ συγκρίνουν τὴν αἵρεση τῆς Εἰκονομαχίας μὲ τὴν ἑορτολογικ καινοτομία, παρόλο, μάλιστα, ποὺ τὴν ἑορτολογικὴ καινοτομία δὲν χαρακτηρίζουν ὡς αἵρεση, ἀλλὰ ὡς κάτι περιφερειακό, «περὶ ἀφετηρίας τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ»! Δηλαδή, ἦταν τόσος ὁ φανατισμὸς ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, ὥστε νὰ τοὺς κάνει νὰ παραβλέψουν τὴν αἵρεση τῆς Ἐγκυκλίου, ποὺ ἦταν ἡ ἀποδοχὴ ὅτι ὁ Παπισμὸς εἶναι ἄλλη Ἐκκλησία, καὶ ἔμειναν μόνο σ’ αὐτὸ ποὺ οἱ ἴδιοι ἀποκαλοῦν δευτερεῦον, «ἀφετηρία», δηλ. στὸ ἡμερολόγιο!!!
Ἡ ἀποκοπή τους, λοιπόν, ἀπὸ τὴν Μία Ἐκκλησία (ἂν εἶναι ἔτσι τὰ πράγματα) ἀποτελεῖ ὁλοφάνερα σχίσμα, διότι, οἱ ὑπόλοιπες ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες καὶ Πατριαρχία, ποὺ ἀκολουθοῦσαν (ὅπως κι αὐτοὶ) τὸ Παλαιὸ Ἑορτολόγιο, δὲν ἀποδοκίμασαν τὴν ἑλλαδική Ἐκκλησία γιὰ τὴν ὁμολογουμένως ἀντικανονικὴ ἀλλαγὴ τοῦ Ἡμερολογίου,  ἀλλὰ ἐπικοινωνοῦσαν μαζί της, γιατὶ ἔκριναν ὅτι τὸ Ἡμερολόγιο δὲν ἀποτελοῦσε αἰτία διασπάσεως τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ πολλάκις ὑπενθύμιζαν στοὺς Παλαιοημερολογίτες, τὴν περίπτωση τοῦ Πάπα Ἀνίκητου καὶ τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου: ὅταν ἅγιος Πολύκαρπος, μετέβει στὴν Ρώμην (157 μ.Χ.) δὲν συμφώνησαν περὶ τοῦ κοινοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα. Παρὰ ταῦτα, ὅμως, «καίτοι διχογνωμοῦντες περὶ ἡμερῶν καὶ καιρῶν καὶ χρόνων καὶ τηρήσεως τοπικῶν ἐθίμων… ἀπεχωρίσθησαν ἀλλήλων ἐν ἀγάπῃ», ἀφοῦ προηγουμένως ὁ Πάπας Ἀνίκητος «παρεχώρησε τῷ Πολυκάρπῳ τὴν ἰδίαν Ἐκκλησίαν, ἵνα τελέσῃ οὗτος τὸ τῆς Θείας Εὐχαριστίας Μυστήριον. Αἱ περὶ τὸν ἑορτασμόν τοῦ Πάσχα διαφοραὶ τῶν Ἐκκλησιῶν δὲν ἔθιξαν τὴν μεταξύ αὐτῶν ἑνότητα».
Ἕνας ἀκόμα λόγος, ποὺ ἀποδεικνύει ὅτι ἡ αἰτία διακοπῆς κοινωνίας μὲ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἦταν μόνο τὸ Ἡμερολόγιο (ἡ ἀφετηρία τῆς αἱρέσεως καὶ ὄχι ἡ ἴδια ἡ αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ) εἶναι καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ «Παλαιοημερολογίτες» δὲν ἀπεκόπησαν (τὰ πρῶτα χρόνια) ἀπὸ τὶς ἄλλες Ἐκκλησίες καὶ Πατριαρχεῖα, ποὺ ἀκολουθοῦσαν τὸ Παλαιὸ Ἡμερολόγιο, ἂν καὶ οἱ Ἐκκλησίες αὐτὲς καὶ τὰ Πατριαρχεῖα ἐπικοινωνοῦσαν μὲ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καὶ μὲ τὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως, ποὺ ἀκολουθοῦσαν τὸν Οἰκουμενισμό, καὶ εἶχαν ἀποδεχθεῖ καὶ αὐτὰ τὴν αἱρετικὴν Ἐγκύκλιο τοῦ 1920 (σιωπηρῶς ἢ φανερῶς). Αὐτὸ δὲν ἀποτελοῦσε αἰτία νὰ διακόψουν καὶ μὲ αὐτὰ τὴν «κοινωνίαν» οἱ τοῦ Παλαιοῦ!!!
