ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΠΟΥ ΣΩΖΟΥΝ



ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΠΟΥ ΣΩΖΟΥΝ;

(Κείμενο ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου)

       Ἔχουμε ἀκούσει πολλὲς φορές, ὅτι ἡ Ἐκκλησία μας ἔχει δώσει τὸ ὄνομα τοῦ Θεολόγου σὲ τρεῖς μόνο Ἁγίους· τὸν Εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη, τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Θεολόγο καὶ τὸν ἅγιο Συμεὼν τὸν Νέο Θεολόγο. Ἀσφαλῶς ἡ ὀνομασία «θεολόγος» δὲν ἔχει φιλολογικὸ χαρακτῆρα, οὔτε ἀποτελεῖ ἁπλὰ ἕνα τίτλο τιμῆς, ἀλλὰ ἐκφράζει οὐσία.
        Αὐτὸ πρακτικὰ σημαίνει, ὅτι στὰ κείμενά τους πρέπει νὰ δίνουμε μεγάλη προσοχή, γιατὶ εἶναι καθοδηγητικά, γιὰ ὅσους θέλουν νὰ ἔχουν πολύτιμους καὶ ἀλάνθαστους ὁδηγοὺς στὴν χριστιανική μας πορεία, ἰδιαίτερα σ’ αὐτὴ τὴν ἐποχὴ τῆς ἀδιαφορίας, τῆς ἀλλοιώσεως τοῦ ὀρθoδόξου αἰσθητηρίου καὶ τῆς συγχύσεως (πικροὺς καρποὺς τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ), κατὰ τὴν ὁποία πολλοὶ ὁδηγοὶ προσφέρονται νὰ μᾶς καθοδηγοῦν, ὑποβάλλοντάς μας τὴν ἰδέα ὅτι ἔχουν τὴν ἀποκλειστικότητα τῆς καθαρῆς Ὀρθοδοξίας. Ἂν θέλουμε νὰ μὴν παρασυρόμαστε ἀπὸ σύγχρονες παραπλανητικὲς πρακτικὲς «γεροντισμοῦ», ποὺ σήμερα ἔχουν κατακλύσει τὴν Ἐκκλησία, ἂς θέτουμε ὡς κριτήριο τὰ κείμενα Ἁγίων καὶ μ’ αὐτὰ νὰ κρίνουμε καὶ νὰ ἐπιλέγουμε, ὅσα μᾶς προσφέρονται.
     Ὑπάρχει ἕνα καθοδηγητικὸ κείμενο τοῦ ἁγίου Συμεών, ἐπεξηγηματικὸ αὐτῆς τῆς θέσεως. Ἀξίζει νὰ τὸ παραθέσουμε ἐδῶ, πρὶν τὸ περὶ Πίστεως κείμενο τοῦ Ἁγίου ποὺ ἀκολουθεῖ:


      «Εὐχαῖς καὶ δάκρυσι τὸν Θεὸν καθικέτευσον πέμψαι σοὶ ὁδηγὸν ἀπαθῆ τε καὶ ἅγιον. Ἐρεύνα δὲ καὶ αὐτὸς τὰς Θείας Γραφάς, καὶ μάλιστα τὰς τῶν Ἁγίων Πατέρων πρακτικὰς συγγραφάς, ἵνα ταύταις ἀντιπαρατιθεὶς τὰ παρὰ τοῦ διδασκάλου καὶ προεστῶτος σοὶ διδασκόμενα καὶ πραττόμενα, ὡς ἐν κατόπτρῳ δύνασαι βλέπειν ταῦτα καὶ καταμανθάνειν καὶ τὰ μὲν συνᾴδοντα ταῖς Γραφαῖς, ἐγκολποῦσθαι κατέχειν τῇ διανοίᾳ. Τὰ δὲ νόθα καὶ ἀλλότρια, διακρίνειν καὶ ἀποπέμπεσθαι, ἵνα μὴ πλανηθῇς. Πολλοὶ γάρ, ἴσθι, πλάνοι καὶ ψευτοδιδάσκαλοι, ἐν ταῖς ἡμέραις ταύταις γεγόνασιν» 

                   (Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος).

       Εἴθε ἡ παροῦσα ἀνάρτηση νὰ μᾶς προβληματίσει καὶ βοηθήσει (μὲ ὁδηγὸ τὸν ἅγιο Συμεὼν) νὰ καταλάβουμε, ποιά εἶναι ἡ ἀληθινὴ Πίστη καὶ τὰ ἀληθινὰ ἔργα τῆς Πίστεως καὶ πώς, ὣς τώρα, κατανοούσαμε ἐμεῖς τὴν Πίστη.

(Ἡ μετάφραση τοῦ κειμένου εἶναι τοῦ Διονυσίου Ζαγοραίου. Διατηρήσαμε τὶς ἰδιομορφίες γραφῆς τῆς ἐκδόσεως τοῦ 1886, ποὺ ἐπανέκδωσε ὁ ἐκδοτικὸς οἶκος Β. Ρηγόπουλου τὸ 1977. Διευκρινιστικά: τὸ ὁποῦ τοῦ μεταφραστῆ ἐμεῖς σήμερα τὸ γράφουμε ὅπου, ἐνῶ τὸ ποῦ καὶ τὸ πῶς μὲ περισπωμένη ἀντιστοιχοῦν στὸ δικό μας ποὺ καὶ πώς).


