Λειτουργικές ὑποχρεώσεις καί στάση ἀπέναντι στόν Οἰκουμενισμό, πράγματα ἀλληλένδετα!

 


Οἱ λειτουργικές μας ὑποχρεώσεις καὶ οἱ ὑποχρεώσεις μας ἀπέναντι στὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ εἶναι ἀλληλένδετες καὶ ἀχώριστες

 

Τοῦ Ἀδαμάντιου Τσακίρογλου 

Μετὰ τὴν δογματικὴ ἀλλοτρίωση, τὴν κανονικὴ ἀκύρωση, τὴν πνευματικὴ παραχάραξη καὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἰσοπέδωση ποὺ ἔχει ἐπιφέρει ἡ κατὰ τοὺς Πατέρες ἐσχατολογικοῦ χαρακτῆρος παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ βιώσαμε αὐτὸ τὸ Πάσχα καὶ τὴν ἀποκορύφωση τῆς λειτουργικῆς κακοποίησης. Μίας κακοποίησης ποὺ ἔλαβε μέρος μὲ ἀπίστευτη βαναυσότητα καὶ θράσος: Οἱ λειτουργίες τοῦ Πάσχα μετατέθηκαν, συντομεύτηκαν καὶ ἀλλοιώθηκαν καὶ στὸ δογματικό τους περιεχόμενο καὶ ὡς πρὸς τὸ τυπικό τους αὐθαίρετα, ἀντικανονικά, ἀσεβέστατα καὶ ἄνευ ἴχνους, ὄχι μόνο φόβου Θεοῦ ἀλλὰ καὶ χρέους ἀπέναντι στὸν συνάνθρωπο, ποὺ ὑποτίθεται ἔχουν οἱ Οἰκουμενιστές.

Ὅμως ἂν θέλουμε νὰ εἴμαστε εἰλικρινεῖς μπροστὰ στὸν Θεὸ καὶ στοὺς ἑαυτούς μας, πρέπει νὰ ὁμολογήσουμε ὅτι τὰ γεγονότα αὐτὰ ποὺ μὲ πόνο βιώσαμε, ἦταν, εἶναι καὶ θὰ εἶναι ἀναπόφευκτα, ἀφοῦ ἀπορρέουν καὶ εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς δικῆς μας ἀνακόλουθης, δειλῆς καὶ φίλαυτης στάσης. Μία στάση ἡ ὁποία, ὅπως θὰ δοῦμε παρακάτω, εἶναι τὸ ἴδιο ἔνοχη μὲ αὐτοὺς ποὺ ἔπραξαν τὰ ἀνήκουστα τὸ περσινὸ καὶ φετινὸ Πάσχα (πολλοὶ μιλοῦν γιὰ τὸ φετινὸ Πάσχα καὶ ξέχασαν τὸ περσινό, ποὺ δὲν ὑπῆρξαν κἂν λειτουργίες, καθὼς καὶ τὸ τί τότε ἔλεγαν, γιὰ τὸ τί πρέπει νὰ γίνει). Γιὰ νὰ κατανοήσουμε αὐτὴ τὴν λανθασμένη καὶ προϊὸν ἀποστασίας στάση μας καλύτερα, θὰ πρέπει νὰ τὴν συγκρίνουμε μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ διδασκαλία σχετικὰ μὲ τὴν θέση μας, τὸ καθῆκον καὶ τὶς ὑποχρεώσεις μας στὴν Θεία Λειτουργία.