Μάλιστα, ὅπως παρακάτω παρουσιάζει τὰ πράγματα ὁ Δελήμπασης, «ὁ Φλωρίνης Χρυσόστομος μὲ ἐπιστολή του (9.11.1937) γράφει ὅτι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν διὰ τῆς ἑορτολογικῆς καινοτομίας ἀπέσχισεν ἑαυτὸν καὶ τὴν ἀκολουθοῦσαν αὐτῷ Ἱεραρχίαν τῶν λοιπῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν εἰς τὸν ἑορτασμὸν τῶν ἑορτῶν καὶ τὴν τήρησιν τῶν νηστειῶν»! Τοῦτο, βέβαια, ὅπως ἀνεφέρθη εἶναι ἀναληθές, γιατὶ καμία Ἐκκλησία (παρὰ τὶς δίκαιες διαμαρτυρίες) δὲν ἐξέλαβε ὡς σχίσμα τὴν ἀλλαγὴν τοῦ Ἡμερολογίου καὶ εἶχαν ἐπικοινωνία μὲ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος. Πῶς, λοιπόν, προσπαθοῦσε ὁ Φλωρίνης Χρυσόστομος μὲ ψευδῆ στοιχεῖα νὰ πείσει ὅτι ἔχουν δίκιο οἱ τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερολογίου ποὺ ἀπεσχίσθησαν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, παρουσιάζοντας, τάχα, ὅτι αὐτὸς καὶ οἱ ὀπαδοί του ἀκολουθοῦν τὶς ἄλλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες; Δὲν ἦσαν κι αὐτὲς αἱρετικές, ἀφοῦ εἶχαν ἀποδεχθεῖ τὴν αἱρετικὴ Ἐγκύκλιο; Κατὰ τὴν λογικὴ τοῦ Φλωρίνης, φαίνεται πὼς δὲν ἦσαν αἱρετικές· τοῦ ἔφτανε ὅτι δὲν εἶχαν ἀποδεχθεῖ τὸ Ἡμερολόγιο. Καὶ ἂν τὶς ὀνόμαζε αἱρετικές, δὲν μποροῦσε νὰ ὑποστηρίξει τὶς θέσεις του.
Θὰ ἦταν ἐνδιαφέρον νὰ προσκομιστοῦν συγκεκριμένα στοιχεῖα ἐκείνης τῆς ἐποχῆς (καὶ ὄχι συλλογισμοὶ καὶ προσωπικὰ συμπεράσματα), ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν τὰ ἀρχεῖα, γιὰ νὰ διαφωτισθεῖ καλύτερα τὸ βασικὸ αὐτὸ θέμα, γιατὶ ἀπὸ τὰ ἀποσπάσματα ποὺ μᾶς διασώζει ὁ Δελήμπασης βγαίνουν ἀντίθετα συμπεράσματα περὶ τῆς ἀφετηρίας τοῦ Παλαιοημερολογιτισμοῦ.
