Μία επιστολή με πολλά μηνύματα για την τραγική κατάσταση και πτώση των σημερινών εκκλησιαστικών ταγών

Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, Επιστολή προς τον Ιννοκέντιο Επίσκοπο Ρώμης

ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

Επιστολή προς τον Ιννοκέντιο Επίσκοπο Ρώμης

εἰσαγωγικό entaksis:   Ἡ βίαιη ἐπέμβαση στὴν Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως τὸ Πάσχα τοῦ 404 μ.Χ. ἀποτέλεσε τὸ ἀποκορύφωμα μιᾶς βαθιᾶς πολιτικῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς κρίσεως, ἡ ὁποία εἶχε ἤδη κλονίσει τὴ ζωὴ τῆς πρωτευούσης.

 Στὸ ἐπίκεντρο τῶν γεγονότων βρέθηκε ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, τοῦ ὁποίου ὁ ποιμαντικὸς καὶ ἐλεγκτικὸς λόγος συγκρούσθηκε μὲ τὴν αὐλικὴ νοοτροπία καὶ τὴν κατάχρηση τῆς ἐξουσίας.   Ἡ ρήξη μὲ τὴν Αὐτοκράτειρα Εὐδοξία*, ἡ ὁποία ἐξέλαβε τὰ κηρύγματά του ὡς ἔμμεση προσβολὴ τοῦ προσώπου της, συνδυάσθηκε μὲ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς σχεδιασμοὺς τοῦ Θεοφίλου Ἀλεξανδρείας. Μέσω τῆς παρανόμου Συνόδου τῆς Δρυὸς ἐπεβλήθη ἡ ἀντικανονικὴ καθαίρεση τοῦ Ἁγίου, χωρὶς δίκαιη ἀκρόαση καὶ κατὰ παράβαση τῶν ἱερῶν κανόνων. Ὅμως ἡ ἀπόφαση αὐτὴ συνάντησε τὴ σθεναρὴ ἀντίσταση τοῦ λαοῦ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ποὺ παρέμενε πιστὸς στὸν ποιμενάρχη του. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ κρατικὴ ἐξουσία κατέφυγε στὴ βία, ἐπιστρατεύοντας στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα ποὺ εἰσέβαλαν στοὺς ναοὺς κατὰ τὴ διάρκεια τῶν πασχαλινῶν βαπτίσεων, προκαλώντας σκηνὲς βαναυσότητος καὶ βεβηλώσεως.  Ἡ παροῦσα Α’ ἐπιστολὴ** πρὸς τὸν Ἰννοκέντιο, Ἐπίσκοπο Ῥώμης, δὲν γράφεται ἐκ τῆς ἐξορίας, ἀλλὰ ἐνῶ τὰ γεγονότα βρίσκονται ἀκόμη σὲ ἐξέλιξη. Ὁ Χρυσόστομος καταγγέλλει τὶς παρανομίες καὶ ζητεῖ ἐκκλησιαστικὴ δικαιοσύνη, ἀποκαλύπτοντας τὴν ἐπικίνδυνη σύμπραξη πολιτικῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς ἐξουσίας ποὺ ὁδήγησε στὴ βαθιὰ πληγὴ τῆς Ἐκκλησίας.

   Στὸν δεσπότη μου, τὸν αἰδεσιμώτατο καὶ θεοφιλέστατο ἐπίσκοπο Ἰννοκέντιο, ὁ Ἰωάννης χαίρει ἐν Κυρίῳ.

α΄. Πιστεύω ὅτι καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν δική μας ἐπιστολή, ἡ εὐσέβειά σας θὰ ἔχει πληροφορηθεῖ τὴν παρανομία ποὺ διαπράχθηκε ἐδῶ. Διότι τὸ μέγεθος τῶν δεινῶν δὲν ἄφησε σχεδὸν κανένα μέρος τῆς οἰκουμένης ποὺ νὰ μὴν ἀκούσει γι’ αὐτὴ τὴν χαλεπὴ τραγωδία· καθὼς ἡ φήμη, μεταφέροντας τὰ γεγονότα ἕως καὶ τὶς ἐσχατιὲς τῆς γῆς, προκάλεσε παντοῦ μεγάλο θρῆνο καὶ ὀδυρμό. Ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲν πρέπει μόνο νὰ θρηνοῦμε, ἀλλὰ καὶ νὰ διορθώνουμε καὶ νὰ φροντίζουμε ὥστε νὰ σταματήσει αὐτὸς ὁ βαρύτατος χειμώνας τῆς Ἐκκλησίας, θεωρήσαμε ἀναγκαῖο νὰ πείσουμε τοὺς κυρίους μου, τοὺς τιμιώτατους καὶ εὐλαβέστατους ἐπισκόπους Δημήτριο, Πανσόφιο, Πάππο καὶ Εὐγένιο, νὰ ἀφήσουν τὶς δικές τους ἐκκλησίες καὶ νὰ τολμήσουν νὰ διασχίσουν τόσο πέλαγος καὶ νὰ ξεκινήσουν μία μακρινὴ ἀποδημία, ὥστε νὰ τρέξουν πρὸς τὴν ἀγάπη σας καί, ἀφοῦ σᾶς ἐνημερώσουν για ὅλα μὲ σαφήνεια, νὰ μεριμνήσουν ὥστε νὰ γίνει ἡ διόρθωση τὸ συντομότερο δυνατό. Μαζὶ μὲ αὐτοὺς στείλαμε καὶ τοὺς τιμιώτατους καὶ ἀγαπητοὺς διακόνους Παῦλο καὶ Κυριακό· ὅμως καὶ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι, μὲ τὴ μορφὴ ἐπιστολῆς, θὰ ἐνημερώσουμε ἐν συντομίᾳ τὴν ἀγάπη σας γιὰ ὅσα συνέβησαν.

Ὁ Θεόφιλος, στὸν ὁποῖον ἔχει ἐμπιστευθεῖ ἡ προεδρία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξάνδρειας, ἐπειδὴ κάποιοι κατέφυγαν στὸν εὐσεβέστατο βασιλιά ἐναντίον του, διατάχθηκε νὰ προσέλθει μόνος του. Ἐκεῖνος ὅμως, ἀφοῦ συγκέντρωσε μαζί του πλῆθος Αἰγυπτίων ἐπισκόπων, ὄχι λίγων, καταφθάνει, θέλοντας σὰν ἀπὸ προοίμιο νὰ δείξει ὅτι ἦρθε γιὰ πόλεμο καὶ παράταξη μάχης. Ἔπειτα, ἀφοῦ πάτησε τὸ πόδι του στὴ μεγάλη καὶ θεοφιλή Κωνσταντινούπολη, δὲν εἰσῆλθε στὴν Ἐκκλησία σύμφωνα μὲ τὴ συνήθεια καὶ τὸν θεσμὸ ποὺ ἐπικρατεῖ ἀπὸ παλιά, δὲν συναντήθηκε μαζί μας, δὲν μᾶς μετέδωσε λόγο, οὔτε προσευχή, οὔτε κοινωνία, ἀλλὰ ἀφοῦ ἀποβιβάστηκε ἀπὸ τὸ πλοῖο καὶ προσπέρασε τὶς πύλες τῆς Ἐκκλησίας, ἔφυγε καὶ ἐγκαταστάθηκε κάπου ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη. Καὶ παρόλο ποὺ ἐμεῖς παρακαλέσαμε πολλὲς φορὲς καὶ τὸν ἴδιο καὶ ὅσους εἶχαν ἔρθει μαζί του νὰ φιλοξενηθοῦν σὲ ἐμᾶς (διότι ὅλα εἶχαν προετοιμαστεῖ, καὶ τὰ καταλύματα καὶ ὅσα ἦταν πρέπον), οὔτε ἐκεῖνοι οὔτε αὐτὸς τὸ δέχτηκαν.

Βλέποντας ἐμεῖς αὐτά, βρισκόμασταν σὲ μεγάλη ἀπορία, μὴ μπορώντας νὰ βροῦμε τὴν αἰτία αὐτῆς τῆς ἄδικης ἔχθρας· παρ’ ὅλα αὐτὰ ὅμως, ἐμεῖς πράτταμε τὸ καθῆκον μας, κάνοντας ὅ,τι ταίριαζε σὲ ἐμᾶς, καὶ τὸν παρακαλούσαμε συνεχῶς νὰ συναντηθεῖ μαζί μας καὶ νὰ μᾶς πεῖ γιὰ ποιὸν λόγο ἐξαπέλυσε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τόσο πόλεμο καὶ ἀναστάτωσε μία τέτοια πόλη.