Τὸ Εὐαγγέλιο, οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι καὶ Πατέρες, οἱ Οἰκουμενικὲς καὶ τοπικὲς Σύνοδοι, οἱ Ἱεροὶ Κανόνες καὶ ἡ Ἱ. Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μᾶς ὑπενθυμίζουν συνεχῶς ὅτι, ὡς μέλη τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας, δὲν πρέπει νὰ συλλειτουργοῦμε καὶ νὰ κοινωνοῦμε μὲ αἱρετικούς. Αὐτοὺς πρέπει νὰ τοὺς ἀποκόπτουμε πρῶτα ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία τόσο στὴν Θ. Λειτουργία ὅσο καὶ ἐκτὸς αὐτῆς καὶ μετά, στὴν περίπτωση ἀμετανοησίας τους καὶ συνέχισης τῆς μεταδόσεως τοῦ ἰοῦ τῆς αἱρέσεως, νὰ τοὺς ἀποκόπτουμε συνοδικὰ καὶ ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ποὺ δὲν δέχεται ψεγάδια στὸν πάναγνο χαρακτῆρα Της.

Σήμερα ὅμως τὸ ποίμνιο πράττει τὸ ἀντίθετο: Ἀντὶ νὰ πράττει τὰ παραπάνω, ἀντιθέτως κοινωνεῖ μὲ τοὺς αἱρετικοὺς «κατ’ οἰκονομία» ἢ «ἀπὸ ἀνάγκη» (ὅπως τονίζει), μέχρι νὰ ἐπέμβει ὁ Θεός (ὅπως τονίζει), ἢ μέχρι νὰ ἀναδείξει τοὺς Ἁγίους Του (ὅπως τονίζει), οἱ ὁποῖοι θὰ διώξουν (ὅπως τονίζει) τοὺς αἱρετικούς. Γιὰ τὰ προσωπικά μας καθήκοντα καὶ τὶς ὑποχρεώσεις οὐδεὶς λόγος γίνεται, ἂν καὶ ὅλοι γνωρίζουμε πὼς ὁ Θεὸς θέλει καὶ τὴν δική μας συνεργασία γιὰ νὰ βοηθήσει. Φθάσαμε ἀκόμα καὶ στὸ σημεῖο νὰ δηλώνουμε δημοσίως (βλ. πὼς γράφουν ἀνεύθυνα μερικοὶ ἐπιτήδειοι), ὅτι ὁ λαϊκὸς δὲν ἔχει, ἔτσι κι ἀλλιῶς, τέτοιες ὑποχρεώσεις καὶ τέτοια καθήκοντα καὶ ὁ ρόλος του στὴν Θ. Λειτουργία εἶναι ἄλλος, μᾶλλον διακοσμητικός, ὅπως αὐτὸ ἐπαληθεύτηκε στὶς ἐδῶ καὶ ἕνα χρόνο «Θ. Λειτουργίες» ἄνευ ποιμνίου (καὶ ὅμως τὸ ποίμνιο συνεχίζει νὰ λέει τὰ ἴδια).

Γιὰ τὴν ὀρθότητα τῶν παραπάνω σκέψεων ἂς δοῦμε κάποια ἀποσπάσματα ἀπὸ τὴν ὁμιλία τοῦ θεολόγου–φιλολόγου Γιάννη Τσερεβελάκη σὲ σύναξη /σεμινάριο ἱερέων-ψαλτῶν στὸ Ἐπισκοπιανὸ Χερσονήσου (04.06.2009). Τὰ ἀποσπάσματα αὐτὰ θὰ συνοδεύονται ἀπὸ τὸν ἀνάλογο σχολιασμό:

      «Έχω την αίσθηση, για να μην πω τη βεβαιότητα, ότι πολλές φορές η λατρεία γίνεται μηχανικά, χωρίς συνείδηση από τους συμμετέχοντες αυτού που τελείται στις διάφορες ακολουθίες ή στη Θεία Λειτουργία, κάτι που πρέπει να βάλει σε σκέψεις ολόκληρη την Εκκλησία, κλήρο και λαό. Κυρίως όμως το θέμα αυτό θα πρέπει να απασχολήσει τον κλήρο, ανώτερο και κατώτερο, ο οποίος είναι επιφορτισμένος με το έργο του ευαγγελισμού των πιστών, της διαφώτισής τους πάνω σε θέματα δόγματος και λατρείας, ώστε η πίστη να είναι ανόθευτη και η λατρεία λογική. Διότι, αν η πίστη είναι νοθευμένη από διάφορες δεισιδαιμονίες και προλήψεις και αν η λατρεία είναι μόνον ο τύπος ή μια καλή συνήθεια, τότε η ίδια η ζωή και η διδασκαλία της Εκκλησίας πλήττονται καίρια».

