Η διακοπή κοινωνίας και η διασφάλιση της εκκλησιαστικής ενότητας

Ἄρθρο τοῦ Ἐλευθερίου Κρητικοῦ, θεολόγου

Η διακοπή κοινωνίας των ορθοδόξων με τους αιρετίζοντες κληρικούς και η διασφάλιση της εκκλησιαστικής ενότητας 


“Εἶναι ἀπαραίτητο νά μήν κοινωνεῖ κανείς μέ τούς «κενοφωνοῦντες», διότι ὁ ἄνθρωπος καθότι τρεπτός ἑλκύεται πολλάκις ἀπό τήν αἵρεση”

 

Τά τελευταῖα χρόνια οἱ καινοτομίες περί τήν πίστη διαρκῶς πληθαίνουν. Ὁ οἰκουμενισμός, ἡ θεωρία μόλυνσης ἐντός τῶν ἱερῶν ναῶν καί ἀπό τά ἐν αὐτοῖς καί ἡ μετάθεση τῆς ἡμέρας τῆς ἑορτῆς τῆς Ἀναστάσεως ἀποτελοῦν ὀλίγα δείγματα τῆς καθοδικῆς πορείας μελῶν καί τμημάτων τῆς Ἐκκλησίας. Τά σοφίσματα πού δικαιολογοῦν τίς ἀποκλίσεις ἀπό τήν ὁριοθέτηση τῆς πίστεως πληθαίνουν καί ἐνδύονται τό χιτώνα τῆς ἀληθείας. Ἡ ἁπλοϊκότητα πού ἐγγίζει πολλάκις τά ὅρια τῆς ἀνοησίας καί ἐνίοτε ἡ πολυπλοκότητα καί ἡ ἀληθοφάνεια ἀποτελοῦν τά χαρακτηριστικά αὐτῶν τῶν ἐπιχειρημάτων. Ἡ κατάλυση λοιπόν τῶν ὁρίων τῆς πίστεως καθιστᾶ τή διακοπή κοινωνίας τῶν ὀρθοδόξων μέ τούς αἱρετίζοντες κληρικούς ἕνα σύγχρονο φλέγον θέμα.

Σέ αὐτό τό ἄρθρο, τό ὁποῖο ἔρχεται νά προστεθεῖ ὡς συνέχεια σέ προηγούμενο ἄρθρο μου υπό τόν τίτλο Ζῆλος καί ζηλωτισμός ἐπί τῇ βάσει τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως, ἀσχολοῦμαι ἐν συντομίᾳ μέ τό θέμα τῆς διακοπῆς κοινωνίας τῶν ὀρθόδοξων μέ τούς αἱρετίζοντες κληρικούς. Θά διερευνηθεῖ ἀφ’ ἑνός ἡ ἐπιτρεπτότητα τῆς διακοπῆς κοινωνίας καί ἀφ’ ἑτέρου τό κατά πόσο αὐτή διασφαλίζει τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι ἀπαραίτητο βέβαια νά διευκρινίσω ὅτι διά αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου δέν φιλοδοξῶ νά προσθέσω κάτι τό νέο στίς ἕως τώρα σχετικές μελέτες. Αὐτό ἐγράφη γιά χρήση κάποιων ἀδελφῶν πού μοῦ τό ζήτησαν καί, ἐπί τῇ εὐκαιρίᾳ τοῦ προηγουμένου θέματος μέ τό ὁποῖο ἀσχολήθηκα, τό δημοσιεύω ὥστε νά εἶναι ἀρτιώτερο τό περιεχόμενο τοῦ προηγουμένου ἄρθρου μου. Ὁ λόγος πού τό δημοσιεύω ξεχωριστά εἶναι λόγῳ τῆς σπουδαιότητας τοῦ θέματος καί τῆς ἐπικαιρότητάς του.


Ἡ ἁγία Γραφή γιά τή διακοπή κοινωνίας τῶν πιστῶν μέ αἱρετίζοντες κληρικούς

Ἀρχικά, κρίνεται ἀπαραίτητο νά καταδειχθεῖ ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο εἶναι ἀναγκαία ἡ διακοπή κοινωνίας μέ τούς αἱρετίζοντες κληρικούς. Σέ αὐτό τό ἐγχείρημα πρωτίστως θά μᾶς βοηθήσει ἡ ἁγία Γραφή καί συγκεκριμένα τό γ΄ κεφάλαιο τῆς Γενέσεως, στό ὁποῖο περιγράφεται τό γεγονός τοῦ πειρασμοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τό διάβολο καί μέ γλαφυρό τρόπο φανερώνεται ἡ μέθοδος τήν ὁποία ἀκολουθεῖ πάντοτε ὁ ἀρχέκακος ὄφις, γιά νά ρίξει τόν ἄνθρωπο στήν ἁμαρτία. Λέει συγκεκριμένα ἡ Γένεση:

«Ὁ δὲ ὄφις ἦν φρονιμώτατος πάντων τῶν θηρίων τῶν ἐπὶ τῆς γῆς, ὧν ἐποίησε Κύριος ὁ Θεός. καὶ εἶπεν ὁ ὄφις τῇ γυναικί· τί ὅτι εἶπεν ὁ Θεός, οὐ μὴ φάγητε ἀπὸ παντὸς ξύλου τοῦ παραδείσου; καὶ εἶπεν ἡ γυνὴ τῷ ὄφει· ἀπὸ καρποῦ τοῦ ξύλου τοῦ παραδείσου φαγούμεθα, ἀπὸ δὲ τοῦ καρποῦ τοῦ ξύλου, ὅ ἐστιν ἐν μέσῳ τοῦ παραδείσου, εἶπεν ὁ Θεός, οὐ φάγεσθε ἀπ᾿ αὐτοῦ, οὐ δὲ μὴ ἅψησθε αὐτοῦ, ἵνα μὴ ἀποθάνητε. καὶ εἶπεν ὁ ὄφις τῇ γυναικί· οὐ θανάτῳ ἀποθανεῖσθε· ᾔδει γὰρ ὁ Θεός, ὅτι ᾗ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, διανοιχθήσονται ὑμῶν οἱ ὀφθαλμοὶ καὶ ἔσεσθε ὡς θεοί, γινώσκοντες καλὸν καὶ πονηρόν. καὶ εἶδεν ἡ γυνή, ὅτι καλὸν τὸ ξύλον εἰς βρῶσιν καὶ ὅτι ἀρεστὸν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἰδεῖν καὶ ὡραῖόν ἐστι τοῦ κατανοῆσαι, καὶ λαβοῦσα ἀπὸ τοῦ καρποῦ αὐτοῦ ἔφαγε· καὶ ἔδωκε καὶ τῷ ἀνδρὶ αὐτῆς μετ᾿ αὐτῆς, καὶ ἔφαγον. καὶ διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοὶ τῶν δύο, καὶ ἔγνωσαν ὅτι γυμνοὶ ἦσαν, καὶ ἔρραψαν φύλλα συκῆς καὶ ἐποίησαν ἑαυτοῖς περιζώματα»1.

Στούς ἀνωτέρω ἁγιογραφικούς στίχους παρατηροῦνται τέσσερα στάδια τά ὁποῖα μετέρχεται ὁ διάβολος, γιά νά πετύχει τό σκοπό του. Αὐτά εἶναι ἡ συνύπαρξη, ὁ διάλογος, ἡ διείσδυση καί ἡ ἀνατροπή. Στό πρῶτο στάδιο ὁ διάβολος πλησιάζει τήν Εὔα, ἀλλά καί κάθε ἄνθρωπο ἔπειτα ἀπό τήν πτώση τῶν πρωτοπλάστων στήν ἁμαρτία. Αὐτό τό στάδιο εἶναι ἀπαραίτητο, γιά νά προχωρήσει στό ἑπόμενο, τό διάλογο. Ὁ κίνδυνος, στή συνέχεια, τῆς διείσδυσης καί τῆς ἀνατροπῆς τοῦ ὀρθοῦ φρονήματος ἐλλοχεύει. Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο καί οἱ διάφοροι αἱρετικοί πλησιάζουν τό ποίμνιο καί συνήθως, ἐπειδή πολλοί ἐξ αὐτῶν ἔχουν «μόρφωσιν εὐσεβείας», εἶναι δύσκολο νά γίνουν ἀντιληπτοί. Ὅταν ὅμως γίνουν ἀντιληπτοί, ὅπως στήν περίπτωση πού κάποιος κληρικός κηρύσσει αἵρεση, τότε πρέπει τό ποίμνιο νά δρᾶ ἀναλόγως.

Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός διδάσκει λέγοντας ὅτι τά λογικά πρόβατα δέν θά ἀκολουθήσουν ποτέ ὁποιονδήποτε ξένο πού παραπλανᾶ μακράν τῆς πίστεως, ἀλλά θά φύγουν μακράν ἀπό αὐτόν, διότι δέν γνωρίζουν τή φωνή τῶν ξένων· «ἀλλοτρίῳ δὲ οὐ μὴ ἀκολουθήσωσιν, ἀλλὰ φεύξονται ἀπ᾿ αὐτοῦ, ὅτι οὐκ οἴδασι τῶν ἀλλοτρίων τὴν φωνήν»2. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀναφερόμενος στή συμπεριφορά πού πρέπει νά τηρεῖ ὁ Τιμόθεος ὑπέρ τῆς ἀληθείας καί κατά τῆς πλάνης σημειώνει: «τὰς δὲ βεβήλους κενοφωνίας περιΐστασο· ἐπὶ πλεῖον γὰρ προκόψουσιν ἀσεβείας, καὶ ὁ λόγος αὐτῶν ὡς γάγγραινα νομὴν ἕξει»3. Ὁ κάθε πιστός ὀφείλει νά ἀποφεύγει τίς «κενοφωνίες», δηλαδή τούς λόγους πού βεβηλώνουν τήν καθαρότητα τῆς ἀληθείας. Ὁ Εὐθύμιος Ζηγαβηνός σχολιάζοντας τό συγκεκριμένο παύλειο λόγο ἀναφέρει: «ἐκτρέπου, περίφευγε μεθιστάμενος ἀπ’ αὐτῶν (σ.σ. τῶν κενοφωνούντων) καὶ περὶ ἕτερον τόπον ἱστάμενος»4. Εἶναι ἀπαραίτητο νά μήν κοινωνεῖ κανείς μέ τούς «κενοφωνοῦντες», διότι ὁ ἄνθρωπος καθότι τρεπτός ἑλκύεται πολλάκις ἀπό τήν αἵρεση. Ἡ ὁδός ὅμως τῆς πλάνης εἶναι ὀλισθηρή καί ἅπαξ κανείς ἑλκυσθεῖ ἀπό αὐτή ὑπάρχει μιά ἐξελικτική δύναμη πού τόν παρασύρει ὁλοένα καί μακρύτερα τῆς ἀληθείας.


Οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας γιά τή διακοπή κοινωνίας τῶν πιστῶν μέ αἱρετίζοντες κληρικούς

Μέ δεδομένα ὅτι ἡ αἵρεση ὁδηγεῖ στήν ἀπώλεια καί ὅτι ὁ ἄνθρωπος καθότι κτιστός εἶναι τρεπτός οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καί οἱ ἱεροί κανόνες, σέ συμφωνία μέ τήν ἁγία Γραφή, δεικνύουν στόν ἄνθρωπο τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο πρέπει νά κινεῖται αὐτός, ὅταν κάποιος ἐκκλησιαστικός ἡγέτης κηρύσσει αἵρεση φανερά. Εἶναι γνωστός ὁ 15ος κανόνας τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου, ὁ ὁποῖος ὁρίζει τή διακοπή μνημοσύνου τοῦ πατριάρχη ἤ ἐπισκόπου πού κηρύσσει αἵρεση, καί γι’ αὐτό δέν ἀναλύεται αὐτός στό παρόν ἄρθρο -ἄλλωστε σύντομη ἀναφορά σέ αὐτόν ἔγινε στό προηγούμενο ἄρθρο μου. Στή συνέχεια ἁπλῶς παρατίθενται ἐνδεικτικά κάποιες πατερικές χρήσεις, οἱ ὁποῖες φανερώνουν τό ἐπιτρεπτό καί ἀναγκαῖο τῆς διακοπῆς κοινωνίας μέ τούς αἱρετίζοντες κληρικούς.

Ὁ μέγας Ἀθανάσιος, στήν ἐποχή τοῦ ὁποίου κυριαρχοῦσε ἡ αἵρεση τοῦ Ἀρειανισμοῦ, λέγει πρός τό ὀρθόδοξο ποίμνιο: «Ἐὰν ὁ ἐπίσκοπος ἢ ὁ πρεσβύτερος, οἱ ὄντες ὀφθαλμοὶ τῆς Ἐκκλησίας, κακῶς ἀναστρέφωνται καὶ σκανδαλίζωσι τὸν λαόν, χρὴ αὐτοὺς ἐκβάλλεσθαι. Συμφέρον γὰρ ἄνευ αὐτῶν συναθροίζεσθαι εἰς εὐκτήριον οἶκον, ἢ μετ’ αὐτῶν ἐμβληθῆναι ὡς μετὰ Ἄννα καὶ Καϊάφα εἰς τὴν γέενναν τοῦ πυρός»5. Ὁ μέγας Βασίλειος ἀναφερόμενος στούς ἀκροατές τοῦ θείου λόγου ἀναφέρει: «Ὅτι δεῖ τῶν ἀκροατῶν τοὺς πεπαιδευμένους τὰς Γραφὰς, δοκιμάζειν τὰ παρὰ τῶν διδασκάλων λεγόμενα· καὶ τὰ μὲν σύμφωνα ταῖς Γραφαῖς δέχεσθαι, τὰ δὲ ἀλλότρια ἀποβάλλειν· καὶ τοὺς τοιούτοις διδάγμασιν ἐπιμένοντας ἀποστρέφεσθαι σφοδρότερον»6. Ὁ ἱερός Χρυσόστομος ἑρμηνεύοντας τόν παύλειο λόγο περί ὑπακοῆς στούς ποιμένες λέγει: «Πῶς οὖν ὁ Παῦλός φησιν, ‘‘πείθεσθαι τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν καί ὑπείκετε’’; Ἀνωτέρω εἰπών, ‘‘Ὧν ἀναθεωροῦντες τήν ἔκβασιν τῆς ἀναστροφῆς, μιμεῖσθε τήν πίστιν’’, τότε εἶπε, ‘‘Πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν καί ὑπείκετε’’. Τί οὖν, φησίν, ὅταν πονηρός ᾖ καί μή πειθώμεθα; πονηρός πῶς λέγεις; εἰ μέν περί πίστεως ἕνεκεν, φεῦγε αὐτόν καί παραίτησαι, μή μόνον ἄν ἄνθρωπος ᾖ, ἀλλά κἄν ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ κατιών· εἰ δέ βίου ἕνεκεν, μή περιεργάζου. Καί τοῦτο οὐκ οἴκοθεν λέγω τό ὑπόδειγμα, ἀλλ’ ἀπό τῆς θείας Γραφῆς»7.