                 Ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου

                  ΛΟΓΟΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΟΣ Η΄.

Ὅτι δὲν πρέπει νὰ θαρροῦμεν πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ σωθοῦμεν μὲ τὴν πίστιν μόνον, χωρὶς να κάμωμεν καλὰ ἔργα

         νίσως ποθοῦμεν, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, πρέπει νὰ ἔχωμεν πολλὴν προσοχήν, καὶ ἐπιμέλειαν, πολλὴν προθυμίαν, καὶ ἀγῶνα, καὶ νὰ μὴ νομίζωμεν πῶς εἶναι ἀρκετὸν εἰς ἡμᾶς διὰ νὰ σωθοῦμεν, τὸ νὰ πιστεύωμεν μόνον εἰς τὸν ἀληθινὸν Θεόν, καὶ νὰ εἴμεσθε ὀρθόδοξοι χριστιανοί, προβάλλοντες εἰς ἀπολογίαν ἐκεῖνον τὸν λόγον ὁποῦ εἶπεν ὁ Κύριος μας. «Ὅτι ὁ πιστεύσας, καὶ βαπτισθεὶς σωθήσεται, ὁ δὲ ἀπιστήσας κατακριθήσεται». Ἀλλὰ διὰ τοῦτο μάλιστα πρέπει νὰ ἀγωνιζώμεθα, καὶ νὰ προσέχωμεν, διὰ νὰ μὴ περιπατοῦμεν ἀναξίως τῆς κλήσεως, ἧς ἐκλήθημεν, καθὼς λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος· δηλ. νὰ μὴ κάνωμεν ἔργα ἀνάξια διὰ τὸν Χριστόν, μὲ τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα ὠνομάσθημεν, καὶ λεγόμεθα χριστιανοί, ἰξεύροντες ὅτι θέλει κατακριθοῦμεν περισσότερον, ἀνίσως, ὕστερα ἀπὸ τὴν ὀνομασίαν ταύτην, ζῶμεν μὲ ὀκνηρίαν, καὶ ἀμέλειαν. Διὰ τοῦτο μὴ λογιάσης ἀδελφέ, πῶς ἔχεις νὰ σωθῆς μὲ τὴν πίστιν μόνον. «Πίστις γὰρ χωρὶς ἔργων οὐδὲν ὠφελεῖ».
      Καὶ ἄκουσε τὸν Κύριον ὁποῦ λέγει. «Οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι Κύριε Κύριε εἰσελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, ἀλλ' ὁ ποιῶν τὸ θέλημα τοῦ ΙΙατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς». Ὁμοίως ἄκουσε καὶ τὸν θεῖον ΙΙαῦλον ὁποῦ λέγει. «Θεὸν ὁμολογοῦσιν εἰδέναι, τοῖς δὲ ἔργοις ἀρνοῦνται, βδελυκτοὶ ὄντες, καὶ ἀπειθεῖς, καὶ πρὸς πᾶν ἔργον ἀγαθὸν ἀδόκιμοι».
     Βλέπεις, ἀγαπητέ, πῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σωθῇ τινά, μὲ μόνην τὴν πίστιν χωρὶς τὰ ἔργα; ἐπειδὴ ἐὰν ἐσώζωντο μὲ τὴν πίστιν μόνον, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἤθελε σωθοῦν, καὶ δὲν ἤθελε ἀπολεσθῇ κανένας ἀπὸ ἡμᾶς. Διότι δὲν εἶναί τινας ὁποῦ δὲν πιστεύει, πῶς εἶναι Θεός. Ἐπειδὴ καὶ οἱ πονηροὶ διάβολοι πιστεύουν πῶς εἶναι Θεός. Καὶ ἄκουσε αὐτοὺς ὁποῦ λέγουν. «Οἴδαμέν σε τίς εἶ, ὁ Ἃγιος τοῦ Θεοῦ». Καὶ πάλιν ἄλλου ἔλεγαν διὰ τοὺς Ἀποστόλους. «Οὗτοι οἱ ἄνθρωποι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου εἰσίν, οἵτινες καταγγέλλουσιν ὑμῖν ὁδὸν σωτηρίας». Βλέπεις, ὅτι καὶ οἱ δαίμονες πιστεύουν πῶς εἶναι Θεός; ἀλλ' οὗτοι ὁποῦ πιστεύουν πῶς εἶναι Θεός, κατεδικάσθησαν εἰς τὴν γέενναν τοῦ πυρὸς διὰ τὰ πονηρὰ ἔργα τους.
      Λοιπὸν καλὴ εἶναι ἡ πίστις, ἐὰν ἀπέκτησες καὶ ἔργα. Διατὶ σῶμα χωρὶς ψυχήν, εἶναι ἀκίνητον, καὶ ἀνενέργητον. Τοιουτωτρόπως καὶ ἡ πίστις, χωρὶς ἔργα, εἶναι νεκρά. Καὶ ἄκουσε τὸν Ἅγιον Ἰάκωβον τὸν ἀδελφόθεον ὁποῦ λέγει. «Τί τὸ ὄφελος ἀδελφοί, ἐὰν πίστιν λέγῃ τις ἔχειν, ἔργα δὲ μὴ ἔχῃ; μὴ δύναται ἡ πίστις σῶσαι αὐτόν; ἐὰν ἀδελφός, ἢ ἀδελφὴ ὑπάρχωσι γυμνοί, καὶ λειπόμενοι ὦσι τῆς ἐφημέρου τροφῆς, εἶπε δέ τις αὐτοῖς, ἐξ ὑμῶν, ὑπάγετε ἐν εἰρήνῃ θερμαίνεσθε, καὶ χορτάζεσθε· μὴ δῶτε δὲ αὐτοῖς τὰ ἐπιτήδεια τοῦ σώματος, τί τὸ ὄφελος; οὕτω καὶ ἡ πίστις, ἐὰν μὴ ἔχῃ ἔργα. Δεῖξόν μοι τὴν πίστιν σου ἐκ τῶν ἔργων σου, κᾀγὼ δείξω σοι τὴν πίστιν μου ἐκ τῶν ἔργων μου».