Οἱ διαπιστώσεις αὐτὲς τοῦ ὁμιλητοῦ καταδεικνύουν τὴν σημερινὴ ἐκκλησιαστικὴ τραγικότητα καθὼς καὶ τὴν ἀσθένεια τοῦ σημερινοῦ πιστοῦ: Ὅ,τι πάσχουμε, τὸ πάσχουμε διότι ἐμεῖς ἀρνούμαστε νὰ χρησιμοποιήσουμε τὸ ἀναδεδειγμένο ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία/ἰατρὸ φάρμακο. Καὶ ὄχι μόνο ἀρνούμαστε, ἀλλὰ τὸ ἀντικαθιστοῦμε μὲ ψευδοφάρμακα ψευδοευσεβείας ἀπὸ ψευδοευσεβεῖς κομπογιαννῖτες (ἔτσι τοὺς ὀνομάζει ὁ π. Ἰ. Ρωμανίδης) καὶ ἀκολούθως μένουμε τυφλοὶ στὴν ἀλήθεια: «αν η πίστη είναι νοθευμένη από διάφορες δεισιδαιμονίες και προλήψεις και αν η λατρεία είναι μόνον ο τύπος ή μια καλή συνήθεια, τότε η ίδια η ζωή και η διδασκαλία της Εκκλησίας πλήττονται καίρια». Αὐτὸ δὲν συμβαίνει σήμερα;

      «Πολλά από τα παρατηρούμενα σήμερα στη Θεία Λατρεία αποτελούν σαφή απόδειξη ότι εκείνοι που κατ’ εξοχήν σηκώνουν το βάρος της ιεροπραξίας, δηλαδή οι ιερείς και οι ψάλτες, πολλές φορές δεν έχουν συνείδηση του ρόλου τους και κυρίως της εκκλησιολογικής διάστασής τους. Δεν συνειδητοποιούν δηλαδή ότι η Λατρεία είναι ένα έργο που δεν αφορά μόνο τους ίδιους αλλά όλο το λαό του Θεού, το σύνολο των πιστών που μετέχει σ’ αυτήν. Μια Λατρεία στην οποία ο καθένας πράττει για τον εαυτό του και για την προβολή του, είναι Λατρεία ακοινώνητη, δηλαδή Λατρεία δίχως εκκλησιολογική βάση. Γιατί πρέπει να γίνει συνείδηση όλων ότι ο Χριστιανισμός κατανόησε τον εαυτό του πρωτίστως και κυρίως ως Εκκλησία, δηλαδή ως σύναξη του λαού γύρω από την αγία Τράπεζα για την τέλεση του μυστηρίου της Θ. Ευχαριστίας αλλά και για τη λήψη αποφάσεων (π.χ. χωρίς το «άξιος» του λαού χειροτονία δεν μπορεί να γίνει), και ελάχιστα ως θρησκεία».

Ἰδοὺ ἡ διαπίστωση ποὺ ἀκοῦν οἱ ἱερεῖς καὶ παρόλα αὐτὰ δὲν τὴν τηροῦν, τὴν ἀκοῦν οἱ ψάλτες καὶ δὲν τὴν τηροῦν, τὴν ἀκοῦν οἱ λαϊκοί καὶ τὴν ἀρνοῦνται: «η Λατρεία είναι ένα έργο που δεν αφορά μόνο τους ίδιους αλλά όλο το λαό του Θεού, το σύνολο των πιστών που μετέχει σ’ αυτήν. Μια Λατρεία στην οποία ο καθένας πράττει για τον εαυτό του και για την προβολή του, είναι Λατρεία ακοινώνητη, δηλαδή Λατρεία δίχως εκκλησιολογική βάση».

