Συναξάρι τοῦ ἁγίου μεγαλομάρτυρος Δημητρίου τοῦ μυροβλύτου

 (Ἀ­πό τόν Συ­να­ξα­ρι­στή τοῦ ἁ­γί­ου Νι­κο­δή­μου).


       Ὁ ἅ­γι­ος καί πα­νέν­δο­ξος με­γα­λο­μάρ­τυς καί θαυ­μα­τουρ­γός Δη­μή­τρι­ος ἔζησε κα­τά τούς χρό­νους τῶν αὐ­το­κρα­τό­ρων Δι­ο­κλη­τι­α­νοῦ καί Μα­ξι­μι­α­νοῦ κα­τά τό ἔ­τος 296. Κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν πό­λη τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης, κληρονόμησε τήν εὐ­σέ­βει­α ἀ­πό τούς γο­νεῖς του καί δί­δα­σκε τήν πί­στη πρός τόν Χρι­στό.

Ὅ­ταν πῆ­γε στή Θεσ­σα­λο­νί­κη ὁ Μα­ξι­μι­α­νός, τό­τε συ­νε­λή­φθη αὐ­τός ὁ μέ­γας Δη­μή­τρι­ος καί φυ­λα­κί­σθη­κε, ἐ­πει­δή ἦ­ταν πα­σί­γνω­στος γι­ά τήν εὐ­σέ­βει­α καί τήν χρι­στι­α­νι­κή του πί­στη.

Ὁ βα­σι­λι­άς καυ­χι­ό­ταν γι­ά ἕ­ναν ἄν­θρω­πο ὀ­νό­μα­τι Λυ­αῖ­ο, πού ξε­περ­νοῦ­σε τούς ἄλ­λους στό μέ­γε­θος τοῦ σώ­μα­τος καί τή δύ­να­μη. Ἐ­πει­δή, λοι­πόν, πα­ρα­κι­νοῦ­σε τούς Θεσ­σα­λο­νι­κεῖς νά μποῦν στό στά­δι­ο καί νά πο­λε­μή­σουν μ' αὐ­τόν, κά­ποι­ος νέ­ος χρι­στι­α­νός στήν πί­στη ὀ­νό­μα­τι Νέ­στωρ, πῆ­γε στόν εὑ­ρι­σκό­με­νο στή φυ­λα­κή ἅ­γι­ο Δη­μή­τρι­ο καί τοῦ εἶ­πε: «Δοῦ­λε τοῦ Θε­οῦ, θέ­λω νά πο­λε­μή­σω μέ τόν Λυ­αῖ­ο· γι' αὐ­τό πα­ρα­κά­λε­σε τόν Κύ­ρι­ο γι­ά μέ­να». Ὁ ἅ­γι­ος σφρά­γι­σε τό μέ­τω­πό του καί εἶ­πε: «Καί τόν Λυ­αῖ­ο θά νι­κή­σεις καί γι­ά τόν Χρι­στό θά μαρ­τυ­ρή­σεις». Παίρ­νο­ντας θάρ­ρος καί ψυ­χι­κή δύ­να­μη ὁ Νέ­στωρ ἀ­πό τόν λό­γο αὐ­τό τοῦ ἁ­γί­ου, χω­ρίς ἀ­να­βο­λή πή­δη­ξε μέ­σα στό στά­δι­ο καί πο­λε­μώ­ντας μέ τόν Λυ­αῖ­ο τόν θα­νά­τω­σε, καί ἔ­τσι τα­πεί­νω­σε καί τήν ὑ­πε­ρη­φά­νει­α ἐ­κεί­νου καί τό καύ­χη­μα τοῦ βα­σι­λι­ᾶ.

Ὁ βα­σι­λι­άς, λοι­πόν, ντρο­πι­ά­στη­κε, λυ­πή­θη­κε ἀλ­λά καί θύ­μω­σε, καί ἐ­πει­δή ἔ­μα­θε ὅ­τι ὁ ἅ­γι­ος Δη­μή­τρι­ος πα­ρα­κί­νη­σε πρός τοῦ­το τόν Νέ­στο­ρα, ἔ­στει­λε στρα­τι­ῶ­τες καί τούς δι­έ­τα­ξε νά κα­τα­τρυ­πή­σουν μέ τίς λόγ­χες τόν ἅ­γι­ο μέ­σα στή φυ­λα­κή, δι­ό­τι ἔ­γι­νε αἴ­τι­ος τῆς σφα­γῆς τοῦ Λυ­αί­ου.

Ἔ­γι­νε τοῦ­το καί ὁ ἅ­γι­ος Δη­μή­τρι­ος πα­ρέ­δω­σε τήν ἁ­γί­α του ψυ­χή στά χέ­ρι­α τοῦ Θε­οῦ, ἐ­πι­τε­λώ­ντας με­τά θά­να­τον πολ­λά θαύ­μα­τα καί ὑ­περ­φυ­σι­κές θε­ρα­πεῖ­ες.

Μέ τέ­τοι­ου εἴ­δους τρό­πο θα­να­τώ­θη­κε ὁ ἅ­γι­ος Δη­μή­τρι­ος, καί τό νε­κρό του λεί­ψα­νο βρι­σκό­ταν πε­τα­μέ­νο στή γῆ. Κά­ποι­οι χρι­στι­α­νοί τό πῆ­ραν, τό φρό­ντι­σαν καί τό ἔ­θα­ψαν στή γῆ. Ἕ­νας ὑ­πη­ρέ­της τοῦ ἁ­γί­ου ὀ­νό­μα­τι Λοῦ­πος, ὁ ὁ­ποῖ­ος βρι­σκό­ταν κο­ντά του ὅ­ταν ἐ­κεῖ­νος δε­χό­ταν τόν ὑ­πέρ Χρι­στοῦ μα­κά­ρι­ο θά­να­το, αὐ­τός, λέ­γω, μα­ζεύ­ο­ντας τό αἷ­μα τοῦ μάρ­τυ­ρα ἐ­πά­νω στό πα­νω­φό­ρι τοῦ ἁ­γί­ου καί ἀ­φοῦ ἄ­λει­ψε τό δα­κτυ­λί­δι τοῦ ἁ­γί­ου μέ τό ἅ­γι­ο αἷ­μα του, ἔ­κα­μνε μέ αὐ­τά πολ­λά θαύ­μα­τα καί ὑ­περ­φυ­σι­κά ση­μεῖ­α, ὥ­στε γέ­μι­σε ὅ­λη ἡ πό­λη τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης ἀ­πό τήν φή­μη αὐ­τῶν τῶν με­γά­λων θαυ­μά­των. Ἀ­κό­λου­θο ἦ­ταν ὅ­τι αὐ­τά δέν ἦ­ταν δυ­να­τόν νά τά ἀ­ντέ­ξει ὁ φθό­νος τοῦ Δι­α­βό­λου, οὔ­τε ἦ­ταν δυ­νατό νά μή τά μά­θει ὁ βα­σι­λι­άς. Καί ἔ­τσι συ­νε­λή­φθη ὁ κα­λός αὐ­τός ὑ­πη­ρέ­της Λοῦ­πος καί ἀ­μέ­σως φο­νεύ­θη­κε καί ἔ­γι­νε καί αὐ­τός μάρ­τυ­ρας τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ.

(Ἀ­πό τόν Συ­να­ξα­ρι­στή τοῦ ἁ­γί­ου Νι­κο­δή­μου, ἔκ­δ. Γ´, τόμ.Α´, σελ.161. Τό κεί­με­νο ἀ­πο­δό­θη­κε στήν καθομιλουμένη).

Πηγή.