Ἐπειδὴ δὲ οὔτε ὁ ἴδιος ἤθελε νὰ πεῖ τὴν αἰτίαν, καὶ ἐκεῖνοι ποὺ τὸν κατηγοροῦσαν ἐπίεζαν καταστάσεις, ὁ εὐσεβέστατος βασιλέας, ἀφοῦ μᾶς κάλεσε, διέταξε νὰ μεταβοῦμε στὴν ἀπέναντι ὄχθη ὅπου διέμενε ἐκεῖνος καὶ νὰ ἀκούσουμε τὴν ὑπόθεση ἐναντίον του. Διότι τὸν κατηγοροῦσαν καὶ γὰρ γιὰ ἐπιδρομή, καὶ γὰρ γιὰ σφαγὲς καὶ γὰρ γιὰ μύρια ἄλλα. Ἀλλὰ ἐμεῖς, ἐπειδὴ καὶ τοὺς νόμους τῶν πατέρων γνωρίζαμε καὶ τὸν ἄνδρα σεβόμασταν καὶ τιμούσαμε, ἀλλὰ καὶ εἴχαμε δική του ἐπιστολὴ ποὺ δήλωνε ὅτι δὲν πρέπει οἱ δίκες νὰ σύρονται πέρα ἀπὸ τὰ σύνορα, ἀλλὰ οἱ ὑποθέσεις τῶν ἐπαρχιῶν νὰ ἐξετάζονται μέσα στὶς ἐπαρχίες, δὲν δεχτήκαμε νὰ δικάσουμε, ἀλλὰ καὶ μὲ πολλὴ ἐπιμονὴ παραιτηθήκαμε.

Ἐκεῖνος δέ, σὰν νὰ ἐπιδίωκε νὰ ξεπεράσει τὰ προηγούμενα, ἀφοῦ κάλεσε τὸν ἀρχιδιάκονό μου, μὲ πολλὴ αὐθαιρεσία, σὰν νὰ ἦταν ἤδη χηρεύουσα ἡ Ἐκκλησία καὶ νὰ μὴν εἶχε ἐπίσκοπο, μέσω ἐκείνου μετέστρεψε ὅλο τὸν κλῆρο πρὸς τὸν ἑαυτό του· καὶ οἱ ἐκκλησίες ἔγιναν ἀνάστατες, καθὼς ἀπομακρύνονταν οἱ κληρικοὶ ἀπὸ τὴν κάθε μία καὶ προετοιμάζονταν νὰ ὑποβάλουν μηνύσεις ἐναντίον μας καὶ παρακινούνταν σὲ κατηγορία. Καὶ ἀφοῦ ἔκανε αὐτά, ἔστελνε καὶ μᾶς καλοῦσε σὲ δικαστήριοἐνῶ ἀκόμη δὲν εἶχε ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὶς κατηγορίες ἐναντίον του, πρᾶγμα ποὺ ἦταν προπάντων καὶ παρὰ τοὺς κανόνες καὶ παρὰ ὅλους τοὺς νόμους.

β΄. Ἀλλὰ ἐμεῖς, ἔχοντας συνείδηση ὅτι δὲν προσδράμαμε σὲ δικαστήριο (γιατὶ τότε θὰ εἴχαμε παρουσιαστεῖ μυριάδες φορές), ἀλλὰ σὲ ἐχθρὸ καὶ πολέμιο, ὅπως ἀπέδειξαν καὶ ὅσα ἔγιναν προηγουμένως καὶ ὅσα μετὰ ἀπὸ αὐτά, ἀποστείλαμε πρὸς αὐτὸν ἐπισκόπους, τὸν Δημήτριο τῆς Πισινοῦντος, τὸν Εὐλύσιο τῆς Ἀπαμείας, τὸν Λουπίκινο τῆς Ἀππιαρίας, καὶ τοὺς πρεσβυτέρους Γερμανὸ καὶ Σεουῆρο, ἀποκρινόμενοι μὲ τὴν ἐπιείκεια ποὺ μᾶς ταιριάζει καὶ λέγοντας ὅτι δὲν ἀποφεύγουμε τὴν κρίση, ἀλλὰ ἕναν πρόδηλο ἐχθρὸ καὶ φανερὸ πολέμιο.

Διότι αὐτὸς ποὺ ἀκόμη δὲν εἶχε δεχτεῖ τὶς μηνύσεις, καὶ ἔκανε τέτοια πράγματα ἀπὸ τὴν ἀρχή, καὶ ἀπέκοψε τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, τὴν κοινωνία καὶ τὴν προσευχή, καὶ παρακινεῖ κατηγόρους, καὶ μεταστρέφει τὸν κλῆρο, καὶ ἐρημώνει τὴν ἐκκλησία, πῶς θὰ ἦταν δίκαιο νὰ ἀνεβαίνει στὸν θρόνο τοῦ δικαστῆ, ποὺ ἀπὸ πουθενὰ δὲν τοῦ ἁρμόζει; Διότι οὔτε ἀκόλουθο εἶναι κάποιος ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο νὰ δικάζει ἐκείνους ποὺ εἶναι στὴ Θράκη, καὶ μάλιστα ὅταν αὐτὸς εἶναι ὑπόλογος κατηγοριῶν, καὶ ἐχθρὸς καὶ πολέμιος.

Ἀλλ’ ὅμως, χωρὶς νὰ αἰσθανθεῖ κανέναν σεβασμό, ἀλλὰ ἐπειγόμενος νὰ ἐκπληρώσει αὐτὰ ποὺ εἶχε σχεδιάσει, ἐνῶ ἐμεῖς δηλώσαμε ὅτι εἴμαστε ἕτοιμοι καὶ ἐνώπιον ἑκατὸ καὶ χιλίων ἐπισκόπων νὰ ἀποτινάξουμε τὶς κατηγορίες καὶ νὰ δείξουμε ὅτι εἴμαστε καθαροί, ὅπως ἀκριβῶς καὶ εἴμαστε, δὲν τὸ δέχτηκε· ἀλλὰ ἐνῶ ἐμεῖς ἀπουσιάζαμε καὶ ἐπικαλούμασταν σύνοδο καὶ ἐπιζητούσαμε κρίση καὶ δὲν ἀποφεύγαμε τὴν ἀκρόαση ἀλλὰ τὴν φανερὴ ἔχθρα, ἐκεῖνος καὶ κατηγόρους δεχόταν καὶ ἔλυε τὴν ἀκοινωνησία ἐκείνων ποὺ εἶχαν ἀφοριστεῖ ἀπὸ ἐμένα, καὶ ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἴδιους, ποὺ ἀκόμη δὲν εἶχαν ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὰ δικά τους ἐγκλήματα, δεχόταν μηνύσεις καὶ συνέτασσε ὑπομνήματα, τὰ ὁποῖα ὅλα ἦταν ἀντίθετα πρὸς τὸν θεσμὸ καὶ τὴν ἀκολουθία τῶν κανόνων. Τί δὲ πρέπει νὰ λέω πολλά; Δὲν σταμάτησε νὰ κάνει καὶ νὰ μεθοδεύει τὰ πάντα, μέχρι ποὺ μᾶς ἐξέβαλε μὲ ὅλη τὴν δύναμη καὶ τὴν αὐθαιρεσία καὶ ἀπὸ τὴν πόλη καὶ ἀπὸ τὴν ἐκκλησία, ἀργὰ τὸ σούρουπο, ἐνῶ ὅλος ὁ λαὸς μᾶς ἀκολουθούσε.

Ἐπειδὴ λοιπὸν προκαλοῦσα σύνοδο γιὰ δίκαιη ἀκρόαση, ὁ κουριώσος τῆς πόλεως μὲ ἔσερνε μέσα στὴ μέση τῆς πόλεως καὶ μὲ τὴ βία με ὁδηγοῦσαν κάτω καὶ μὲ ἔβαζαν σὲ πλοῖο καὶ ἔπλεα μέσα στὴ νύχτα. Ποῖος θὰ μποροῦσε νὰ ἀκούσει αὐτὰ χωρὶς δάκρυα, ἀκόμη κι ἂν ἔχει πέτρινη καρδιά; Ἀλλὰ ἐπειδή, ὅπως πρόλαβα νὰ πῶ, δὲν πρέπει μόνο νὰ θρηνοῦμε γιὰ ὅσα κακῶς γίνονται ἀλλὰ καὶ νὰ τὰ διορθώνουμε, παρακαλῶ τὴν ἀγάπη σας νὰ κινητοποιηθεῖ καὶ νὰ συμπάσχει καὶ νὰ κάνει τὰ πάντα, ὥστε νὰ σταματήσουν αὐτὰ τὰ κακά. Διότι οὔτε σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο σταμάτησε γι’ αὐτοὺς ἡ παρανομία, ἀλλὰ καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὰ συνέχιζαν τὰ προηγούμενα. Διότι ἐπειδὴ ὁ εὐσεβέστατος βασιλέας τοὺς ἐξέβαλε, καθὼς εἶχαν ἐπιτεθεῖ στὴν ἐκκλησία ἀδιάντροπα, καὶ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς παρόντες ἐπισκόπους, βλέποντας τὴν παρανομία τους, ἀναχώρησαν γιὰ τὶς δικές τους πατρίδες, φεύγοντας ἀπὸ τὴν ἐπιδρομή του σὰν ἀπὸ μία πυρκαγιὰ ποὺ καταβροχθίζει τὰ πάντα, ἐμεῖς πάλι καλούμασταν στὴν πόλη καὶ στὴν ἐκκλησία, ἀπὸ τὴν ὁποία ἀδίκως ἐκβληθήκαμε, ἐνῶ μᾶς εἰσῆγαν περισσότεροι ἀπὸ τριάντα ἐπίσκοποι καὶ ὁ θεοφιλέστατος βασιλέας ἀπέστειλε γι’ αὐτὸν τὸν σκοπὸ νοτάριο· ἐκεῖνος δὲ δραπέτευσε ἀμέσως.