Τὸ κείμενο τοῦ Δελήμπαση ἔχει ὡς ἑξῆς:
«Τὴν 27ην Μαΐου 1935 τρεῖς Ἱεράρχαι, ὁ Δημητριάδος Γερμανός, ὁ πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος καὶ ὁ Ζακύνθου Χρυσόστομος, ἀπετειχίσθησαν κανονικῶς ἐκ τῆς ἐν καινοτομίᾳ Ἱεραρχίας τῆς Ἑλλάδος». Ἀπέστειλαν δὲ ἔγγραφο στὴν Σύνοδο μὲ τίτλο: «Διαμαρτυρία καὶ Δήλωσις». Μὲ αὐτὸ κατήγγελαν τὴν Ἱεραρχία ὅτι «εἰσήγαγε μονομερῶς καὶ ἀντικανονικῶς εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τὸ γρηγοριανὸν ἡμερολόγιον… παρὰ τὰ θέσμια τῶν ἑπτὰ Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Οὕτως ἠθέτησε τοὺς θείους καὶ Ἱεροὺς Κανόνας”, τοὺς “διέποντας τὰ τῆς θείας Λατρείας καὶ ἰδί τὴν νηστείαν τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων”, “ἐμμέσως” δὲ παρέβη καὶ “τὸν πασχάλιον Κανόνα” ”τῆς Πρώτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου”, ”διὰ τῆς ἀλλοιώσεως το ορτολογίου καὶ το ἐνιαυσίου κύκλου τοῦ κυριακοδρομίου, μεθ' ὧν ἀναποσπάστως συνδέεται” οὗτος. Διὸ ”διέσπασε τὴν ἑνότητα τῆς καθ' ὅλου Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας”, ”διήρεσε τοὺς Χριστιανούς”, καὶ ”θιξεν ἐμμέσως καὶ τὸ δόγμα το συμβόλου τῆς Πίστεως <εἰς Μίαν Ἁγίαν Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν>”. καινοτόμος, λοιπόν, <Ἱεραρχία> ”ἐγένετο αἰτία σκανδάλου τῶν Χριστιανῶν καὶ θρησκευτικῆς διαιρέσεως καὶ ἀντεγκλήσεως μεταξὺ αὐτῶν, ἀποβαλόντων ἐξ αἰτίας το νέου ἡμερολογίου τὴν ὁμοφωνίαν ν τῇ πίστει καὶ τὴν χριστιανικὴν ἀγάπην”. Τοιουτοτρόπως καινοτόμος ”Ἱεραρχία τῆς Ἑλλάδος πέσχισε καὶ ἀπετείχισεν ἑαυτήν, κατὰ τὸ πνεῦμα τῶν Ἱερῶν Κανόνων, τοῦ καθ' ὅλου κορμοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ἐκήρυξε κατ' οὐσίαν ἑαυτὴν σχισματικὴν,  καθ'    ἀπεφάνθη” παλαιότερον καὶ ὁ Ἀθηνῶν Χρυσόστομος (. . σ. 659). ”Διὰ ταῦτα”, συμπεραίνουσιν ο ἐνιστάμενοι Ἱεράρχαι, ”δηλοῦμεν, ὅτι κόπτομεν τοῦ λοιποῦ πᾶσαν σχέσιν καὶ ἐκκλησιαστικὴν ἐπικοινωνίαν” μετὰ τῆς Ἱεραρχίας τῆς καινοτομίας ”καὶ ἀναλαμβάνομεν τὴν πνευματικὴν ἡγεσίαν καὶ ἐκκλησιαστικὴν ποιμαντορίαν τοῦ ἀποκηρύξαντος” ταύτην ”καὶ ἐκ πολυαριθμῶν κοινοτήτων συγκειμένου ὀρθοδόξου Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τοῦ ἐμμένοντος πιστοῦ ες τὸ πάτριον καὶ ὀρδόδοξον” ”ἡμερολόγιον”, ἤτοι ορτολογιον. Τατα δὲ πράττομεν, λέγουσιν ο Ἱεράρχαι, ”καθῆκον συνειδήσεως ἐκπληροῦντες καὶ ὑπὸ τοῦ πόθου τῆς ἑνώσεως ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἑλλήνων Χριστιανῶν ν τῷ ἐδάφει τῆς ἡμερολογιακῆς”, ἤτοι ορτολογικς, ”καὶ ὀρθοδόξου παραδόσεως ἀγόμενοι».