         Ταῦτα ἀκούωντας, ἀδελφέ, ἄφησε τὴν πολλήν σου ἀμέλειαν, καὶ σπούδασε νὰ ἔχῃς καὶ ἔργα μαζὴ μὲ τὴν πίστιν. Διατὶ ἐκεῖνος ὁποῦ ἔχει πίστιν μαζὴ μὲ ἔργα εἶναι καλλίτερος ἀπὸ ἐκεῖνον ὁποῦ κάνει σημεῖα, καὶ θαύματα. Ἐπειδὴ ποῖον εἶναι τὸ κέρδος· τί τὸ ὄφελος εἰς ἐκεῖνον ὁποῦ κάνει σημεῖα, ἀνίσως καὶ ἀποδιωχθῇ ἀπὸ τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, καὶ κληρονομήσῃ τὴν γέενναν τοῦ ἀσβέστου πυρός; μήπως καὶ δύναται νὰ σωθῇ ἐκεῖνος ὁποῦ κάνει θαύματα, καὶ ἰατρείας, ἐὰν δέν ἔχῃ τὰ ἔργα ὁποῦ τὸν κάνουν δίκαιον; μὴ γένοιτο. Καὶ ἄκουσε τὸν Κύριον ὁποῦ λέγει. «Πολλοὶ ἐροῦσί μοι ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ, Κύριε, Κύριε, τῷ σῷ ὀνόματι προεφητεύσαμεν, καὶ τῷ σῷ ὀνόματι δαιμόνια ἐξεβάλομεν· καὶ τότε ὁμολογήσω αὐτοῖς, οὐδέποτε ἔγνων ὑμᾶς. Ἀποχωρεῖτε ἀπ' ἐμοῦ οἱ ἐργαζόμενοι τὴν ἀνομίαν».
        Βλέπεις, ὅτι καὶ ἐκεῖνοι ὁποῦ κανοῦν τὰ σημεῖα, καὶ ἔχουν τὰς προφητείας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὠφελήσουν τὸν ἑαυτόν τους χωρὶς ἔργα; διότι ἐκεῖνος ὁποῦ πιστεύει, δὲν συνάγει ἄσπρα (σ.σ. χρήματα)· ἐπειδὴ πιστεύει, ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἀφίνει ἀπρονοήτους ἐκείνους ὁποῦ πιστεύουν εἰς αὐτόν, ἀλλ' ἔχει τὴν ἔγνοιάν τους, καθὼς λέγει. «Οἶδε γὰρ ὁ Πατὴρ ἡμῶν ὁ οὐράνιος, ὅτι χρῄζετε τούτων ἁπάντων. Ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν αὐτοῦ, καὶ τὴν δικαιοσύνην, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν». Ὁποῖος πιστεύει, σκορπίζει τὰ ἄσπρα του εἰς τοὺς πτωχούς, διατὶ πιστεύει ὅτι θέλει λάβῃ ἑκατονταπλασίονα, καὶ θέλει κληρονομήσει ζωὴν αἰώνιον.
         Καὶ ἄκουσε τί λέγει διὰ ἐκείνους ὁποῦ πιστεύουν ἐν ἀλήθείᾳ. «Πάντες οἱ πιστεύοντες ἦσαν ἐπὶ τὸ αὐτό, καὶ εἶχον ἅπαντα κοινά, καὶ τὰ κτήματα αὐτῶν, καὶ τὰς ὑπάρξεις ἐπίπρασκον, καὶ διεμέριζον αὐτὰ πᾶσι, καθ' ὅ,τι ἄν τις χρείαν εἶχεν. Ὅσοι γὰρ κτήτορες χωρίων, ἢ οἰκιῶν ὑπῆρχον, πωλοῦντες ἔφερον τὰς τιμὰς τῶν πιπρασκομένων, καὶ ἐτίθουν πρὸς τοὺς πόδας τῶν Ἀποστόλων διεδίδετο δὲ ἑκάστῳ, καθ' ὅ,τι ἄν τις χρείαν εἶχεν».
     Ἐκεῖνος  ὁποῦ  πιστεύει,  δὲν  ὑπερηφανεύεται,  ἀλλὰ μιμούμενος αὐτὸν τὸν Κύριον κυνηγᾶ ζητεῖ ἐπιπόνως τὴν ταπείνωσιν, καθὼς καὶ ὁ Κύριος.
          Ἐκεῖνος ὁποῦ πιστεύει, δὲν γελᾷ, ἀλλὰ πενθεῖ, καὶ κλαίει διὰ τὰς ἁμαρτίας του· διότι πιστεύει, ὅτι ἐκεῖνοι ὁποῦ γελοῦν εἰς ταύτην τὴν ζωήν, θέλει πενθήσουν, καὶ κλαύσουν εἰς τὴν ἄλλην.