Ποῦ εἶναι αὐτοὶ ποὺ «διδάσκουν» δημοσίως, ὅτι ἡ διακοπὴ μνημοσύνου εἶναι ἔργο μόνο τῶν ρασοφόρων, ὅτι στὴν Ἐκκλησία μπορεῖ ὁ ἕνας νὰ πράττει αὐτὸ καὶ ὁ ἄλλος ἐκεῖνο, δὲν παίζει ρόλο κλπ.; Ἔτσι γίνονται τὰ σημερινὰ τραγικὰ γεγονότα ὡς πρὸς τὴν φύση τους σαφέστατα: Ἔχουμε Λατρεία χωρὶς ἐκκλησιολογικὴ βάση.

    «“Πάντες ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἐν τῇ προσευχῇ ἅμα συνέρχεσθε· μία δέησις ἔστω κοινή, εἰς νοῦς, μία ἐλπίς, ἐν ἀγάπῃ, ἐν πίστει τῇ ἀμώμῳ, τῇ εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν, οὗ ἄμεινον οὐδέν ἐστι. Πάντες ὡς εἷς, εἰς τὸν ναὸν Θεοῦ συντρέχετε, ὡς ἐπὶ ἓν θυσιαστήριον, ἐπὶ ἓνα Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν ἀρχιερέα τοῦ ἀγεννήτου Θεοῦ” (Προς Μαγνησίους, 7, 1-2). Οι Αποστολικές Διαταγές (δ΄ αι. μ. Χ.) παρουσιάζουν την ενότητα της ευχαριστιακής συνάξεως, η οποία διαφαίνεται ως συνιερουργία κλήρου και λαού κατά τη Θ. Ευχαριστία, δηλαδή ως συλλογική πράξη, ως έργο του λαού που, συγχρόνως, αποτελεί και έκφραση της ενότητάς του (Η΄, 6,3).

    Μια άλλη παράμετρος που μαρτυρεί τη συλλογικότητα της πράξης της Θ. Ευχαριστίας καθώς και την ενότητα κλήρου και λαού είναι το σοβαρό ζήτημα σχετικά με το πρόσωπο που προΐστατο της ευχαριστιακής συνάξεως. Σήμερα ο όρος «ιερεύς» εισάγει αυτομάτως μια ισχυρή διάκριση μεταξύ κλήρου και λαού. Αυτό δεν ίσχυε κατά τους τρεις πρώτους χριστιανικούς αιώνες, κατά τους οποίους κατά την τέλεση της Θ. Ευχαριστίας χρησιμοποιείται ο όρος «προεστώς» και «προϊστάμενος» (Α΄ Θεσ., 5,12 και Ρωμ. 12,8. δες και Ιουστίνου, Α΄ Απολογία, 65,3 και 67,5). Ο άγιος μάρτυς και φιλόσοφος Ιουστίνος στο «Διάλογο προς Τρύφωνα» (116,3) αποδίδει τον όρο «ιερεύς» μόνο στο Χριστό… «Δέξαι δὲ καὶ τὴν εὐχαριστίαν τοῦ λαοῦ καὶ εὐλόγησον τοὺς προσενεγκόντας τὰ πρόσφορα καὶ τάς εὐχαριστίας» (Ευχή προσφόρου Σεραπίωνος επισκόπου, ΒΕΠΕΣ 43, 1971, σ.77). «Η τελευταία αυτή φράσις είναι αποκαλυπτική του βαθύτερου συνδέσμου κλήρου και λαού κατά την Θεία Ευχαριστία: ο Επίσκοπος επιτελεί την ευχαριστία του λαού. Είναι σαφές ότι δια της προσφοράς του αυτής ο λαός συνιερουργεί με τον κλήρο...» (Γιώργου Φίλια, Στις πηγές της Ευχαριστιακής ενότητας κλήρου και λαού, ΣΥΝΑΞΗ, τ. 50, 1994, σ. 103)… Ο λαός συμμετέχει ενεργά στα της λατρείας εν γένει και ειδικότερα στην ευχαριστιακή σύναξη, αποκρινόμενος με το «Κύριε ελέησον» στις προτροπές του διακόνου ή επισφραγίζοντας με το «Αμήν» τις ευχές του πρεσβυτέρου ή του επισκόπου και ψάλλοντας ψαλμούς ή τροπάρια, είναι δηλαδή συνιερουργός του προεστώτος, ιερέα ή επισκόπου».