Γιὰ ποιὸν λόγο καὶ γιατί; Μπαίνοντας λοιπὸν μέσα, παρακαλοῦμε τὸν θεοφιλέστατο βασιλέα νὰ συγκροτήσει σύνοδο γιὰ τὴν ἀπονομὴ δικαιοσύνης γιὰ ὅσα συνέβησαν. Ἔχοντας λοιπὸν συνείδηση γιὰ ὅσα διέπραξε καὶ φοβούμενος τὸν ἔλεγχο, καθὼς καὶ βασιλικὰ γράμματα εἶχαν ἀποσταλεῖ παντοῦ ποὺ συγκέντρωναν τοὺς πάντες ἀπὸ παντοῦ, ἀφοῦ ἐπιβιβάστηκε κρυφὰ τὰ μεσάνυχτα σὲ πλοιάριο, ἔτσι δραπέτευσε συμπαρασύροντας μαζί του ὅλους ὅσους ἦσαν μετ’ αὐτοῦ.

γ΄. Ἀλλὰ ἐμεῖς οὔτε ἔτσι σταματήσαμε, ἐπειδὴ εἴχαμε θάρρος στὴ συνείδησή μας, παρακαλώντας πάλι τὸν εὐσεβέστατο βασιλέα γιὰ τὰ ἴδια. Ὁ ὁποῖος, πράττοντας ὅπως ταίριαζε στὴν εὐσέβειά του, ἔστειλε πάλι πρὸς αὐτὸν καλοῦντάς τον ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς δικούς του, ὥστε νὰ δώσει λόγο γιὰ τὰ γενόμενα καὶ νὰ μὴ νομίζει ὅτι ἀρκοῦν γιὰ τὴν ἀπολογία του ὅσα τόσο ἄδικα τολμήθηκαν ἀπὸ τὴ μία πλευρὰ καὶ ἐνῶ ἐμεῖς ἀπουσιάζαμε καὶ παρὰ ἀπὸ τόσους κανόνες. Ἐκεῖνος ὅμως οὔτε τὰ βασιλικὰ γράμματα ἀνέχτηκε, ἀλλὰ παρέμενε στὸ σπίτι του, προβάλλοντας ὡς δικαιολογία τὴν ἐξέγερση τοῦ δήμου καὶ τὴν ἄκαιρη δῆθεν σπουδὴ κάποιων ποὺ τὸν ὑποστήριζαν· ἂν καὶ πρὶν ἀπὸ τὰ βασιλικὰ γράμματα αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ δῆμος τὸν εἶχε λοιδωρήσει μὲ μυριάδες βρισιές.

 Ἀλλὰ δὲν ἐξετάζουμε αὐτὰ τώρα, ἀλλὰ εἴπαμε αὐτὰ θέλοντας νὰ δείξουμε ὅτι συνελήφθη κακουργώντας. Ὅμως οὔτε μετὰ ἀπὸ αὐτὰ ἐμεῖς ἡσυχάσαμε, ἀλλὰ ἐπιμέναμε ζητώντας νὰ γίνει δικαστήριο μὲ ἐρωτήσεις καὶ ἀποκρίσεις· διότι λέγαμε ὅτι εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ δείξουμε ὅτι εἴμαστε ἀνεύθυνοι, ἐνῶ ἐκεῖνοι παρανόμησαν στὸν ἔσχατο βαθμό. Καὶ γὰρ ὑπῆρχαν κάποιοι Σύροι ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἦσαν τότε μαζί του, οἱ ὁποῖοι παρέμειναν ἐδῶ καὶ οἱ ὁποῖοι ἀπὸ κοινοῦ μετ’ αὐτοῦ ἔπραξαν τὰ πάντα· καὶ προσερχόμασταν ἕτοιμοι νὰ δικαστοῦμε καὶ πολλὲς φορὲς ἐνοχλήσαμε γι’ αὐτό, ἀξιώνοντας νὰ μᾶς δοθοῦν τὰ ὑπομνήματα ἢ τὰ ἔγγραφα τῶν κατηγοριῶν ἢ νὰ μᾶς γνωστοποιηθεῖ ἡ φύση τῶν ἐγκλημάτων ἢ οἱ ἴδιοι οἱ κατηγόροι· καὶ τίποτα ἀπὸ αὐτὰ δὲν ἐπιτύχαμε, ἀλλὰ πάλι ἐκβληθήκαμε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία.

Πῶς θὰ μποροῦσα λοιπὸν νὰ διηγηθῶ τὰ ὅσα ἀκολούθησαν, τὰ ὁποῖα ξεπερνοῦν κάθε τραγωδία; Ποιὸς λόγος θὰ τὰ παρουσιάσει αὐτά; Ποιά ἀκοὴ θὰ τὰ δεχτεῖ χωρὶς φρίκη;

Διότι ἐνῶ ἐμεῖς προτείναμε αὐτά, ὅπως εἶπα προηγουμένως, ξαφνικὰ πλῆθος στρατιωτῶν αὐτὸ τὸ Μεγάλο Σάββατο, καθὼς πλέον πλησίαζε τὸ βράδυ τῆς ἡμέρας, εἰσέβαλαν στὶς ἐκκλησίες, ἐξέβαλαν μὲ τὴ βία ὅλο τὸν κλῆρο ποὺ ἦταν μαζί μας καὶ τὸ ἱερὸ βῆμα περιστοιχίστηκε ἀπὸ ὅπλα. Καὶ γυναῖκες ποὺ ἦσαν στοὺς εὐκτήριους οἴκους καὶ εἶχαν βγάλει τὰ ροῦχα τους γιὰ τὸ βάπτισμα, ἐκείνη ἀκριβῶς τὴν ὥρα ἔφευγαν γυμνὲς ἀπὸ τὸν φόβο αὐτῆς τῆς χαλεπῆς ἐπιδρομῆς, χωρὶς νὰ τοὺς ἐπιτρέπεται νὰ περιβληθοῦν οὔτε τὴν πρέπουσα στὶς γυναῖκες εὐσχημοσύνη· πολλὲς δὲ ἐκβάλλονταν ἔχοντας δεχτεῖ τραύματα, καὶ οἱ κολυμβῆθρες γεμίζανε μὲ αἷμα, καὶ τὰ ἱερὰ νάματα κοκκίνιζαν ἀπὸ τὰ αἵματα.

Καὶ οὔτε σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο σταμάτησε τὸ δεινό, ἀλλὰ ἐκεῖ ὅπου φυλάσσονταν τὰ Ἅγια εἰσῆλθαν οἱ στρατιῶτες, ἀπὸ τοὺς ὁποίους μερικοί, ὅπως μάθαμε, ἦσαν ἀμύητοι, καὶ ἔβλεπαν ὅλα τὰ ἐσωτερικὰ καὶ τὸ ἁγιώτατο αἷμα τοῦ Χριστοῦ, καθὼς ὑπῆρχε τόσος θόρυβος, χύθηκε πάνω στὰ ἱμάτια τῶν προαναφερθέντων στρατιωτῶν καὶ ὅλα τολμήθηκαν σὰν σὲ βαρβαρικὴ αἰχμαλωσία. Καὶ ὁ δῆμος ἐκδιωκόταν πρὸς τὴν ἐρημιά, καὶ ὅλος ὁ λαὸς διέμενε ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, καὶ οἱ ἐκκλησίες σὲ τέτοια ἑορτὴ γίνονταν κενὲς ἀπὸ λαό, καὶ περισσότεροι ἀπὸ σαράντα ἐπίσκοποι ποὺ κοινωνοῦσαν μαζί μας ἐκδιώκονταν ἄδικα καὶ μάταια μαζὶ μὲ τὸν λαὸ καὶ τὸν κλῆρο· καὶ παντοῦ κραυγὲς καὶ θρῆνοι καὶ πηγὲς δακρύων στὶς ἀγορές, στὰ σπίτια, στὶς ἐρημιές, καὶ κάθε μέρος τῆς πόλεως γεμίζε ἀπὸ αὐτὲς τὶς συμφορές· διότι ἐξαιτίας τῆς ὑπερβολῆς τῆς παρανομίας ὄχι μόνο ἐκεῖνοι ποὺ ἔπασχαν, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι ποὺ δὲν ὑπέμεναν τίποτα τέτοιο συμπονοῦσαν μαζί μας, ὄχι μόνο οἱ ὁμόδοξοι, ἀλλὰ καὶ αἱρετικοὶ καὶ Ἰουδαῖοι καὶ Ἕλληνες, καὶ τὰ πάντα ἦσαν μέσα σὲ θορύβους καὶ ταραχὲς καὶ κραυγές, σὰν ἡ πόλη νὰ εἶχε κυριευθεῖ μὲ τὴ βία.