Ἐκεῖνοι ὁποῦ πιστεύουν, δὲν εἶναι θυμώδεις, οὐδὲ ταραχοποιοὶ ἀλλὰ μιμούμενοι τὸν Κύριον, ἔχουν πραότητα καθὼς ὁ Κύριος λέγει. «Μάθετε ἀπ' ἐμοῦ ὅτι πρᾶος εἰμί, καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ, καὶ εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν». Διὰ τοῦτο καὶ μακαρίζει τοὺς τοιούτους λέγων, «Μακάριοι οἱ πραεῖς, ὅτι αὐτοὶ κληρονομήσουσι τὴν γῆν».
       Ὅποιος πιστεύει, μισεῖ τὴν ἀδικίαν, καὶ ἀγαπᾷ τὴν δικαι-οσύνην, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς τὴν δικαιοσύνην ἠγάπησε, τὴν δὲ ἀδικίαν ἐμίσησε. Ὅτι εἶναι γεγραμμένον. «Ὁ ἀγαπῶν τὴν ἀδικίαν, μισεῖ τὴν ἑαυτοῦ ψυχήν».
      Ὅσοι πιστεύουν δὲν μάχονται μὲ ἄλλους, ἀλλὰ μάλιστα εἰρηνοποιοῦν ἐκείνους ὁποῦ μάχονται, μιμούμενοι τὸν Κύριον· διότι καὶ ἐκεῖνος τοῦτο ἔκαμεν. «Ἐχθροὺς ἡμᾶς ὄντας εἰρηνοποίησε πρὸς τὸν ὁμοούσιον Πατέρα».
         Ὁ πιστεύων ὑπομένει κάθε πειρασμόν, καὶ δὲν βλασφημεῖ. Διότι πιστεύει ὅτι θέλει λάβῃ διὰ τὴν ὑπομονήν του ἄφθαρτον στέφανον. Διότι λέγει ὁ Ἀπόστολος Ἰακωβος ὁ ἀδελφὸς τοῦ Κυρίου. «Μακάριος ἀνθρωπος, ὃς ὑπομένει πειρασμόν, ὅτι δόκιμος γενόμενος, λήψεται τὸν στέφανον τῆς ζωῆς, ὃν ἐπηγγείλατο ὁ Κύριος τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν».
      Ὅποιος πιστεύει, δὲν ὀργίζεται, ἀλλὰ μακροθυμεῖ, καὶ φυλάττει τὴν ἐντολὴν τοῦ Κυρίου, ὁποῦ λέγει· νὰ μὴν ὀργίζεται καθόλου.
       Ἐκεῖνος ὁποῦ πιστεύει, φυλάττει σωφροσύνην, καὶ δὲν μολύνει τὸν ἑαυτόν του μὲ πορνείας, καὶ μοιχείας, καί ἐπιλοίπους ἀκαθαρσίας, ἀλλὰ φυλάττει καθαρότητα, καὶ σωφροσύνην διατί πιστεύει, ὅτι ἐκεῖνοι ὁποῦ μολύνουν τὰ σώματά τους, δὲν θέλει σωθοῦν. «Πόρνους γὰρ καὶ μοιχοὺς κρινεῖ ὁ Θεός».
         Ὁ πιστεύων,  δὲν σκανδαλίζει ἀδελφόν,  ἀλλὰ  ὑπηρετεῖ ὅλους, καὶ δὲν γογγύζει, ἀλλὰ μένει μὲ τὴν ὑπομονὴν τοῦ Θεοῦ, διότι πιστεύει, πῶς θέλει λάβῃ μεγαλήτερον μισθόν, καθὼς λέγει καὶ ὁ Κύριος. «Ὅς τις θέλει γενέσθαι μέγας ἐν ὑμῖν, ἔστω ὑμῶν διάκονος. Καὶ ὃς ἐὰν θέλῃ ὑμῶν γενέσθαι πρῶτος, ἔστω πάντων δοῦλος».
      Ἐκεῖνος ὁποῦ πιστεύει, δὲν ἐπιορκεῖ, οὐδὲ κάνει ὅρκον παντελῶς μὲ τὸ στόμα του· διότι πείθεται εἰς τὸν Κύριον ὁποῦ εἶπεν. «Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν μὴ ὁμόσαι ὅλως».
      Ὅποιος πιστεύει, δὲν εἶναι ὀκνηρός, καὶ ἀμελὴς εἰς τὰς προσευχάς, καὶ ἀκολουθίας, ἀλλὰ προσέχει πάντοτε, καὶ προσεύχεται ἀδιακόπως· ὁ πιστεύων, δὲν κατακρίνει τινά. Διότι πιστεύει, ὅτι πάντες ἐσμὲν ἐν ἐπιτιμίοις· καὶ ὅτι ὅλους μέλλει νὰ τοὺς κρίνῃ ὁ Θεός· καὶ ᾧ  κρίματι κρίνει τις, τούτῳ κριθήσεται.
Ἐκεῖνος ὁποῦ πιστεύει, δὲν περιπατεῖ τὴν πλατεῖαν, καὶ εὐρύχωρον στράταν, ἡ ὁποία φέρει εἰς ἀπώλειαν ἐκείνους ὁποῦ τὴν περιπατοῦν, ἀλλὰ περιπατεῖ τὴν στενὴν καὶ τεθλιμμένην διότι πιστεύει πῶς θέλει λυπηθῇ ὀλίγον καὶ θέλει χαρῇ αἰωνίως μαζὴ μὲ τὸν Κύριον μετὰ πάντων τῶν Ἁγίων.