Οἱ ἐκκλησιολογικές ρίζες στή σκέψη τῶν ἀνωτέρω πατέρων εἶναι βαθιές. Ἔχουν τή συνείδηση ὅτι ὁ ἐπίσκοπος ἤ ὁ πρεσβύτερος μαζί μέ τό λαό ἐντάσσονται στό ἕνα σῶμα «ζώντων καί τεθνεώτων», στό ἕνα ἐκκλησιακό σῶμα. Ἔτσι κάθε ἐκτροπή τοῦ ἐπισκόπου ἤ τοῦ πρεσβυτέρου, τῶν σπουδαίων αὐτῶν μελῶν τοῦ σώματος, ἀπό τόν προορισμό τῆς ζωῆς τοῦ σώματος τούς καταδικάζει στή συνείδηση τῶν μελῶν. Εἶναι μάλιστα ἀξιοσημείωτο ὅτι στίς ἀνωτέρω χρήσεις οἱ πατέρες προκειμένου νά παροτρύνουν στή διακοπή κοινωνίας μέ τούς αἱρετίζοντες χρησιμοποιοῦν ρηματικούς τύπους πού δηλώνουν προσταγή ἤ ἀπαγόρευση («χρή», «ἐκβάλλεσθαι», «ἀποστρέφεσθαι», «φεῦγε», «παραίτησαι»). Τά ἀπαρέμφατα αὐτά ἤ οἱ τύποι τῆς προστακτικῆς δηλώνουν τήν ἐπιθυμία τῶν πατέρων ἀπαραιτήτως νά διακόπτεται ἡ κοινωνία τῶν ὀρθοδόξων κληρικῶν καί λαϊκῶν μέ τούς αἱρετίζοντες ἀφ’ ἑνός γιά νά προστατευθοῦν οἱ πιστοί ἀπό τόν κίνδυνο τῆς ἐξαπάτησης καί παράσυρσης στήν αἵρεση, ἀφ’ ἑτέρου γιά λόγους ἄκρως παιδαγωγικούς καί διόρθωσης τῶν ἀποκλινόντων ἀπό τήν ὑγιαίνουσα διδασκαλία.


Ἡ καταδίκη τῆς διακοπῆς κοινωνίας τῶν ὀρθοδόξων μέ αἱρετίζοντες ἐπισκόπους ὡς ἀπόρροια τῆς εὐχαριστιακῆς ἐκκλησιολογίας

Πολλοί οἱ ὁποῖοι ἀντιτίθενται στή διακοπή κοινωνίας μέ αἱρετίζοντες ἐπισκόπους διακατέχονται ἀπό τή λανθασμένη ἀντίληψη τοῦ ἐπισκοποκεντρισμοῦ. Ἡ ἐπισκοποκεντρική θεώρηση τῆς Ἐκκλησίας ἀποτελεῖ ἀναπόσπαστο κομμάτι τῆς εὐχαριστιακῆς θεολογίας. Αὐτή προέκυψε στή Δύση καί ἀναπτύχθηκε στόν ὀρθόδοξο χῶρο ἀπό τό μητροπολίτη Περγάμου Ἰωάννη Ζηζιούλα. Ἀρχικά, εἰσάγεται διά αὐτοῦ ἱεραρχία στήν ἁγία Τριάδα καί κατ’ ἀναλογία στήν Ἐκκλησία, ἀφοῦ κατ’ αὐτόν τύπος καί εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Ὁ πρῶτος (ὁ ἐπίσκοπος) τῆς θείας εὐχαριστίας ἔχει πρωτεῖο ἀναλογικά μέ τό πρωτεῖο τοῦ Θεοῦ Πατέρα στήν ἁγία Τριάδα. Αὐτή ἡ ἔξαρση τοῦ προσώπου τοῦ Θεοῦ Πατρός καί τοῦ ἐπισκόπου ἀντιστοίχως ὁδηγοῦν σέ ἕνα ἰδιότυπο πρωτεῖο τοῦ ἐπισκόπου, ἔναντι τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Ἡ αἰτία ὕπαρξης τῆς θεότητας εἶναι ὁ Πατήρ καί ἑπομένως ἡ αἰτία ὕπαρξης τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ ἐπίσκοπος- πάντοτε αὐτά κατά τόν Περγάμου.