Καὶ αὐτὰ τολμήθηκαν παρὰ τὴ γνώμη τοῦ εὐσεβεστάτου βασιλέως, ἀφοῦ εἶχε πέσει ἡ νύχτα, μὲ ἐπισκόπους νὰ τὰ διοργανώνουν καὶ σὲ πολλὰ μέρη νὰ ἡγοῦνται τῶν στρατιωτῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ντρέπονταν νὰ ἔχουν ἐπικεφαλῆς καμπιδούκτορες ἀντὶ γιὰ διακόνους. Μόλις δὲ ξημέρωσε, ὅλη ἡ πόλη μετακινούνταν ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη, κάτω ἀπὸ δένδρα καὶ κοιλάδες, ἐπιτελώντας τὴν ἑορτὴ σὰν πρόβατα διεσπαρμένα.

δ΄. Εἶναι λοιπὸν δυνατὸ σὲ ἐσᾶς νὰ ἀναλογιστεῖτε ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα ὅλα τὰ ὑπόλοιπα· διότι, ὅπως πρόλαβα νὰ πῶ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιγράψει ὁ λόγος ὅλα ὅσα συνέβησαν κατὰ μέρος. Τὸ δὲ χαλεπὸ εἶναι ὅτι τόσα καὶ τέτοιου μεγέθους κακὰ οὔτε μέχρι τώρα ἔχουν βρεῖ λύση, ἀλλὰ οὔτε ὑπάρχει ἐλπίδα λύσεως· ἀντιθέτως, κάθε μέρα ἐκτείνεται τὸ δεινό, καὶ γίναμε περίγελος στοὺς πολλούς, μᾶλλον δὲ κανεὶς δὲν γελᾶ, ἀκόμη κι ἂν εἶναι μυριάδες φορὲς παράνομος, ἀλλὰ ὅλοι θρηνοῦν, ὅπως εἶπα, τὴν κορυφὴ τῶν κακῶν, αὐτὴ τὴν πρωτοφανῆ παρανομία.

Τί νὰ πεῖ κανεὶς γιὰ τὶς ταραχὲς τῶν ὑπολοίπων Ἐκκλησιῶν; Διότι τὸ κακὸ δὲν σταμάτησε ἐδῶ, ἀλλὰ ἔφθασε μέχρι τὴν ἀνατολή. Καθὼς δηλαδὴ ὅταν χυθεῖ ἕνα πονηρὸ ρεῦμα ἀπὸ τὴν κεφαλή, διαφθείρονται καὶ τὰ ὑπόλοιπα μέρη, ἔτσι ἀκριβῶς καὶ τώρα, ἐπειδὴ τὰ κακὰ ἄρχισαν ἀπὸ αὐτὴ τὴ μεγάλη πόλη σὰν ἀπὸ πηγή, οἱ θόρυβοι προχώρησαν παντοῦ, καὶ κληρικοὶ παντοῦ ἐπαναστάτησαν ἐναντίον ἐπισκόπων, καὶ ἐπίσκοποι ἐναντίον ἐπισκόπων, καὶ λαοὶ μὲν χωρίστηκαν ἀπὸ λαούς, ἄλλοι δὲ πρόκειται νὰ χωριστοῦν, καὶ παντοῦ ὑπάρχουν ὠδῖνες κακῶν καὶ ἀνατροπὴ ὁλόκληρης τῆς οἰκουμένης.

Ἀφοῦ λοιπὸν μάθατε τὰ πάντα, κύριοί μου τιμιώτατοι καὶ εὐλαβέστατοι, ἐπιδείξτε τὴν ἀνδρεία καὶ τὴ σπουδὴ ποὺ σᾶς ταιριάζει, ὥστε νὰ ἀναστείλετε τόση παρανομία ποὺ εἰσέβαλε στὶς Ἐκκλησίες. Διότι ἂν ἐπικρατήσει αὐτὸ τὸ ἔθος καὶ ἐπιτρέπεται σὲ ὅσους θέλουν νὰ πηγαίνουν σὲ ξένες παροικίες ἀπὸ τόσο μεγάλες ἀποστάσεις καὶ νὰ ἐκβάλλουν ὅποιους θέλει ὁ καθένας, πράττοντας σύμφωνα μὲ τὴ δική τους ἐξουσία ὅσα θέλουν, νὰ ξέρετε ὅτι τὰ πάντα θὰ χαθοῦν, καὶ ἕνας ἀκήρυκτος πόλεμος θὰ ἐξαπλωθεῖ σὲ ὅλη τὴν οἰκουμένη, καθὼς ὅλοι θὰ χτυποῦν τοὺς πάντες καὶ θὰ χτυπιῶνται ἀπὸ ὅλους.

Γιὰ νὰ μὴν καταλάβει λοιπὸν τόση σύγχυση ὅλη τὴν οἰκουμένη, παρακαλεῖσθε νὰ ὁρίσετε μὲ ἐπιστολὴ ὅτι ὅσα ἔγιναν τόσο παράνομα ἐνῶ ἐμεῖς ἀπουσιάζαμε, καὶ ἀπὸ τὴ μία μόνο πλευρά, καὶ ἐνῶ ἐμεῖς δὲν ἀποφύγαμε τὴν κρίση, νὰ μὴν ἔχουν καμία ἰσχύ, ὅπως ἀκριβῶς δὲν ἔχουν ἀπὸ τὴν ἴδια τους τὴ φύση· ἐκεῖνοι δὲ ποὺ διέπραξαν τέτοιες παρανομίες, ἀφοῦ ἐλεγχθοῦν, νὰ ὑποβληθοῦν στὴν τιμωρία τῶν ἐκκλησιαστικῶν νόμων, ἐνῶ σὲ ἐμᾶς, ποὺ δὲν συλληφθήκαμε σὲ κανένα σφάλμα, οὔτε ἐλεγχθήκαμε, οὔτε ἀποδειχθήκαμε ὑπαίτιοι, ἐπιτρέψτε μας νὰ ἀπολαμβάνουμε συνεχῶς τὰ δικά σας γράμματα, καὶ τὴν ἀγάπη σας καὶ ὅλα τὰ ἄλλα, ὅπως ἀκριβῶς καὶ προηγουμένως.

Ἐὰν δὲ ἐπιθυμοῦν καὶ τώρα αὐτοὶ ποὺ διέπραξαν τέτοιες παρανομίες νὰ ἐξετάσουν τὶς κατηγορίες, γιὰ τὶς ὁποῖες μᾶς ἐξέβαλαν ἀδίκως, χωρὶς νὰ μᾶς δοθοῦν ὑπομνήματα, οὔτε μηνύσεις, οὔτε νὰ ἐμφανιστοῦν κατήγοροι, ἂν συγκροτηθεῖ ἀδέκαστο δικαστήριο, καὶ θὰ δικαστοῦμε καὶ θὰ ἀπολογηθοῦμε καὶ θὰ ἀποδείξουμε ὅτι εἴμαστε ἀνεύθυνοι γιὰ ὅσα μᾶς προσάπτουν, ὅπως ἀκριβῶς καὶ εἴμαστε· διότι ὅσα ἔγιναν τώρα ἀπὸ αὐτοὺς εἶναι ἔξω ἀπὸ κάθε τάξη καὶ κάθε νόμο καὶ ἐκκλησιαστικὸ κανόνα. Καὶ γιατὶ λέω ἐκκλησιαστικὸ κανόνα; Οὔτε κὰν στὰ πολιτικὰ δικαστήρια δὲν τολμήθηκαν ποτὲ τέτοια πράγματα, μᾶλλον δὲ οὔτε σὲ βαρβαρικὸ δικαστήριο, οὔτε Σκύθες, οὔτε Σαυρομάτες δὲν θὰ δίκαζαν ποτὲ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, κρίνοντας ἀπὸ τὴ μία πλευρὰ μόνο, ἐνῶ ἀπουσιάζει ὁ κατηγορούμενος, ὁ ὁποῖος δὲν ἀποφεύγει τὴν κρίση ἀλλὰ τὴν ἔχθρα, καὶ ὁ ὁποῖος καλεῖ ἀναρίθμητους δικαστές, λέγοντας ὅτι εἶναι ἀνεύθυνος καὶ ὅτι εἶναι ἕτοιμος ἐνώπιον τῆς οἰκουμένης νὰ ἀποτινάξει τὶς κατηγορίες καὶ νὰ δείξει ὅτι εἶναι ἀθῷος σὲ ὅλα. Ἀφοῦ λοιπὸν ἀναλογιστεῖτε ὅλα αὐτὰ καὶ ἀφοῦ μάθετε τὰ πάντα σαφέστερα ἀπὸ τοὺς κυρίους μου τοὺς εὐλαβέστατους ἀδελφούς μας ἐπισκόπους, παρακαλεῖσθε νὰ ἐπιδείξετε τὴ δική σας σπουδὴ γιὰ ἐμᾶς. Διότι μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο δὲν θὰ προσφέρετε χάρη μόνο σὲ ἐμᾶς, ἀλλὰ καὶ στὸ κοινὸ τῶν Ἐκκλησιῶν, καὶ θὰ λάβετε τὸν μισθὸ ἀπὸ τὸν Θεό, ὁ ὁποῖος κάνει τὰ πάντα γιὰ τὴν εἰρήνη τῶν Ἐκκλησιῶν. Νὰ εἶσαι πάντοτε ὑγιής καὶ νὰ προσεύχεσαι γιὰ ἐμένα, δέσποτα τιμιώτατε καὶ ὁσιώτατε.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