         Ὁ πιστεύων δὲν ἀγαπᾷ τὸν κόσμον, οὐδὲ τὰ πράγματα τοῦ κόσμου, οὐδὲ γονεῖς, οὐδὲ ἀδελφούς, ἢ γυναῖκα, ἢ τέκνα, οὐδὲ ἄλλο τίποτε· ἀλλ' ἀγαπᾷ μόνον τὸν Κύριον, καὶ ἀσυκώνει τὸν Σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ τὸν ἀκολουθεῖ· διατὶ πιστεύει, ὅτι χίλιαις ἡμέραις, εἶναι ὡσὰν μία ἡμέρα ἐμπρὸς εἰς τὸν Κύριον καὶ χίλιαις ἡμέραις θέλει μετρηθοῦν κοντὰ εἰς τὸν Θεόν, ὡσὰν μία σταλαγματία εἰς τὴν θάλασσαν. Ὁ δὲ μέλλων αἰὼν εἶναι ἀπέραντος, δὲν ἔχει τέλος οὐδὲ ἀριθμόν.
       Ἐκεῖνος  ὁποῦ πιστεύει  δὲν μένει ἀμετανόητος εἰς τὰς ἁμαρτίας του, ἀλλ' ἐὰν καὶ ἁμαρτήσῃ ὡς ἄνθρωπος, μετανοεῖ, καὶ πενθεῖ, καὶ κλαίει διὰ τὰς ἁμαρτίας του, καὶ δὲν ἁμαρτάνει πλέον.
Ὁ πιστεύων, δὲν ξεφαντώνει, καὶ τρυφᾷ μὲ μεθύσια, καὶ ἀσελγῆ συμπόσια, καὶ πορνικὰ τραγούδια, ἀλλ' ἐνθυμεῖται πάντοτε τὸν θάνατον, καὶ τὴν φοβερὰν ἡμέραν τῆς κρίσεως. Καὶ ταῦτα ἐνθυμούμενος προσεύχεται πάντοτε, νηστεύει, ἐγκρατεύεται, καὶ ἑτοιμάζει τὰ ἔργα του διὰ τὸν θάνατον, πῶς νὰ ἀποκριθῇ νὰ ἀπολογηθῇ εἰς τὸν βασιλέα τῆς δόξης.
        Ὁ πιστεύων, ἀγαπᾷ τὸν Κύριον, καὶ μισεῖ τὰ πονηρά· ὅσοι πιστεύουν δὲν φυλάττουν ἔχθραν μῖσος κατὰ τοῦ ἀδελφοῦ τους, οὐδὲ ἀποδίδουν κακὸν ἀντὶ κακοῦ. Ἀλλ' ἀγαποῦν τοὺς μισοῦντας αὐτούς, κάνουν καλὸν εἰς ἐκείνους ὁποῦ τοὺς κακοποιοῦν· εὐλογοῦν ἐκείνους ὁποῦ τοὺς καταρῶνται· ὑποφέρουν ἐκείνους ὁποῦ τοὺς κατατρέχουν. Ὅταν βλασφημοῦνται ὑβρίζωνται, παρακαλοῦν χαίρονται· δὲν λογίζονται κανένα κακὸν διότι ἔχουν τὴν ἀγάπην ἀνόθευτον, καθαράν, ἀληθινήν, ὅτι λογῆς τὴν ἀπόκτησε καὶ ὁ Ἀπόστολος, καθὼς λέγει. «Ἀλήθειαν λέγω ἐν Χριστῷ, οὐ ψεύδομαι, συμμαρτυρούσης μοι τῆς συνειδήσεώς μου ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ, ὅτι λύπη μοι ἐστὶ μεγάλη, καὶ ἀδιάλειπτος ὀδύνη ἐν τῇ καρδία μου. Ηὐχόμην γάρ, αὐτὸς ἀνάθεμα εἶναι ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ, ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν μου τῶν συγγενῶν μου κατὰ σάρκα.
          Ὅτι λογῆς ἀγάπην εἶχε καὶ ὁ Προφήτης Μωϋσῆς, ὅτι οὗτος εἶπεν εἰς τὸν λαόν· «ὑμεῖς ἡμαρτήκατε ἁμαρτίαν μεγάλην. Καὶ νῦν ἀναβήσομαι πρὸς τὸν Θεὸν οὕτως, ἵνα ἐξιλάσωμαι πρὸς τὸν Θεὸν περὶ τῆς ἁμαρτίας ὑμῶν. Ἐπέστρεψε δὲ Μωϋσῆς πρὸς Κύριον, καὶ εἶπε. Δέομαι Κύριε, ἥμαρτεν ὁ λαὸς οὗτος ἁμαρτίαν μεγάλην, καὶ ἐποίησαν ἐαυτοῖς Θεοὺς χρυσοῦς. Καὶ νῦν, εἰ μὲν ἀφῇς αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν αὐτῶν, εἰ δὲ μή, ἐξάλειψον κἀμὲ ἐκ τῆς βίβλου ἧς ἔγραψας». Τοιαύτην διάθεσιν εἶχε καὶ ὁ Δαβίδ, διὰ τοῦτο καὶ ἔλεγε. «Μετὰ τῶν μισούντων τὴν εἰρήνην ἤμην εἰρηνικός».