Ἐπιπλέον, κατά τήν εὐχαριστιακή ἐκκλησιολογία καί τόν ἐπισκοποκεντρισμό ἡ Ἐκκλησία θεμελιώνεται, συγκροτεῖται, πάνω στή θεία εὐχαριστία. Ἡ ἐπισκοπική προεδρία τῆς θείας εὐχαριστίας εἶναι τό κύριο ἔργο τοῦ ἐπισκόπου. Τά πάντα στήν Ἐκκλησία γίνονται διά τοῦ ἐπισκόπου καί ὁ ἐπίσκοπος εἶναι αὐτός πού εἰκονίζει τό Χριστό. Τά πάντα γιά τήν Ἐκκλησία εἶναι ὁ ἐπίσκοπος, αὐτός εἶναι τό κέντρο τῆς θείας εὐχαριστίας καί ἑπομένως τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ εὐχαριστιακή ἐκκλησιολογία καί ὁ ἐπισκοποκεντρισμός εἶναι ἀλλότρια τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας. Παραβλέποντας τίς προαναφερθεῖσες λανθασμένες θέσεις τοῦ Περγάμου περί ἱεραρχίας στήν ἁγία Τριάδα καί τῆς θεώρησης τῆς Ἐκκλησίας ὡς τύπου καί εἰκόνας τῆς ἁγίας Τριάδας καί παραμένοντας στό θέμα τῆς εὐχαριστιακῆς ἐκκλησιολογίας καί τοῦ ἐπισκοποκεντρισμοῦ, εἶναι ἀπαραίτητο νά διασαφηνιστεῖ ὅτι, ὅσον ἀφορᾶ στή θεμελίωση τῆς Ἐκκλησίας πάνω στή θεία εὐχαριστία, ἡ Ἐκκλησία ταυτίζεται μέ τή δημιουργία, δηλαδή ἡ Ἐκκλησία δημιουργεῖται ἀπ’ ἀρχῆς κόσμου8. Ὁ Θεός μέ τή δημιουργία ἔκτισε τήν Ἐκκλησία, αὐτή τήν κοινωνία τῶν λογικῶν καί νοερῶν ὄντων. Ἡ Ἐκκλησία ἀρχίζει μέ τή δημιουργία τῶν αἰώνων καί τῶν πνευμάτων, πού εἶναι ἡ Ἐκκλησία τῶν «πρωτοτόκων» κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο. Ἑπομένως, ἡ ἀντίληψη ὅτι χωρίς θεία εὐχαριστία δέν ὑπάρχει Ἐκκλησία εἶναι παντελῶς ἄστοχη, ἀφοῦ τό μυστήριο τῆς θείας εὐχαριστίας καί ὁ χαρισματικός θεσμός τοῦ ἐπισκόπου ὑφίστανται τό ἕνα πρό τοῦ πάθους τοῦ Χριστοῦ καί τό ἄλλο μετά τήν ἀνάστασή του, ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία προϋπάρχει. Ὡς ἐκ τούτου γίνεται φανερό ὅτι ὁ ἐπίσκοπος δέν μπορεῖ νά εἶναι τό κέντρο τῆς Ἐκκλησίας. Στήν Ἐκκλησία, ἐπειδή ὑπάρχει ἡ σχέση τριαδικῆς κοινωνίας καί κτίσης, ὑπάρχει τριαδοκεντρική ἑνότητα καί ὄχι ἐπισκοποκεντρική.

Ἐπιπροσθέτως, ἡ θεία εὐχαριστία ξεκινάει μέ τά ἑξῆς λόγια: «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» καί ὄχι μέ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ ἐπισκόπου. Γιά τόν καθαγιασμό τῶν τιμίων δώρων ὁ λειτουργός ἱερέας ἀπευθύνεται στόν Κύριο λέγοντας: «Καί ποίησον τόν μέν Ἄρτον τοῦτον τίμιον Σῶμα τοῦ Χριστοῦ σου. Τό δε ἐν τῷ ποτηρίῳ τούτῳ τίμιον Αἷμα τοῦ Χριστοῦ σου». Πρίν τή θεία μετάληψη ὁ ἱερέας ἀπευθύνεται πάλι πρός τόν Κύριο διά τῶν ἑξῆς: «ἐλθέ εἰς τό ἁγιάσαι ἡμᾶς, ὁ ἄνω τῷ Πατρί συγκαθήμενος καί ὧδε ἡμῖν ἀοράτως συνών». Ἑπομένως, εἶναι ξεκάθαρο ὅτι προεστώς καί κέντρο τῆς θείας εὐχαριστίας εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός καί ὄχι ὁ ἐπίσκοπος.