 *      Ἡ ἀντιπαράθεση τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου μὲ τὴν Αὐτοκράτειρα Εὐδοξία κορυφώθηκε τὸ Πάσχα τοῦ 404 μ.Χ., ἀποτελώντας τὸ ἀποκορύφωμα μιᾶς μακροχρόνιας σύγκρουσης. Στὸ φόντο αὐτῆς τῆς ἔντασης, ἡ ἀνέγερση τοῦ ἀργυροῦ ἀγάλματος τῆς Εὐδοξίας, σὲ δημόσιο χῶρο κοντὰ στὴν Ἁγία Σοφία, προσέδιδε ἰσχυρὸ συμβολικὸ χαρακτήρα, ἐπιδεικνύοντας τὴν κοσμικὴ ἐξουσία τῆς Αὐτοκράτειρας σὲ ἄμεση γειτνίαση μὲ τὸ κέντρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Οἱ τελετὲς γιὰ τὰ ἐγκαίνια περιλάμβαναν μουσικές, χοροὺς καὶ ἐκδηλώσεις ποὺ θύμιζαν παλαιὰ εἰδωλολατρικὰ ἔθιμα, διαταράσσοντας τὴν ἱερὴ τάξη καὶ προκαλώντας τὸ αἴσθημα τῶν πιστῶν.

Ό Χρυσόστομος ἀντιτάχθηκε καὶ στὴν προσπάθεια ἐλέγχου τῆς περιουσίας τῶν πιστῶν, ὅπως ἔγινε μὲ τὴν ὑπόθεση τοῦ χωραφιοῦ τῆς χήρας. Ἡ Αὐτοκράτειρα ἐπιδίωκε τὸν ἔλεγχο τῆς γῆς, θεωρώντας τὴν περιουσία στρατηγικῆς σημασίας γιὰ τὴν πολιτικὴ καὶ ἐκκλησιαστική της ἐπιρροή, ἐνῶ ὁ Χρυσόστομος ἀντέτασσε τὴν προστασία τῶν δικαιωμάτων τῆς χήρας καὶ τὴν ἀνεξαρτησία τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ στάση αὐτὴ ἐνέτεινε τὴν προσωπικὴ ἀντίθεση μεταξὺ τῶν δύο πλευρῶν καὶ ἐνίσχυσε τὸ αἴσθημα ἀδικίας καὶ ἀντίστασης στὸν λαό.

Τόσο ἡ ὑπόθεση τοῦ ἀγάλματος, ὅσο καὶ τοῦ χωραφιοῦ, ἀντιπροσωπεύουν τὴ βαθύτερη σύγκρουση μεταξὺ τῆς φωνῆς τοῦ ἐπισκόπου, ποὺ ὑπερασπιζόταν τὸ ἦθος καὶ τὴν πνευματικὴ ἐλευθερία τῆς Ἐκκλησίας, καὶ τῆς κοσμικῆς ἐξουσίας, ποὺ ἀπαιτοῦσε σιωπὴ καὶ ὑποταγή. Τὰ γεγονότα αὐτὰ ὄξυναν τὴν ἔχθρα καὶ ὁδήγησαν τελικὰ στὴν καθαίρεση καὶ ἐξορία τοῦ Χρυσοστόμου.

**    Ἡ πρώτη αὐτὴ ἐπιστολὴ τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου πρὸς τὸν προκαθήμενο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης εἶναι ἡ μόνη ποὺ στάλθηκε ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη λίγο μετὰ τὸ Πάσχα τοῦ 404 μ.Χ. Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ἀδικούμενος ἱεράρχης προσφεύγει πρὸς τὸν πάπα τῆς Ρώμης, ἔδωσε ἀφορμὴ στοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς νὰ ἰσχυρισθοῦν ὅτι ὁ ἱερός Χρυσόστομος ἀναγνώριζε τὸ πρωτεῖο τῆς Ρώμης καὶ τὸ δικαίωμά του νὰ ἐπεμβαίνει στὰ πράγματα τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας. Ὅπως ὅμως παρατηρεῖ ὁ Βαρνάβας Τζωρτζᾶτος πολὺ σωστά, ἡ ἄποψη αὐτὴ δὲν μπορεῖ νὰ εὐσταθήσει, ἀφοῦ ἡ ἴδια ἐπιστολὴ ἀπαράλλακτη στάλθηκε καὶ σ’ ἄλλους δύο ἐπισκόπους τῆς Δύσεως, τὸν Βενέριο Μεδιολάνων καὶ τὸν Χρωμάτιο Ἀκηλυΐας. Ἀπὸ ὅλους δὲ αὐτοὺς ὁ προκαθήμενος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως δὲ ζητᾶ ἐπέμβαση, ἀλλὰ ἁπλῆ μεσολάβησή τους γιὰ νὰ συγκροτηθεῖ σύνοδος, ἡ ὁποία εἶναι ἡ μόνη ἁρμόδια νὰ τακτοποιήσει τὸ θέμα ποὺ ἀνέκυψε. Πρβλ. Β. Τζωρτζάτου, Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐπιστολῶν αὐτοῦ, ἐν Ἀθήναις 1952, σελ. 65–66.

ΚΕΙΜΕΝΟ Ε.Π.Ε

ΙΝΝΟΚΕΝΤΙῼ, ΕΠΙΣΚΟΠῼ ΡΩΜΗΣ

Τῷ δεσπότῃ μου τῷ αἰδεσιμωτάτῳ καὶ θεοφιλεστάτῳ ἐπισκόπῳ Ἰννοκεντίῳ, Ἰωάννης ἐν Κυρίῳ χαίρειν.

α΄. Καὶ πρὸ τῶν γραμμάτων οἶμαι τῶν ἡμετέρων ἀκηκοέναι τὴν εὐλάβειαν ὑμῶν τὴν παρανομίαν τὴν ἐνταῦθα τολμηθεῖσαν. Τὸ γὰρ μέγεθος τῶν δεινῶν οὐδὲ ἓν μέρος σχεδὸν τῆς οἰκουμένης ἀφῆκεν ἀνήκοον εἶναι τῆς χαλεπῆς ταύτης τραγῳδίας· καὶ γὰρ πρὸς αὐτὰς τῆς γῆς τὰς ἐσχατιὰς φέρουσα ἡ φήμη τὰ γενόμενα, πολὺν πανταχοῦ θρῆνον καὶ ὀλοφυρμὸν εἰργάσατο. Ἀλλ’ ἐπειδὴ οὐ θρηνεῖν δεῖ μόνον, ἀλλὰ καὶ διορθοῦν καὶ σκοπεῖν, ὅπως ἂν ὁ χαλεπώτατος οὗτος τῆς Ἐκκλησίας σταίη χειμών, ἀναγκαῖον εἶναι ἐνομίσαμεν τοὺς κυρίους μου τοὺς τιμιωτάτους καὶ εὐλαβεστάτους ἐπισκόπους Δημήτριον, Πανσόφιον, Πάππον καὶ Εὐγένιον πεῖσαι τάς τε ἑαυτῶν ἀφεῖναι καὶ πελάγους κατατολμῆσαι τοσούτου καὶ μακρὰν ἀποδημίαν στείλασθαι καὶ πρὸς τὴν ὑμετέραν δραμεῖν ἀγάπην καὶ πάντα σαφῶς ἀναδιδάξαντας, ταχίστην παρασκευάσαι γενέσθαι τὴν διόρθωσιν, οἷς καὶ τοὺς τιμιωτάτους καὶ ἀγαπητοὺς τῶν διακόνων Παῦλον καὶ Κυριακὸν συνεπέμψαμεν· καὶ αὐτοὶ δὲ ὡς ἐν εἴδει ἐπιστολῆς, ἐν βραχεῖ διδάξομεν ὑμῶν τὴν ἀγάπην τὰ γεγενημένα. Ὁ γὰρ τῆς Ἐκκλησίας τῆς ἐν Ἀλεξανδρείᾳ τὴν προεδρίαν ἐγχειρισθεὶς Θεόφιλος, ἐντυχόντων τινῶν τῷ εὐσεβεστάτῳ βασιλεῖ κατ’ αὐτοῦ, κελευσθεὶς ἀφικέσθαι μόνος, συναγαγὼν μεθ’ ἑαυτοῦ πλῆθος Αἰγυπτίων ἐπισκόπων οὐκ ὀλίγων παραγίνεται, καθάπερ ἐκ προοιμίων δεῖξαι βουλόμενος, ὅτι εἰς πόλεμον καὶ παράταξιν ἀφῖκται· εἶτα τῆς μεγάλης καὶ θεοφιλοῦς Κωνσταντινουπόλεως ἐπιβάς, οὐκ εἰς Ἐκκλησίαν εἰσῆλθε κατὰ τὸ εἰωθὸς καὶ τὸ ἄνωθεν κρατήσαντα θεσμόν, οὐχ ἡμῖν συνεγένετο, οὐ λόγου μετέδωκεν, οὐκ εὐχῆς, οὐ κοινωνίας, ἀλλ’ ἀποβὰς τοῦ πλοίου καὶ τὰ πρόθυρα τῆς Ἐκκλησίας παραδραμών, ἔξω που τῆς πόλεως ἀπελθὼν ηὐλίζετο, καὶ πολλὰ παρακαλεσάντων ἡμῶν καὶ αὐτοὸν καὶ τοὺς μετ’ αὐτοῦ παραγενομένους παρ’ ἡμῖν καταχθῆναι (καὶ γὰρ ἅπαντα ηὐτρέπιστο, καὶ καταγώγια καὶ ὅσα εἰκὸς ἦν), οὔτε ἐκεῖνοι οὔτε αὐτὸς ἠνέσχετο. Ταῦτα ὁρῶντες ἡμεῖς, καὶ ἐν ἀπορίᾳ ἦμεν πολλῇ, μηδὲ τὴν αἰτίαν δυνάμενοι τῆς ἀδίκου ταύτης ἀπεχθείας εὑρεῖν· ἀλλ’ ὅμως τὰ παρ’ ἑαυτῶν ἐπληροῦμεν, τὸ πρέπον ἡμῖν αὐτοῖς ποιοῦντες, καὶ συνεχῶς αὐτὸν παρακαλοῦντες συγγενέσθαι τε ἡμῖν καὶ εἰπεῖν, τίνος ἕνεκεν τοσοῦτον ἐκ προοιμίων ἀνερρίπισε πόλεμον καὶ τηλικαύτην διεσκέδασε πόλιν.