Στ συνέχεια δηλώνουν: «”Οὐ γρ” ὄντως Ὀρθοδόξων <ἐπισκόπων>, ἀλλά», λόγῳ τῆς ορτολογικς καινοτομίας τῆς οἰκουμενιστικς αἱρέσεως, ”σχισμάτων καὶ μερισμῶν τὴν Ἐκκλησίαν ἐσπούδασαν ρύσασθαι”» (Δελήμπαση ρ., Πάσχα Κυρίου, σελ. 744-745).
Καὶ σὲ ἄλλο σημεῖο: Ὁ Φλωρίνης Χρυσόστομος μὲ ἐπιστολή του (9.11.1937) γράφει πρὸς τὸν Κυκλάδων Γερμανὸν καὶ τὰ ἑξῆς: Ὡνομάσαμε τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος σχισματική, ἀλλὰ «τὴν λέξιν “σχίσμα” μετεχειρίσθημεν, οὐχὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὑφ’ ἣν μεταχειρίζεται ταύτην ἡ Ἐκκλησία, ἵνα σημάνῃ τὴν ἀπόσχισιν ἐκ τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τὴν συνεπείᾳ ταύτης ἀποξένωσιν τῆς Χάριτος τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν Μυστηρίων, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν διὰ τῆς ἑορτολογικῆς καινοτομίας ἀπέσχισεν ἑαυτὸν καὶ τὴν ἀκολουθοῦσαν αὐτῷ Ἱεραρχίαν τῶν λοιπῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν εἰς τὸν ἑορτασμὸν τῶν ἑορτῶν καὶ τὴν τήρησιν τῶν νηστειῶν. Ἡ ἀπόσχισις αὕτη τοῦ Μακαριωτάτου καὶ τῆς ἀκολουθούσης αὐτῷ Ἱεραρχίας παρέχει εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα, νὰ διατυπώσωμεν τὴν προσωπικὴν καὶ ὅλως προσωπικὴν ἡμῶν γνώμην, ὅτι ὁ μακαριώτατος καὶ οἱ ἀκολουθοῦντες αὐτῷ Ἀρχιερεῖς, ὡς διασπάσαντες ἐν ἐπιγνώσει τὴν ἑνότητα τῆς καθόλου Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰς τὴν ταυτόχρονον ἑορτασμὸν τῶν ἑορτῶν καὶ τὴν ταυτόχρονον τήρησιν τῶν νηστειῶν, κατέστησαν δυνάμει μόνον, οὐχὶ δὲ καὶ ἐνεργείᾳ, ἔκπτωτοι τῆς θείας Χάριτος», ὡς μετακινοῦντες «τὰ αἰώνια ὅρια, ἅτινα ἔθηκαν οἱ Πατέρες… Ἡμεῖς ἐξήλθομεν εἰς τὸν ἀγῶνα ὑπὸ τὴν σημαίαν τῆς ἐπαναφορᾶς τοῦ πατρίου ἑορτολογίου εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, θέτοντες ὡς κύριον σκοπόν… τὴν ἕνωσιν τῶν Χριστιανῶν εἰς τὸν ἑορτασμὸν τῶν ἑορτῶν» (Δελήμπαση Ἀρ., Πάσχα Κυρίου, σελ. 797-798).