Ἡ ἐκκλησιαστική ἑνότητα ἐν τῇ πίστει

Βέβαια, ἡ λειτουργική καί διοικητική ἑνότητα, καθώς καί ἡ ὑπακοή τῶν πιστῶν στήν ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι σπουδαῖες καί ἀναγκαῖες καί οὐδόλως πρέπει νά μειώνεται ἡ ἀναγκαιότητα αὐτῶν. Ὅμως αὐτές ἀποτελοῦν ἔκφραση τῆς ἑνότητας τῆς πίστεως καί εἶναι ἀναγκαῖες ἐφ’ ὅσον μόνο ἀναφέρονται στήν οὐσία τῶν ὀρθόδοξων δογμάτων. Ἡ θεία εὐχαριστία καί ὁ ἐπίσκοπος ἀποτελοῦν τήν ὁρατή ἔκφραση τῆς μιᾶς κοινωνίας πίστεως. Ἡ λειτουργική καί διοικητική ἑνότητα μέ ἄλλα λόγια προϋποθέτουν τήν ἑνότητα ἐν τῇ πίστει.

Ἀκόμα καί στή θεολογία τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ θεοφόρου, στήν ὁποία ἐξαίρεται ἡ θέση τοῦ ἐπισκόπου ὡς ἑνοποιοῦ δυνάμεως τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, διαβλέπεται ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας στό πρόσωπο τοῦ ἐπισκόπου χάρη, μεταξύ ἄλλων, τῆς διασφάλισης τῆς ταυτότητας τῆς διδασκαλίας καί τῆς πίστεως στήν Ἐκκλησία. Ὁ ἐπίσκοπος προστατεύει τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας χάρη τῆς ὑγιαινούσης πίστεως, πού μεταφέρει μέσα στήν ἐκκλησιαστική κοινότητα9. Αὐτή ἡ μία κοινή πίστη, ἡ ὀρθοδοξία, εἶναι ὁ συνδετικός κρίκος ὅλων τῶν κατά τόπους ἐκκλησιῶν, κατά τόν ἅγιο Εἰρηναῖο, ἐπίσκοπο Λουγδούνου10.

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος συμβουλεύει τούς χριστιανούς νά ἐμμένουν στήν ἑνότητα τῆς πίστεως, «ἐν ἑνὶ πνεύματι, μιᾷ ψυχῇ συναθλοῦντες τῇ πίστει τοῦ εὐαγγελίου», «ἵνα τὸ αὐτὸ φρονῆτε, τὴν αὐτὴν ἀγάπην ἔχοντες, σύμψυχοι, τὸ ἓν φρονοῦντες»11. Καθότι στήν Ἐκκλησία εἶναι «εἷς Κύριος, μία πίστις, ἓν βάπτισμα, εἷς Θεὸς καὶ πατὴρ πάντων, ὁ ἐπὶ πάντων καὶ διὰ πάντων καὶ ἐν πᾶσιν ἡμῖν», παραινεῖ νά εἶναι οἱ χριστιανοί «ἓν σῶμα καὶ ἓν πνεῦμα»12. Μάλιστα δέν διστάζει νά προβεῖ σέ ἀφορισμό τῶν ἑτεροδιδασκάλων: «καὶ ἐὰν ἡμεῖς ἢ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν, παρ’ ὃ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω»13.

Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ἄνευ τῆς ἑνότητας τῆς ὀρθόδοξης πίστης εἶναι ἀνέφικτη. Ἡ ἑνότητα τῆς πίστεως ὁδηγεῖ στήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ ἡ διχοστασία περί τήν πίστη καταργεῖ τήν ἑνότητα τοῦ ἐκκλησιακοῦ σώματος14. Ἀκριβέστερα ἡ ἀποστασία μελῶν καί τμημάτων τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τήν ὀρθή πίστη ὁδηγεῖ στήν ἀποξένωσή τους ἀπό αὐτήν -τήν Ἐκκλησία-, χωρίς ὅμως νά χάνεται ἡ ἑνότητά της, ἐπειδή ἡ Ἐκκλησία ἐκ τῆς φύσεώς της εἶναι ἑνότητα καί ἡ ἑνότητα αὐτῆς εἶναι πραγματική καί ἀληθινή. Ὁ ἱερός Χρυσόστομος ἀναφερόμενος στήν ἑνότητα τῆς πίστεως διδάσκει ὅτι «τοῦτο γάρ ἐστιν ἑνότης πίστεως, ὅταν πάντες ἓν ὦμεν, ὅταν πάντες ὁμοίως τὸν σύνδεσμον ἐπιγινώσκωμεν…ὅταν πάντες ὁμοίως πιστεύωμεν, τότε ἑνότης ἐστίν»15. Συγχρόνως δέ καί ὁ Κύριλλος Ἀλεξανδρείας ἀποδίδει τήν ἑνότητα τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας στή μία πίστη: «τὰς κατὰ πᾶσαν τὴν οἰκουμένην Ἐκκλησίας μίαν νῦν ὀνομάζει, διὰ τὸ ἑνὸς εἶναι δεσπότου καὶ μίαν εἶναι τὴν πίστιν ἐν αὐταῖς…ὥστε καὶ ἀναριθμήτοις οὐσαις, μίαν εἶναι»16.