Ὡς δὲ οὐδὲ αὐτὸς ἠβούλετο λέγειν τὴν αἰτίαν, οἵ τε κατηγοροῦντες αὐτοῦ ἐπέκειντο, καλέσας ἡμᾶς ὁ εὐσεβέστατος βασιλεύς, ἐκέλευσε πέραν ἔνθα διέτριβεν ἀπιέναι καὶ τῆς κατ’ αὐτοῦ ἀκούειν ὑποθέσεως. Καὶ γὰρ καὶ ἔφοδον καὶ σφαγὰς καὶ ἕτερα ἐνεκάλουν μυρία· ἀλλ’ ἡμεῖς καὶ τοὺς νόμους τῶν πατέρων εἰδότες καὶ τὸν ἄνδρα αἰδούμενοι καὶ τιμῶντες καὶ αὐτοῦ δὲ τὰ γράμματα ἔχοντες τὰ δηλοῦντα μὴ δεῖν ὑπερορίους ἕλκεσθαι τὰς δίκας, ἀλλ’ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις τὰ τῶν ἐπαρχιῶν γυμνάζεσθαι, οὐ κατεδεξάμεθα δικάσαι, ἀλλὰ καὶ μετὰ πολλῆς παρητησάμεθα τῆς σφοδρότητος. Ὁ δὲ ὥσπερ τοῖς προτέροις ἐπαγωνιζόμενος, τὸν ἀρχιδιάκονον καλέσας τὸν ἐμόν, ἐξ αὐθεντίας πολλῆς, ὥσπερ ἤδη χηρευούσης τῆς Ἐκκλησίας καὶ οὐκ ἐχούσης ἐπίσκοπον, δι’ ἐκείνου τὸν κλῆρον ἅπαντα πρὸς ἑαυτὸν μετέστησε, καὶ ἀνάστατοι αἱ ἐκκλησίαι ἐγένοντο, ἀπαγομένων τῶν ἐν ἑκάστῃ κληρικῶν καὶ παρασκευαζομένων λιβέλλους διδόναι καθ’ ἡμῶν καὶ πρὸς κατηγορίαν ἀλειφομένων. Καὶ ταῦτα ποιήσας ἔπεμπε καὶ ἐκάλει ἡμᾶς εἰς δικαστήριον, μηδέπω τὰς καθ’ ἑαυτοῦ ἀποδυσάμενος αἰτίας, ὃ μάλιστα καὶ παρὰ κανόνας καὶ παρὰ πάντας τοὺς νόμους ἦν.

β΄. Ἀλλ’ ἡμεῖς συνειδότες ὅτι οὐ πρὸς δικαστήριον ἀφικόμεθα (ἦ γὰρ ἂν μυριάκις παρεγενόμεθα), ἀλλὰ πρὸς ἐχθρὸν καὶ πολέμιον, καθάπερ τά τε ἔμπροσθεν γεγενημένα καὶ τὰ μετὰ ταῦτα ἐδήλωσεν, ἀπεστάλκαμεν πρὸς αὐτὸν ἐπισκόπους, τὸν Πισινοῦντος Δημήτριον, τὸν Ἀπαμείας Εὐλύσιον, τὸν Ἀππιαρίας Λουπίκινον, πρεσβυτέρους δὲ Γερμανὸν καὶ Σεουῆρον, μετὰ τῆς προσηκούσης ἡμῖν ἐπιεικείας ἀποκρινόμενοι καὶ λέγοντες μὴ παραιτεῖσθαι κρίσιν, ἀλλ’ ἐχθρὸν πρόδηλον καὶ πολέμιον φανερόν. Ὁ γὰρ μηδέπω λιβέλλους δεξάμενος, καὶ τοιαῦτα ἐκ προοιμίων ποιήσας, καὶ ἀπορρήξας ἑαυτὸν Ἐκκλησίας, κοινωνίας, εὐχῆς, καὶ κατηγόρους ἀλείφων, καὶ κλῆρον μεθιστάς, καὶ ἐκκλησίαν ἐρημῶν, πῶς ἂν εἴη δίκαιος ἐπὶ τὸν τοῦ δικαστοῦ θρόνον ἀναβαίνειν οὐδαμόθεν αὐτῷ προσήκοντα; Οὐδὲ γὰρ ἀκόλουθόν ἐστι τὸν ἐξ Αἰγύπτου τοὺς ἐν Θρᾴκῃ δικάζειν, καὶ τοῦτον ὑπεύθυνον αἰτίας ὄντα, καὶ ἐχθρὸν καὶ πολέμιον.

Ἀλλ’ ὅμως οὐδὲν αἰδεσθείς, ἀλλὰ ἅπερ βεβούλευτο πληρῶσαι ἐπειγόμενος, ἡμῶν δηλωσάντων, ὅτι ἕτοιμοί ἐσμεν καὶ ἑκατὸν καὶ χιλίων ἐπισκόπων παρόντων ἀποδύσασθαι τὰ ἐγκλήματα καὶ δεῖξαι ὄντας καθαροὺς ἑαυτούς, ὥσπερ οὖν καὶ ἐσμέν, οὐκ ἠνέσχετο, ἀλλὰ ἀπόντων ἡμῶν καὶ σύνοδον ἐπικαλουμένων καὶ κρίσιν ἐπιζητούντων καὶ οὐκ ἀκρόασιν φευγόντων, ἀλλ’ ἀπέχθειαν φανεράν, καὶ κατηγόρους ἐδέχετο καὶ τοὺς παρ’ ἐμοῦ γενομένους ἀκοινωνήτους ἔλυε, καὶ παρ’ αὐτῶν ἐκείνων οὐδέπω τὰ ἐγκλήματα ἀποδυσαμένων λιβέλλους ἐλάμβανε, καὶ ὑπομνήματα ἔπραττε, ἅπερ ἅπαντα παρὰ θεσμὸν καὶ κανόνων ἀκολουθίαν ἦν. Τί δὲ δεῖ πολλὰ λέγειν; Οὐκ ἀπέστη πάντα ποιῶν καὶ πραγματευόμενος, ἕως ἡμᾶς μετὰ δυναστείας καὶ αὐθεντίας πάσης καὶ τῆς πόλεως καὶ τῆς ἐκκλησίας ἐξέβαλε καὶ πρὸς ἑσπέραν βαθεῖαν, τοῦ δήμου παντὸς ἡμῖν ἐπισυρομένου. Ἑλκόμενος ὑπὸ τοῦ κουριώσου τῆς πόλεως ἐν μέσῃ τῇ πόλει καὶ πρὸς βίαν συρόμενος κατηγόμην καὶ εἰς πλοῖον ἐνεβαλλόμην καὶ διὰ νυκτὸς ἔπλεον, ἐπειδὴ σύνοδον πρὸς δικαίαν ἀκρόασιν προεκαλούμην. Τίς ταῦτα ἀδακρυτί, κἂν λιθίνην ἔχῃ καρδίαν, ἀκούσειεν; Ἀλλ’ ἐπειδή, καθάπερ ἔφθην εἰπών, οὐ θρηνεῖν μόνον τὰ κακῶς γινόμενα, ἀλλὰ καὶ διορθοῦν δεῖ, παρακαλῶ τὴν ὑμετέραν ἀγάπην διαναστῆναι καὶ συναλγῆσαι καὶ πάντα ποιῆσαι, ὥστε στῆναι ταύτῃ τὰ κακά. Οὐδὲ γὰρ ἐνταῦθα τὰ τῆς παρανομίας αὐτοῖς κατέλυσεν, ἀλλὰ καὶ μετὰ ταῦτα τοῖς προτέροις ἐπαποδύετο. Ἐπειδὴ γὰρ ὁ εὐσεβέστατος βασιλεὺς ἐπιπηδήσαντας αὐτοὺς τῇ ἐκκλησίᾳ ἀναισχύντως ἐξέβαλε καὶ πολλοὶ τῶν παρόντων ἐπισκόπων, ἰδόντες αὐτῶν τὴν παρανομίαν, εἰς τὰς αὐτῶν ἀνεχώρησαν, τὴν ἔφοδον αὐτῷ ὥσπερ πυράν τινα πάντα ἐπινεμομένην φεύγοντες, ἡμεῖς μὲν πάλιν εἰς τὴν πόλιν ἐκαλούμεθα καὶ εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ἧς ἀδίκως ἐξεβλήθημεν, ἐπισκόπων τε ἡμᾶς πλειόνων ἢ τριάκοντα εἰσαγόντων καὶ τοῦ θεοφιλεστάτου βασιλέως νοτάριον εἰς τοῦτο ἀποστείλαντος, ἐκεῖνος δὲ ἐδραπέτευσεν εὐθέως. Τίνος ἕνεκεν καὶ διὰ τί; Εἰσιόντες παρακαλοῦμεν τὸν θεοφιλέστατον βασιλέα σύνοδον συναγαγεῖν εἰς ἐκδικίαν τῶν γεγενημένων.