        Βλέπεις, τί λογῆς ἀγάπην εἶχαν ἐκεῖνοι ὁποῦ ἐπίστευαν μὲ ἀλήθειαν; ἐκεῖνος ὁποῦ πιστεύει, δὲν κάνει κανένα πρᾶγμα μὲ ὑπόκρισιν, ἀλλὰ κάνει ὅλα του τὰ ἔργα διὰ τὸν Κύριον. Διατὶ εἰς ἐκεῖνον ἔχει προσηλωμένα τὰ μάτια τῆς ψυχῆς του, καὶ ἀπὸ ἐκεῖνον μόνον πιστεύει, ὅτι ἔχει νὰ λάβῃ μισθὸν τῶν ἔργων του.
         Ὅποιος πιστεύει, ἀγαπᾷ ἐκείνους ὁποῦ πιστεύουν ὀρθῶς εἰς τὸν Κύριον· ἐκείνους δὲ ὁποῦ δὲν πιστεύουν ὀρθῶς ἀποστρέφεται, καὶ δὲν τοὺς ὑποφέρει, ἀλλὰ τοὺς διώχνει, τοὺς κυνηγᾷ.
       Ὁ πιστεύων, δὲν παρακούει τὰ θεῖα λόγια, ἀλλ' ὡς πιστός, κάνει μὲ προθυμίαν ὅλα του τὰ ἔργα ὡσὰν ἐργάτης τοῦ Θεοῦ.
      Ὅποιος πιστεύει, δὲν κολακεύει, δὲν φυλάττει προσωπο-ληψίαν χατῆρι, ἀλλὰ ὁμιλεῖ καὶ κάνει ὅλα μὲ ἀλήθειαν, καὶ ὀρθότητα. Διατὶ πιστεύει ἐκεῖνο ὁποῦ εἶπεν ὁ Προφήτης. «Οὐαὶ οἱ λέγοντες τὸ «φῶς σκότος, καὶ τὸ σκότος φῶς· οἱ τιθέντες τὸ γλυκὺ πικρόν, καὶ τὸ πικρὸν γλυκύ».
    Ἐκεῖνοι ὁποῦ πιστεύουν, δὲν ὑπερηφανεύονται, οὐδὲ ὑψηλοφρονοῦν εἰς τοὺς ἐπαίνους, καὶ κολακείας. Διότι λέγει ὁ Κύριος διὰ τοῦ Προφήτου. «Λαός μου, οἱ μακαρίζοντες ὑμᾶς πλανῶσιν ὑμᾶς, καὶ τὴν τρῖβον τῶν ποδῶν ὑμῶν ἐκταράσσουσιν».
Ἐκεῖνος ὁποῦ πιστεύει, καὶ ἀποστρέφεται τὸν κόσμον διὰ τὸν Κύριον, δὲν συμπλέκεται πλέον μὲ τοῦτον. Διότι λέγει ὁ Ἀπόστολος ΙΙαῦλος· «οὐδεὶς στρατευόμενος ἐμπλέκεται ταῖς τοῦ βίου πραγματείαις, ἵνα τῷ στρατολογήσαντι ἀρέσῃ. Ἐὰν δὲ καὶ ἀθλῇ τις οὐ στεφανοῦται, ἐὰν μὴ νομίμως ἀθλήσῃ».
     Ὅποιος πιστεύει, δὲν καταδέχεται κανένα πονηρόν, ἀλλ' ἀγωνίζεται μέχρι θανάτου διὰ τὸν Χριστόν, καὶ τὴν ἀλήθειαν, καὶ δὲν φοβεῖται· ἐπειδὴ ἐκεῖνοι ὁποῦ βλέπουν τὰ πονηρά, καὶ ἄνομα ὁποῦ γίνονται, καὶ τὰ καταδέχονται, εἶναι ὅμοιοι μὲ ἐκείνους ὁποῦ τὰ κάνουν, καὶ θέλει ἀπολεσθοῦν μαζὴ μὲ ἐκείνους, καθὼς καὶ ὁ ἱερεὺς Ἠλὶ ἀπωλέσθη μαζὴ μὲ τοὺς παρανόμους υἱούς του. Διὸ καὶ ὁ Προφήτης τοὺς ὠνόμασε σκύλλους ἀφώνους.
      Ἐκεῖνος ὁποῦ πιστεύει,  δὲν ἀγαπᾷ ἐκείνους  ὁποῦ δὲν πιστεύουν ὀρθά· καθὼς λέγει ὁ Δαβίδ. «Οὐχὶ τοὺς μισοῦντάς σε Κύριε ἐμίσησα, καὶ ἐπὶ τοὺς ἐχθρούς σου ἐξετηκόμην· τέλειον μῖσος ἐμίσουν αὐτούς, εἰς ἐχθροὺς ἐγένοντό μοι».
         Ὅποιος πιστεύει, λαλεῖ τὴν ἀλήθειαν, καὶ δὲν εὐγαίνει ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ κανένα ψεῦδος· ἐπειδὴ ἐκεῖνοι ὁποῦ λέγουν τὸ ψεῦδος, εἶναι ἄπιστοι, καὶ υἱοὶ τοῦ διαβόλου.