Τὰ παραπάνω λόγια ἀποτελοῦν κόλαφο γιὰ τοὺς Οἰκουμενιστὲς ποὺ ἀπαιτοῦν πρωτεῖα καὶ ἀδιάκριτη ὑπακοή, γιὰ τοὺς ἐπισκόπους ποὺ προωθοῦν τὴν ἐπισκοποκρατία καὶ ἀπαιτοῦν ἀδιάκριτη ὑπακοή, γιὰ τοὺς ἱερεῖς ποὺ ὑπεραίρουν ἑαυτοὺς καὶ ἐπιζητοῦν ἀδιάκριτες τιμὲς καὶ ἀπαιτοῦν ἀδιάκριτη ὑπακοή, γιὰ τὸν λαὸ ποὺ ἀποποιεῖται τῶν εὐθυνῶν του καὶ ἀφήνει τὰ πάντα στοὺς ἱερεῖς καὶ ὑπακούει ἀδιάκριτα. «Είναι σαφές ότι δια της προσφοράς του αυτής ο λαός συνιερουργεί με τον κλήρο».

Ποῦ εἶναι οἱ διαδικτυακοὶ θεολόγοι ποὺ παρασύρουν τὸ ποίμνιο καινοτομώντας καὶ λέγοντας, ὅτι ὁ λαὸς δὲν συλλειτουργεῖ μὲ τὴν αἵρεση, ἂν κοινωνεῖ σὲ οἰκουμενιστὲς ἱερεῖς ἢ σὲ ἱερεῖς ποὺ μνημονεύουν Οἰκουμενιστές; Ἡ συμμετοχή μας στὴν Θ. Λειτουργία δὲν εἶναι ἔθιμο ἑλληνικό, δὲν εἶναι προσωπικὴ ὑπόθεση. Ἡ συμμετοχή μας στὴν Θ. Λειτουργία καὶ ἡ κοινωνίας μας μὲ τοὺς ἀδελφούς μας πιστοὺς εἶναι ἀπόδειξη Πίστεως καὶ παραδοχὴ ἑνότητος τῶν μελῶν τοῦ ἑνὸς σώματος, δείχνει ὅτι «μία δέησις ἔστω κοινή, εἷς νοῦς, μία ἐλπίς, ἐν ἀγάπῃ, ἐν πίστει τῇ ἀμώμῳ». Ἄρα ἂν κοινωνοῦμε π.χ. μὲ ἕναν οἰκουμενιστὴ ἱερέα ἢ μὲ ἕναν ποὺ μνημονεύει π.χ. ἕναν Μεσσηνίας, ἕναν Κων/πόλεως, ἕναν Γερμανίας δὲν εἴμαστε συνιερουργοί του, δὲν κοινωνοῦμε μαζί του; Δὲν ἰσχύει κι ἐδῶ «μία δέησις ἔστω κοινή, εἷς νοῦς, μία ἐλπίς, ἐν ἀγάπῃ, ἐν πίστει τῇ ἀμώμῳ»;