Ἐπίλογος

Περαίνοντες τή διερεύνηση τῆς ὀρθόδοξης διδασκαλίας περί διακοπῆς κοινωνίας τῶν ὀρθοδόξων μέ τούς κηρύσσοντας φανερά αἵρεση κληρικούς καί τήν παράλληλη ἔκθεση τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας ἐν τῇ «παραδόσει τῶν Πατέρων» καί «τοῖς πατρώοις δόγμασι», παρατηροῦμε ἐν συμπεράσματι ὅτι ἡ διακοπή τοῦ μνημοσύνου καί τῆς κοινωνίας τῶν αἱρετιζόντων κληρικῶν ἀποτελεῖ τήν πλέον ἐνδεδειγμένη ὁδό ἀπό σύνολη τήν ἱερά παράδοση σέ καιρούς πού κυριαρχεῖ ἡ αἵρεση. Τό ὄφελος αὐτῆς τῆς διακοπῆς κοινωνίας εἶναι διττό. Ἀπό τή μία προστατεύεται τό ἐκκλησιαστικό σῶμα ἀπό τή μόλυνση καί τήν πλάνη καί ἀπό τήν ἄλλη ἀφυπνίζεται ὁ αἱρετίζων, ἐάν εἶναι δεκτικός.

Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας διασφαλίζεται, καθότι αὐτή ἡ ἑνότητα ἐκδηλώνεται διά τῆς ἀκλόνητης ἐμμονῆς στήν ἀκριβή τήρηση ὅλων τῶν θείων δογμάτων, τά ὁποῖα ἀποτελοῦν τήν ἔκφραση τῆς κοινῆς πίστεως τῆς Ἐκκλησίας ὅλων τῶν αἰώνων. Μάλιστα, ἐπειδή ὅλα τά ὀρθόδοξα δόγματα εἶναι ἰσόκυρα καί ἰσοστάσια, οὐδεμία οἰκονομία χωρεῖ σέ αὐτά. Αὐτό τόνισαν καί οἱ Ὀρθόδοξοι Πατριάρχες πρός τούς Ἀγγλικανούς Ἀνωμότους λέγοντας: «ἐν γὰρ τοῖς θείοις δόγμασιν οὐδαμοῦ χώραν ἔχει ποτὲ ἡ οἰκονομία ἢ συγκατάβασις· ταῦτα γὰρ ἀσάλευτά εἰσι, καὶ ὑπὸ πάντων τῶν Ὀρθοδόξων ὡς ἀπαράβατα ἐν πάσῃ εὐλαβείᾳ διαφυλάττονται· καὶ ὁ μικρόν τι τούτων παραβαίνων ὡς σχισματικὸς καὶ αἱρετικὸς κατακρίνεται καὶ ἀναθεματίζεται καὶ ἀκοινώνητος παρὰ πᾶσι λογίζεται»17.

 

1. Γεν. γ΄ 1-7.

2. Ἰω. ι΄ 5.

3. Β΄ Τιμ. β΄ 16.

4. N. Kalogeras, Zigabeni Euthymii Commentarius in XIV Epistolas Sancti Pauli et VII catholicas, τόμος II, Ἀθήνα: Fratres Perri, 1877: 268-306.

5. Ἀθανασίου Ἀλεξανδρείας, Τεμάχια Ἀθανασίου διάφορα, PG 26, 1257.

6. Βασιλείου Καισαρείας, Ἠθικά, ὅρος οβ΄, PG 31, 845D-847A.

7. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς τὴν πρὸς Ἑβραίους, Ὁμιλία λδ΄, PG 63, 231.

8. Γιά τήν προΰπαρξη τῆς Ἐκκλησίας καί τίς φάσεις αὐτῆς βλ. περισσότερα: Νίκου Ματσούκα, Δογματικὴ καὶ Συμβολικὴ Θεολογία Β΄, ἐκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2018, σελ. 351 κ.ἑ. καί Ἰωάννου Καρμίρη, Ὀρθόδοξος Ἐκκλησιολογία, Ἀθῆναι 1973.