      Ὅποιος πιστεύει, δὲν πλεονεκτεῖ, ἀλλὰ μάλιστα ἐλεεῖ, καὶ εὐσπλαγχνίζεται, διατὶ πιστεύει, ὅτι οἱ ἐλεήμονες ἐλεηθήσονται. Καὶ ὅτι ὁ Κύριος θέλει καταστρέψει τὰ σπήτια ἐκείνων ὁποῦ πλεονεκτοῦν, καὶ ἐκεῖνοι θέλει παραδοθοῦν εἰς τὴν γέενναν τῆς κολάσεως, καὶ εἰς τὸν ἀκοίμητον σκώληκα.
     Ὅποιος πιστεύει, δὲν μεταλαμβάνει ἀναξίως τὰ ἄχραντα μυστήρια· ἀλλὰ καθαρίζει τὸν ἑαυτόν του, ἀπὸ κάθε μολυσμόν, ἀπὸ τὴν γαστριμαργίαν, ἀπὸ τὴν μνησικακίαν ἀπὸ ἔργα πονηρά, καὶ λόγια ἄσχημα, ἀπὸ γέλοια ἄτακτα, ἀπὸ ρυπαροὺς λογισμούς, ἀπὸ κάθε ἀκαθαρσίαν, καὶ κακὴν ἐνέργειαν, καὶ τοιουτωτρόπως δέχεται τὸν Βασιλέα τῆς δόξης, ἐπειδὴ ὁ διάβολος ἐπιπηδώντας ἐμβαίνει εἰς ἐκείνους ὁποῦ μεταλαμβάνουν ἀναξίως τὰ ἄχραντα μυστήρια, καὶ ἔρχεται μέσα εἰς τὴν καρδίαν τους, καθὼς ἔκαμεν εἰς τὸν Ἰούδαν ὅταν ἐμετάλαβε ἀπὸ τὸ δεῖπνον τοῦ Κυρίου. Διὰ τοῦτο λέγει καὶ ὁ θεῖος Παῦλος. «δοκιμαζέτω δὲ ἄνθρωπος ἑαυτόν, καὶ οὕτως ἐκ τοῦ ἄρτου ἐσθιέτω, καὶ ἐκ τοῦ ποτηρίου πινέτω. Ὁ γὰρ ἐσθίων καὶ πίνων ἀναξίως, κρίμα ἑαυτῷ ἐσθίει καὶ πίνει. Καὶ διὰ τοῦτο πολλοὶ ἐν ὑμῖν ἀσθενεῖς, καὶ ἄρρωστοι, καὶ κοιμῶνται ἱκανοί».
        Ἐκεῖνος ὁποῦ πιστεύει, δὲν συκοφαντεῖ, δὲν κατηγορεῖ τοὺς ἀδελφούς του χριστιανούς, ἀλλὰ μάλιστα τοὺς ἐπαινεῖ, διότι ἐκεῖνοι ὁποῦ ἐπαινοῦν ἄλλους θέλει ἐπαινεθοῦν ἀπὸ τοὺς ἁγίους Ἀγγέλους εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. Οὐαὶ δὲ καὶ ἀλλοίμονον εἰς ἐκείνους ὁποῦ κατηγοροῦν, καὶ ἐγκαλοῦν ἄλλους ὡς πονηρούς, διατὶ θέλει φερθοῦν ἀπὸ τοὺς πονηροὺς διαβόλους ὡσὰν κτήνη τετράποδα εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· καὶ ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων.
     Ἐκεῖνος ὁποῦ πιστεύει, περιπατεῖ ὀρθὰ τὴν στράταν τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, καὶ δὲν κλίνει οὔτε ἀριστερά, οὔτε δεξιά, οὐδὲ διαστρέφει ἄλλους μὲ τὴν πονηρίαν του· ὅτι ἐκεῖνος ὁποῦ διαστρέφει ἄλλους εἶναι χειρότερος ἀπὸ τὸν διάβολον. Διὰ τοῦτο λέγει καὶ ὁ Θεὸς μὲ τὸ στόμα τοῦ Προφήτου Ἀββακούμ. «Ὦ, ὁ ποτίζων αὐτοῦ τῷ πλησίον ἀνατροπὴν θολεράν, καὶ ὁ μεθύσκων, ὅπως ἐπιβλέπῃ ἐπὶ τὰ σπήλαια αὐτῶν πλησμονὴ ἀτιμίας ἐκ δόξης. Πίε καὶ σύ, καὶ διασαλεύθητι, καὶ σείσθητι». Διότι ἐκεῖνος ὁποῦ πιστεύει μὲ ἀλήθειαν, δὲν πιστεύει μὲ τὰ στόμα, καὶ τὴν γλῶσσάν του, ἀλλὰ μὲ τὴν καρδίαν του· καὶ τούτου τὰ ἔργα δείχνονται φανερά. «Οὐ δύναται γὰρ πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὅρους κειμένη». Ἐπειδὴ ἐκεῖνος ὁποῦ πιστεύει ἐν ἀλήθειᾳ μὲ τὴν καρδίαν του ἐργάζεται τὰς ἐντολὰς τοῦ Κυρίου. Ἐκεῖνος δὲ ὁποῦ πιστεύει μὲ τὰ λόγια καὶ ὄχι μὲ τὴν καρδίαν του, εἶναι εὔκαιρος ἀπὸ καλὰ ἔργα· διὰ τοὺς ὁποίους λέγει ὁ Κύριος διὰ τοῦ Προφήτου. «Ἐγγίζει μοι ὁ λαὸς οὗτος ἐν τῷ στόματι αὐτῶν, καὶ ἐν τῇ γλώσσῃ αὐτῶν ἐψεύσαντο αὐτῷ».