«Ἡ οἰκουμενιστικὴ διαίρεσις τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἐν Ἑλλάδι Ἐκκλησία εἶναι σήμερον, δυστυχῶς, διῃρημένη καὶ ἀσθενοῦσα. Τὸ ἔτος 1924 σκοτειναὶ δυνάμεις τὴν διῄρεσαν διὰ τῆς ἑορτολογικῆς καινοτομίας τῶν δέκα τριῶν ἡμερῶν. Ἡ καινοτομία αὕτη ὁμοιάζει πρὸς τὴν καινοτομίαν τῆς αἱρέσεως τῆς Εἰκονομαχίας. … Καὶ ἡ σημερινὴ ἑορτολογικὴ καινοτομία …εἶναι ἐκδήλωσις καὶ ἀφετηρία τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ… Εἶναι “ἀνατροπὴ τοῦ παντὸς μέχρι τοῦ Ἀντιχρίστου”… Διὰ τῆς ἑορτολογικῆς καινοτομίας, οἱ Ὀρθόδοξοι διῃρέθησαν εἰς δύο. Εἰς νοσοῦντας ἐν πίστει καὶ εἰς ὑγιαίνοντας» (Δελήμπαση Ἀρ., Πάσχα Κυρίου, σελ. 810-811).
Καθαρά, λοιπόν, ὀνομάζεται αἵρεση (καινοτομία) καὶ ἀνατροπὴ τοῦ παντός ἡ Ἡμερολογιακὴ ἀλλαγὴ καὶ ἡ ἀφετηρία τῆς αἱρέσεως, ἐνῶ οὐδεὶς λόγος γίνεται γιὰ τὴν καθαυτὸ αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ!
Ἐκτὸς ὅμως, ἀπὸ τὸν Δελήμπαση καὶ ἄλλος ἱερωμένος-θεολόγος τοῦ Παλαιοῦ ἡμερολογίου, ὁ π. Νικόλαος Δημαρᾶς, τὴν ἴδια πληροφορία μᾶς δίνει, ὅταν γράφει:
«Βαθμιαα καὶ σταθερά, λοιπόν, πομακρύνθηκε κατ' ρχὰς κκλησία μας (σ.σ. ἡ «Γνήσια Ἐκκλησία» τῶν τοῦ Παλαιοῦ):
α) πὸ τὸ σχίσμα το Νέου μερολογίου καὶ τοὺς Νεοημερολογίτες (σ.σ. πῶς ἦταν σχίσμα, ἀφοῦ ὅλες οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες δὲν τὸ κατεδίκασαν ὡς σχίσμα;) καὶ στὴ συνέχεια πὸ τὴν αρεση το Οκουμενισμο, πως ατὸ γινόταν πάντοτε μέσα στὴν κκλησία, ταν κηρυσσόταν αρεση». (Βέβαια, τοῦτο εἶναι ἀνακριβές: στὴν Ἐκκλησία διαπιστωνόταν πρῶτα ἡ αἵρεση (καὶ ὄχι ἡ ἀφετηρία τῆς αἱρέσεως, ποὺ μποροῦσε καὶ νὰ μὴ καταλήξη σὲ αἵρεση) καὶ μετὰ ἀποκόπτοντο  ἀπὸ αὐτὴ οἱ Ὀρθόδοξοι).
β) μέσα σὲ διωγμὸ καὶ ντας μπερίστατη κκλησία μας (σ.σ. ἡ «Γνήσια Ἐκκλησία» τῶν τοῦ Παλαιοῦ), μετὰ τὸν θάνατο το μολογητο γίου Προέδρου μας, πρώην Φλωρίνης κυρο Χρυσοστόμου, νεζήτησε καὶ πρε τὴν διαδοχὴ πὸ τοὺς γωνιστὲς καὶ μολογητὲς εράρχες τν Ρώσσων τς Διασπορς, ποὺ διακρατοσαν τὸ ρθόδοξο ορτολόγιο καί ντιμάχονταν τὸν Οκουμενισμό, μὲ τοὺς ποίους κοινώνησε πλήρως. (Περιοδικὸ «γιοι Κολλυβάδες», Φθινόπωρο 2010, σελ. 19).
Περιμένουμε συγκεκριμένα καὶ καθαρὰ στοιχεῖα καὶ ὄχι περίπλοκους συλλογισμούς, ποὺ προκαλοῦν σύγχυση. Καὶ μετὰ τὰ στοιχεῖα, μποροῦμε νὰ συζητήσουμε, νὰ θεολογήσουμε καὶ νὰ βγάλουμε τὰ συμπεράσματά μας.
Σημάτης Παναγιώτης