Συνειδὼς τοίνυν ἅπερ ἔδρασε καὶ τὸν ἔλεγχον δεδοικὼς καὶ γραμμάτων βασιλικῶν πανταχοῦ διαπεμφθέντων, πάντοθεν πάντας συναγόντων, λάθρα μέσων νυκτῶν εἰς ἀκάτιον ἑαυτὸν ἐμβαλών, οὕτως ἀπέδρα τοὺς μεθ’ ἑαυτοῦ πάντας ἐπαγόμενος.

γ΄. Ἀλλ’ ἡμεῖς οὐδὲ οὕτως ἔστημεν, διὰ τὸ τῷ συνειδότι θαρρεῖν τῷ ἡμετέρῳ, τὰ αὐτὰ πάλιν παρακαλοῦντες τὸν εὐσεβέστατον βασιλέα. Ὅς καὶ πρεπόντως αὑτοῦ ποιῶν τῇ εὐσεβείᾳ, ἔπεμψε πρὸς αὐτὸν πάλιν καλῶν αὐτὸν ἐξ Αἰγύπτου καὶ τοὺς μετ’ αὐτοῦ πάντας, ὥστε δοῦναι λόγον τῶν γεγενημένων καὶ μὴ τὰ ἀδίκως οὕτως ἐκ μιᾶς μοίρας καὶ ἀπόντων ἡμῶν τολμηθέντα καὶ παρὰ τοσούτους κανόνας, νομίζειν ἀρκεῖν εἰς ἀπολογίαν ἑαυτῷ. Ὁ δὲ οὐδὲ τῶν βασιλικῶν ἠνέσχετο γραμμάτων, ἀλλ’ ἔμενεν οἴκοι, προβαλλόμενος στάσιν τοῦ δήμου καὶ σπουδὴν ἄκαιρόν τινων δῆθεν ἀντεχομένων αὐτοῦ· καίτοι γε πρὸ τῶν γραμμάτων τῶν βασιλικῶν αὐτὸς οὗτος ὁ δῆμος μυρίαις αὐτὸν ἦν πλύνας λοιδορίαις. Ἀλλ’ οὐ ταῦτα περιεργαζόμεθα νῦν, ἀλλ’ ἐκεῖνο δεῖξαι βουλόμενοι, ὅτι κακουργῶν ἀπελήφθη, ταῦτα εἰρήκαμεν. Πλὴν οὐδὲ μετὰ ταῦτα ἡμεῖς ἡσυχάσαμεν, ἀλλ’ ἐπεκείμεθα ἀξιοῦντες δικαστήριον γενέσθαι κατὰ πεῦσιν καὶ ἀπόκρισιν· ἕτοιμοι γὰρ εἶναι ἐλέγομεν δεῖξαι ἑαυτοὺς τοὺς ἀνευθύνους ὄντας, ἐκείνους δὲ τὰ ἔσχατα παρανομήσαντας. Καὶ γὰρ ἦσάν τινες Σύροι τῶν ποτε μετ’ αὐτοῦ παρόντων, ἐνταῦθα ἀπολειφθέντες, οἳ κοινῇ μετ’ αὐτοῦ τὸ πᾶν ἔδρασαν· καὶ προσίεμεν ἕτοιμοι δικάζεσθαι καὶ πολλάκις ἠνωχλήσαμεν ὑπὲρ τούτου, ἀξιοῦντες τὰ ὑπομνήματα ἡμῖν δοθῆναι ἢ λιβέλλους κατηγοριῶν ἢ φύσιν ἐγκλημάτων γνωρισθῆναι ἢ αὐτοὺς τοὺς κατηγόρους· καὶ οὐδενὸς τούτων τετυχήκαμεν, ἀλλὰ πάλιν ἐξεβλήθημεν τῆς Ἐκκλησίας. Πῶς ἂν τὰ ἐντεῦθεν διηγησαίμην λοιπὸν πᾶσαν ὑπερβαίνοντα τραγῳδίαν; Τίς ταῦτα παραστήσει λόγος; ποία χωρὶς φρίκης δέξεται ἀκοή; Ἡμῶν γὰρ αὐτά, καθάπερ ἔμπροσθεν εἶπον, προτεινόντων, ἀθρόον στρατιωτῶν πλῆθος αὐτῷ τῷ μεγάλῳ Σαββάτῳ, πρὸς ἑσπέραν λοιπὸν τῆς ἡμέρας ἐπειγομένης, ταῖς ἐκκλησίαις ἐπεισελθόντες, τὸν κλῆρον ἅπαντα τὸν σὺν ἡμῖν πρὸς βίαν ἐξέβαλον καὶ ὅπλοις τὸ βῆμα περιεστοίχιστο. Καὶ γυναῖκες τῶν εὐκτηρίων οἴκων πρὸς τὸ βάπτισμα ἀποδυσάμεναι κατ’ αὐτὸν τὸν καιρὸν γυμναὶ ἔφυγον ὑπὸ τοῦ φόβου τῆς χαλεπῆς ταύτης ἐφόδου, οὐδὲ τὴν πρέπουσαν γυναιξὶν εὐσχημοσύνην συγχωρούμεναι περιθέσθαι· πολλαὶ δὲ καὶ τραύματα δεξάμεναι ἐξεβάλλοντο, καὶ αἵματος αἱ κολυμβῆθραι ἐπληροῦντο, καὶ τὰ ἱερὰ ἀπὸ τῶν αἱμάτων ἐφοινίσσετο νάματα. Καὶ οὐδὲ ἐνταῦθα εἰστήκει τὸ δεινόν, ἀλλ’ ἔνθα τὰ ἅγια ἀπέκειντο εἰσελθόντες οἱ στρατιῶται, ὧν ἔνιοι, καθὼς ἔγνωμεν, ἀμύητοι ἦσαν, πάντα τε ἑώρων τὰ ἔνδον καὶ τὸ ἁγιώτατον αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ὡς ἐν τοσούτῳ θορύβῳ, εἰς τὰ τῶν προειρημένων στρατιωτῶν ἱμάτια ἐξεχεῖτο καὶ ὡς ἐν αἰχμαλωσίᾳ βαρβαρικῇ πάντα ἐτολμᾶτο. Καὶ ὁ δῆμος πρὸς τὴν ἐρημίαν ἠλαύνετο, καὶ πᾶς ὁ λαὸς ἔξω τῆς πόλεως διέτριβε, καὶ κεναὶ ἐν ἑορτῇ τοιαύτῃ τῶν λαῶν αἱ ἐκκλησίαι ἐγίνοντο, καὶ πλείους ἢ τεσσαράκοντα ἐπίσκοποι οἱ κοινωνοῦντες ἡμῖν μετὰ τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ κλήρου εἰκῇ καὶ μάτην ἠλαύνοντο· καὶ ὀλολυγαὶ καὶ θρῆνοι καὶ πηγαὶ δακρύων πανταχοῦ κατὰ τὰς ἀγοράς, κατὰ τὰς οἰκίας, κατὰ τὰς ἐρημίας, καὶ πᾶν τῆς πόλεως μέρος τῶν συμφορῶν ἐπληροῦτο τούτων· διὰ γὰρ τὴν ὑπερβολὴν τῆς παρανομίας οὐχ οἱ πάσχοντες μόνον, ἀλλὰ καὶ οἱ μηδὲν τοιοῦτον ὑπομένοντες συνήλγουν ἡμῖν, οὐχ οἱ ὁμόδοξοι μόνον, ἀλλὰ καὶ αἱρετικοὶ καὶ Ἰουδαῖοι καὶ Ἕλληνες, καὶ ὡς τῆς πόλεως κατὰ κράτος ἁλούσης, οὕτως ἐν θορύβοις καὶ ταραχαῖς καὶ ὀλολυγαῖς ἅπαντα ἦν.