9. Κωνσταντίνου Β. Σκουτέρη, Ἱστορία Δογμάτων, Ἀθήνα 2004, τ.1, σελ. 192.

10. Εἰρηναίου Λουγδούνου, Ἔλεγχος καὶ ἀνατροπὴ τῆς ψευδωνύμου γνώσεως, Ι, 10, 2, PG 7, 552-553: «Τοῦτο τὸ κήρυγμα παρειληφυῖα, καὶ ταύτην τὴν πίστιν, ὡς προέφαμεν, ἡ Ἐκκλησία, καίπερ ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ διεσπαρμένη, ἐπιμελῶς φυλάσσει, ὡς ἕνα οἶκον οἰκοῦσα· καὶ ὁμοίως πιστεύει τούτοις, ὡς μίαν ψυχὴν καὶ τὴν αὐτὴν ἔχουσα καρδίαν, καὶ συμφώνως ταῦτα κηρύσσει, καὶ διδάσκει, καὶ παραδίδωσιν, ὡς ἓν στόμα κεκτημένη. Καὶ γὰρ αἱ κατὰ τὸν κόσμον διάλεκτοι ἀνόμοιαι, ἀλλ’ ἡ δύναμις τῆς παραδόσεως μία καὶ ἡ αὐτή. Καὶ οὔτε αἱ ἐν Γερμανίαις ἱδρυμέναι ἐκκλησίαι ἄλλως πεπιστεύκασιν, ἢ ἄλλως παραδιδόασιν, οὔτε ἐν ταῖς Ἰβηρίαις, οὔτε ἐν Κελτοῖς, οὔτε κατὰ τὰς ἀνατολὰς, οὔτε ἐν Αἰγύπτῳ, οὔτε ἐν Λιβύῃ, οὔτε αἱ κατὰ μέσα τοῦ οὔτε ἐν Αἰγύπτῳ, οὔτε ἐν Λιβύῃ, οὔτε αἱ κατὰ μέσα τοῦ κόσμου ἱδρυμέναι• ἀλλ’ ὥσπερ ὁ ἥλιος, τὸ κτίσμα τοῦ Θεοῦ, ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ εἷς καὶ ὁ αὐτὸς, οὕτω καὶ τὸ κήρυγμα τῆς ἀληθείας πανταχῇ φαίνει, καὶ φωτίζει πάντας ἀνθρώπους τοὺς βουλομένους εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν».

11. Φιλιπ. α΄, 27. β΄, 2-3.

12. Ἐφεσ. δ΄, 4-6.

13. Γαλ. α΄, 8-9.

14. Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας συνίσταται καί σέ ἄλλους λόγους ὅπως ὅτι εἶναι μία διότι α) ἕνας εἶναι ὁ Θεός, β) ἔχει μία κεφαλή τό Χριστό, μετά τοῦ ὁποίου εἶναι ὀργανικά ἑνωμένη, κ.λπ. Πρό πάντων ὅμως εἶναι ἀνέφικτη ἡ ἑνότητα αὐτῆς ἄνευ τῆς ἑνότητας τῆς πίστεως.

15. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς Ἐφεσίους, ὁμιλία 1, 3, PG 62, 83• πρβλ. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς Ῥωμ. ὁμιλ. 32, 1, PG 60, 675: «Ἡ δὲ διχοστασία πόθεν; ἀπὸ τῶν δογμάτων τῶν παρὰ τὴν διδαχὴν τῶν ἀποστόλων».

16. Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Εἰς ψαλμ. 44, 10, PG 69, 1041. Κρίνεται ἀπαραίτητο νά τονισθεῖ ὅτι ἡ διαφύλαξη τῶν ὀρθόδοξων δογμάτων καί ὁ ἀντιαιρετικός ἀγώνας πρέπει νά συνοδεύονται πάντοτε ἀπό τήν ἀγάπη, ἐπιδιώκοντας ὅπως «τὴν πλάνην ἐκβαλεῖν καὶ τὴν σηπεδόνα ἐκκαθᾶραι», διώκοντας καί μισώντας «οὐ τὸν αἱρετικόν, ἀλλὰ τὴν αἵρεσιν, οὐ τὸν ἄνθρωπον, ἀλλὰ τὴν πλάνην» (Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς τὸν ἅγ. ἱερομ. Φωκᾶν καὶ κατὰ αἰρετικῶν, PG 50, 700-701).

        17. Ἰωάννου Καρμίρη, Τὰ δογματικὰ καὶ συμβολικὰ μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τ. 2, Αὐστρία 19682, σελ. 888-889.

Πηγή εδώ.