     «Θα ξεκινήσω τούτη τη δεύτερη ενότητα της ομιλίας μου με ένα απόσπασμα από το υπόμνημα του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου στη Β΄ προς Κορινθίους επιστολή… “Πρόσεχε πόσο μεγάλη ήταν η δύναμη του συνόλου των εκκλησιών… Και όταν δεν δεχόμαστε μέσα στον ιερό ναό εκείνους που δεν επιτρέπεται να μετάσχουν στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, πρέπει να γίνει ιδιαίτερη προσευχή και όλοι μαζί γονατίζουμε στο έδαφος και σηκωνόμαστε όρθιοι όλοι μαζί. Όταν επίσης πρόκειται να μεταλάβουμε, όλοι ανταλλάσσουμε ασπασμούς. Κι όταν πάλι τελείται το πιο θαυμαστό μυστήριο, εύχεται ο ιερέας στο λαό, και ο λαός στον ιερέα, αφού η φράση ‘και μετά του πνεύματός σου’, δεν σημαίνει τίποτα άλλο, παρά αυτό ακριβώς. Και η ευχαριστία επίσης είναι κοινή. Γιατί δεν ευχαριστεί μόνον ο ιερέας, αλλά και όλος ο λαός. Αφού αρχίζει εκείνος, έπειτα συμφωνούν όλοι ότι αυτό γίνεται σωστά και δίκαια και μετά αρχίζει η ευχαριστία. Και γιατί θαυμάζεις που ο λαός συμπροσεύχεται μαζί με τον ιερέα, αφού και μαζί με τα ίδια τα Χερουβίμ και τις ουράνιες δυνάμεις ψάλλει τους ιερούς ύμνους προς το Θεό; Όλα αυτά τα είπα, για να είναι σεμνοί όλοι οι πιστοί, για να κατανοήσουμε ότι όλοι είμαστε ένα σώμα και έχουμε τόση διαφορά μεταξύ μας, όση το ένα μέλος του σώματος από το άλλο, και να μη θεωρούμε υπεύθυνους για όλα τους ιερείς, αλλά και οι ίδιοι να φροντίζουμε σαν να είμαστε εμείς άρχοντες, αφού η Εκκλησία είναι το κοινό σώμα μας”».

Ὁ λόγος τῶν Πατέρων εἶναι γλυκύτερος καὶ ἀπὸ τὸ μέλι ἀλλὰ καὶ κοπτικότερος καὶ ἀπὸ ρομφαία, ἐπειδὴ εἶναι πάντα ἀληθής. Ὁ ἅγ. Χρυσόστομος μιλάει γιὰ ἄτομα ποὺ δὲν πρέπει νὰ γίνονται δεκτὰ στὴν Ἐκκλησία καὶ πρῶτοι εἶναι οἱ αἱρετικοί. Καὶ ὅμως ἐμεῖς τὸ ἀλλάξαμε καὶ δεχόμαστε τοὺς Οἰκουμενιστὲς στὸν ναό, παρότι τοὺς ὀνομάζουμε αἱρετικούς. Ὁ ἅγ. Χρυσόστομος μιλάει γιὰ συμπροσευχή ἱερέων καὶ λαοῦ. Καὶ ὅμως ἐμεῖς τὸ ἀλλάξαμε καὶ ὑποστηρίζουμε ὅτι ὅταν παρευρισκόμαστε σὲ λειτουργία μὲ Οἰκουμενιστές, δὲν συμπροσευχόμαστε, ἀλλὰ κάνουμε δική μας προσευχή. Ὁ ἅγ. Χρυσόστομος διδάσκει ὅτι πρέπει νὰ θεωροῦμε καὶ τοὺς ἑαυτούς μας ὑπεύθυνους καὶ ἄρχοντες στὴν Ἐκκλησία ὡς σῶμα μας. Καὶ ὅμως ἐμεῖς τὸ ἀλλάξαμε καὶ ὑποστηρίζουμε ὅτι αὐτὰ εἶναι θέμα τῶν ἱερέων καὶ τοῦ Θεοῦ. Αὐτοὶ θὰ ἐπέμβουν καὶ θὰ πράξουν. Ἐμεῖς πρέπει νὰ περιμένουμε μὲ ὑπομονή. Καὶ ὕστερα ἀναρωτιόμαστε ὡς νέοι Φαρισαῖοι, γιατὶ συμβαίνουν αὐτὰ ποὺ συμβαίνουν.