Καὶ ταῦτα ἐτολμᾶτο παρὰ γνώμην τοῦ εὐσεβεστάτου βασιλέως, νυκτὸς καταλαβούσης, ἐπισκόπων αὐτὰ κατασκευαζόντων, καὶ πολλαχοῦ στρατηγούντων, οἳ οὐκ ἠσχύνοντο καμπιδούκτορας ἀντὶ διακόνων προηγουμένους ἔχοντες. Ἡμέρας δὲ γενομένης, πᾶσα ἡ πόλις ἔξω τῶν τειχῶν μετῳκίζετο ὑπὸ δένδρα καὶ νάπας, καθάπερ πρόβατα διεσπαρμένα τὴν ἑορτὴν ἐπιτελοῦντες.

δ΄. Ἔξεστιν ὑμῖν τὰ ἐντεῦθεν λογίσασθαι λοιπὸν ἅπαντα· ὥσπερ γὰρ ἔφθην εἰπών, οὐχ οἷόν τε πάντα ἐπελθεῖν τῷ λόγῳ καθ’ ἕκαστον γινόμενα. Τὸ δὴ χαλεπόν, ὅτι τοσαῦτα καὶ τηλικαῦτα κακὰ οὐδέπω καὶ νῦν λύσιν ἔλαβεν, ἀλλ’ οὐδὲ ἐλπίδα λύσεως· ἀλλ’ ἐκτείνεται καθ’ ἑκάστην ἡμέραν τὸ δεινόν, καὶ γέλως γεγόναμεν τοῖς πολλοῖς, μᾶλλον δὲ γελᾷ μὲν οὐδείς, κἂν μυριάκις παράνομος ᾖ, θρηνοῦσι δὲ πάντες, ὅπερ ἔφην, τὸν κολοφῶνα τῶν κακῶν, τὴν καινὴν ταύτην παρανομίαν. Τί ἄν τις εἴποι τὰς τῶν λοιπῶν Ἐκκλησιῶν ταραχάς; Οὐδὲ γὰρ ἐνταῦθα ἔστη τὸ κακόν, ἀλλὰ καὶ μέχρι τῆς ἕω ἔφθασε. Καθάπερ γὰρ ἀπὸ κεφαλῆς πονηροῦ ρεύματος ἐκχυθέντος, τὰ λοιπὰ διαφθείρεται μέρη, οὕτω δὴ καὶ νῦν ὥσπερ ἐκ πηγῆς τῆς μεγάλης ταύτης πόλεως τῶν κακῶν ἀρξαμένων, ὁδῷ τὰ τῶν θορύβων πανταχοῦ προέβη, καὶ κλῆροι πανταχοῦ ἐπανέστησαν ἐπισκόποις, καὶ ἐπίσκοποι ἐπισκόπων, καὶ λαοὶ μὲν λαῶν διεσχίσθησαν, οἱ δὲ μέλλουσι, καὶ πανταχοῦ τῶν κακῶν ὠδῖνες, καὶ τῆς οἰκουμένης ἁπάσης ἀνατροπή. Μαθόντες τοίνυν ἅπαντα, κύριοί μου τιμιώτατοι καὶ εὐλαβέστατοι, τὴν προσήκουσαν ὑμῖν ἀνδρείαν καὶ σπουδὴν ἐπιδείξασθε, ὥστε παρανομίαν τοσαύτην ἐπεισελθοῦσαν ταῖς Ἐκκλησίαις ἀναστεῖλαι. Εἰ γὰρ τοῦτο κρατήσειε τὸ ἔθος καὶ ἐξὸν γένηται τοῖς βουλομένοις εἰς τὰς ἀλλοτρίας ἀπιέναι παροικίας ἐκ τοσούτων διαστημάτων καὶ ἐκβάλλειν οὓς ἂν ἐθέλοι τις, κατ’ ἐξουσίαν ἰδίαν πράττειν, ἅπερ ἂν ἐθέλωσιν, ἴστε ὅτι πάντα οἰχήσεται, καὶ πόλεμός τις ἀκήρυκτος πᾶσαν ἐπιδραμεῖται τὴν οἰκουμένην, πάντων πάντα βαλλόντων καὶ βαλλομένων.

Ἵνα οὖν μὴ τοσαύτη σύγχυσις καταλάβῃ τὴν ὑφ’ ἥλιον πᾶσαν, ἐπιστεῖλαι παρακλήθητε τὰ μὲν οὕτω παρανόμως γεγενημένα ἀπόντων ἡμῶν, καὶ ἐκ μιᾶς μοίρας, καὶ οὐ παραιτησαμένων κρίσιν, μηδεμίαν ἔχειν ἰσχύν, ὥσπερ οὖν οὐδὲ ἔχει τῇ οἰκείᾳ φύσει· τοὺς δὲ τοιαῦτα παρανομήσαντας ἐλεγχομένους τῷ ἐπιτιμίῳ ὑποβάλλεσθαι τῶν ἐκκλησιαστικῶν νόμων, ἡμᾶς δὲ τοὺς οὐχ ἁλόντας, οὐκ ἐλεγχομένους, οὐκ ἀποδειχθέντας ὑπευθύνους, τῶν γραμμάτων τῶν ὑμετέρων δότε ἀπολαύειν συνεχῶς, καὶ τῆς ἀγάπης καὶ πάντων τῶν ἄλλων, ὧνπερ καὶ ἔμπροσθεν. Εἰ δὲ βούλοιντο καὶ νῦν οἱ τὰ τοιαῦτα παρανομήσαντες ἐγκλήματα γυμνάζειν, ἐφ’ οἷς ἡμᾶς ἀδίκως ἐξέβαλον, ὑπομνημάτων ἡμῖν οὐ δοθέντων, οὐ λιβέλλων, οὐ κατηγόρων φανέντων, δικαστηρίου καθίσαντος ἀδεκάστου, καὶ δικασόμεθα καὶ ἀπολογησόμεθα καὶ ἀποδείξομεν ἑαυτοὺς ἀνευθύνους τῶν ἐπαγομένων ἡμῖν, ὥσπερ οὖν καὶ ἐσμέν· τὰ γὰρ νῦν γεγενημένα παρ’ αὐτῶν πάσης ἐκτός ἐστιν ἀκολουθίας καὶ παντὸς νόμου καὶ κανόνος ἐκκλησιαστικοῦ. Καὶ τί λέγω κανόνος ἐκκλησιαστικοῦ;

Οὐδὲ ἐν τοῖς ἔξω μὲν οὖν δικαστηρίοις τοιαῦτα ἐτολμήθη ποτέ, μᾶλλον δὲ οὐδὲ ἐν βαρβαρικῷ δικαστηρίῳ, οὐδὲ Σκύθαι, οὐδὲ Σαυρομάται οὕτως ἄν ποτε ἐδίκασαν ἐκ μιᾶς μοίρας κρίναντες, ἀπόντος τοῦ αἰτιωμένου, παραιτουμένου οὐ κρίσιν, ἀλλ’ ἀπέχθειαν, καλοῦντος δικαστὰς μυρίους, ἀνεύθυνον ἑαυτὸν εἶναι λέγοντος, καὶ τῆς οἰκουμένης παρούσης ἀποδύσασθαι τὰς αἰτίας καὶ δεῖξαι ἑαυτὸν ἐν ἅπασιν ἀθῷον ὄντα. Ταῦτα οὖν πάντα λογισάμενοι καὶ παρὰ τῶν κυρίων μου τῶν εὐλαβεστάτων ἀδελφῶν ἡμῶν τῶν ἐπισκόπων σαφέστερον ἅπαντα μαθόντες, τὴν παρ’ ἑαυτῶν ἡμῖν εἰσενεγκεῖν σπουδὴν παρακλήθητε. Οὕτω γὰρ οὐχ ἡμῖν μόνοις χαριεῖσθε, ἀλλὰ καὶ τῷ κοινῷ τῶν Ἐκκλησιῶν, καὶ τὸν παρὰ τοῦ Θεοῦ λήψεσθε μισθόν, τοῦ διὰ τὴν τῶν Ἐκκλησιῶν εἰρήνην πάντα ποιοῦντος.

Διηνεκῶς ἐρρωμένος ὑπερεύχου μου, δέσποτα τιμιώτατε καὶ ὁσιώτατε.

ΠΗΓΗ ΠΑΤΕΡΙΚΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ: ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ – ΑΠΑΝΤΑ ΤΑ ΕΡΓΑ 38 – ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ –  ΕΙΣΑΓΩΓΗ- ΚΕΙΜΕΝΟ – ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ – ΣΧΟΛΙΑ Ἀπὸ τὸν ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΠΑΠΑΕΥΑΓΓΕΛΟΥ Διδάκτορα Θεολογίας – Ε Π Ε – ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΜΕΡΕΤΑΚΗ «ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟΝ» ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ» ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1990 – ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ & ΑΠΟΔΟΣΗ: Ι.Ν.ΑΓΙΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ ΙΣΤΙΑΙΑΣ https://www.entaksis.gr/epistoli_inokentio/