      Λοιπὸν ἀδελφέ, ὅταν βλέπῃς τὸν ἑαυτόν σου πῶς εἶσαι εὔπορος πλούσιος ἀπὸ ὅλα τὰ πονηρὰ ἔργα, καὶ ἄπορος εὔκαιρος ἀπὸ ὅλα τὰ ἀγαθά, εἶπέ μου πῶς δύνασαι νὰ ὀνομάσῃς τὸν ἑαυτὸν σου πιστόν; ὅτι, καθὼς νομίζω, εἶσαι χειρότερος καὶ ἀπὸ τοὺς ἀπίστους· διότι τὰ ἔθνη τὰ μὴ νόμον ἔχοντα, φύσει τὰ τοῦ νόμου ποιοῦσι. Λοιπὸν ἐὰν πιστεύῃς, φεῦγε τὴν ἁμαρτίαν, καὶ φωνάζωντας θρήνησε, κλαῦσε καὶ καταδίκασε τὸν ἑαυτόν σου, καὶ ἄφησε τὰ κακὰ ἔργα, μὲ τὰ ὁποῖα ἔζησες ἕως τῆς σήμερον· καὶ ἀγωνίσου μὲ προθυμίαν, διὰ νὰ εὑρεθῇς μὲ ἔργα καλὰ ἔμπροσθεν τοῦ Βασιλέως τῆς δόξης εἰς ἐκείνην τὴν φοβερὰν ἡμέραν τῆς κρίσεως, εἰς τὴν ὁποίαν μέλλει νὰ πληρώσῃ κάθε ἕνα κατὰ τὰ ἔργα του. Διότι λέγει ὁ Ἀπόστολος. «Εἴ τις ἐποικοδομεῖ ἐπὶ τῷ θεμελίῳ τούτῳ, χρυσόν, ἄργυρον, λίθους τιμίους, ξύλα, χόρτον, καλάμην, ἕκαστου τὸ ἔργον φανερὸν γενήσεται. Ἡ γὰρ ἡμέρα δηλώσει, ὅτι ἐν πυρὶ ἀποκαλύπτεται, καὶ ἑκάστου τὸ ἔργον τῷ πυρὶ δοκιμασθήσεται. Εἴ τινος τὸ ἔργον μένει, ὃ ἐπωκοδόμησε, μισθὸν λήψεται. Εἴ τινος τὸ ἔργον κατακαήσεται, ζημιωθήσεται· αὐτὸς δὲ σωθήσεται, οὕτως δέ, ὡς διὰ πυρός».
     Συλλογίσου λοιπὸν ἀδελφὲ τὸ φοβερὸν, καὶ φρικτὸν μυστήριον, καὶ τρόμαξε εἰς τοῦτα ὁποῦ ἀκούεις. Διότι ἐὰν μέλλῃ νὰ δοκιμάσῃ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους τὸ πῦρ, σὺ λοιπὸν τότε ποῦ μέλλει νὰ φανῇς; ἢ πῶς θέλει τολμήσεις νὰ πλησιάσῃς αὐτὸ ἐσὺ ὁποῦ οἰκοδόμησες εἰς τὸν ἑαυτόν σου βαρύ, καὶ δυσκολοβάστακτον φορτίον ἀπὸ χόρτον, καὶ καλάμην, καὶ ἀπὸ κάθε ἄλλην ὕλην πονηράν; ἀλλοίμονον εἰς ἐμέ. Τί θέλει κάμω τότε. Ἐπειδὴ τὰ μὲν πονηρὰ καὶ φρυγανώδη μου φορτία θέλει κατακαυθοῦν ἀπὸ τὸ ἄσβεστον ἐκεῖνο πῦρ ἐγὼ δὲ θέλει μείνω παντοτεινὰ νὰ καίωμαι αἰωνίως μέσα εἰς ἐκεῖνο τὸ αἰώνιον πῦρ διὰ τὰ κακά, καὶ πονηρὰ ἔργα μου.
        Ὅθεν ἀδελφέ μου ἀγαπητέ, ἐννοῶντας ταῦτα, πρόλαβε τὸν καιρόν, καὶ ἄφησε τὰς πονηρίας ὅλας, ὁποῦ ἔκαμες ἐκ νεότητός σου, καὶ ἐξύπνησε ἀπὸ τὸν ὕπνον τῆς ἀμελείας. Ἔλα εἰς τὸν ἑαυτὸν σου· διόρθωσε τὰ πολλά, καὶ ἀναρίθμητα σφάλματά σου· ἀποδίωξε τὰς πονηράς, καὶ ἐμπαθεῖς σου προσλήψεις· ἀπόρριψε ἀπὸ τὸν ἑαυτόν σου τὰς σαρκικὰς ἡδυπαθείας διὰ μέσου τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, καὶ τῆς πρὸς Θεὸν καθαρᾶς καὶ ἀληθινῆς σου πίστεως, διὰ νὰ στεφανωθῇς ἀξίως παρ' αὐτοῦ, καὶ νὰ ἀξιωθῇς τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Ἧς γένοιτο πάντας ἡμᾶς ἐπιτυχεῖν χάριτι, καὶ φιλανθρωπίᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὦ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος νῦν, καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.