      «Έτσι η Θ. Λειτουργία, από έργο που “τελείται” από το λαό, μεταβάλλεται σε θέαμα και άκουσμα, πολλές φορές μάλιστα πρόχειρο, βιαστικό, φλύαρο ή και κακόηχο. Θα μπορούσα να πω ότι η διαφορά ανάμεσα στη σύγχρονη αντίληψη και θεώρηση της Θ. Λειτουργίας  και στην πρωτοχριστιανική είναι ανάλογη προς τη διαφορά μεταξύ άμεσης και έμμεσης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Ο λαός σήμερα είναι, κατά κάποιο τρόπο, περιθωριοποιημένος και εξαναγκασμένος σε μια de facto παθητική στάση, πράγμα που έχει άλλα, επικίνδυνα για το ίδιο το νόημα της Θ. Λειτουργίας, αποτελέσματα, όπως π. χ. την εμφάνιση του ευσεβισμού και της συναισθηματικής προσέγγισης της Ευχαριστίας, πράγμα αδιανόητο για τους πρώτους χριστιανούς».

Αὐτὴ εἶναι ἡ τραγικὴ ἀλήθεια, τὴν ὁποία πρέπει νὰ ἀποδεχθοῦμε γιὰ νὰ ἐπέλθει ἡ κάθαρση:

Ἀφοῦ ἀφήσαμε τὸν εὐσεβισμὸ καὶ τὴν κακοποίηση τοῦ ὅρου εὐσεβής (ὅλοι πιά εἴμαστε εὐσεβεῖς, ἐπειδὴ κάνουμε το ἕνα ἢ τὸ ἄλλο) νὰ ἐπιβληθεῖ στὶς συνειδήσεις μας φιμώνοντας τὶς κραυγές διαμαρτυρίας της, ἀφοῦ ἀποδεχθήκαμε ἕνα παθητικὸ ρόλο στὴν Ἐκκλησία, γιατὶ αὐτὸς μᾶς ἐλευθερώνει ἀπὸ εὐθῦνες καὶ τὸ κόστος ποὺ αὐτὲς ἐπιφέρουν, ἀφοῦ καταπνίξαμε τὸ ἄνθος τῆς καρδιακῆς ἐργασίας μὲ τὸ ζιζάνιο τοῦ συναισθηματισμοῦ, βλέποντας παντοῦ καρδιακὲς προσευχές, δάκρυα, θέρμη ἀλλὰ ὄχι ὑποκρισία, ἐγωϊσμὸ καὶ περηφάνια, λὲς καὶ αὐτὰ ἐξέλειψαν διὰ θαύματος ἀπὸ τὴν γῆ, θερίζουμε σήμερα ἐπικίνδυνα γιὰ τὴν Πίστη μας ἀποτελέσματα, τοὺς πικροὺς καρποὺς τῆς σπορᾶς μας καὶ βιώνουμε ὅ,τι λυπηρὸ καὶ ἀντίθεο σήμερα βιώνουμε.

Ὅμως ἡ Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μᾶς δίνει τὴν εὐκαιρία νὰ ἀλλάξουμε ἔστω καὶ τὴν τελευταία στιγμὴ καὶ νὰ πράξουμε τὸ ὀρθὸν ὡς ὀρθόδοξα μέλη τῆς Ἐκκλησίας σώζοντας ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου μας καὶ τῆς Ἐκκλησίας Του. Ἔχουμε τὴν εὐκαιρία νὰ ὑψώσουμε τεῖχος μεταξὺ αἱρέσεως καὶ ὑμῶν, μεταξὺ δυσωδίας τῶν αἱρετικῶν καὶ εὐωσμίας τῆς Ὀρθοδοξίας, μεταξὺ ἑωσφορικοῦ ψεύδους καὶ ἀληθείας τοῦ Χριστοῦ!

Χριστὸς ἀνέστη!

Ἀδαμάντιος Τσακίρογλου