ΣΗΜΑΝΤΙΚΕΣ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ

                        

Τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου
ΤΟ κατὰ ᾿Ιωάννην Εὐαγγέλιο γράφει· «Τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων Μα­ρία ἡ Μαγδαληνὴ ἔρ­­χεται πρωὶ σκοτίας ἔτι οὔσης εἰς τὸ μνημεῖ­ον…» (᾿Ιωάν. 20,1 κ.ἑ.). Στὴν περικοπὴ αὐτὴ ὑπάρχουν, ἀγαπητοί μου, μερικὲς χαρακτηριστι­κὲς λεπτομέρειες, ἀπὸ τὶς πολλὲς ἐκεῖνες λεπτομέρειες ποὺ βεβαιώνουν τὴν ἀ­λήθεια τῆς Ἀναστάσεως, τὴν ὁποία ἑορτάζουμε.
* * *
«Τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων», λέει. Εἶχε κλείσει τὸ Σάββατο καὶ ξημέρωνε ἡ ἑπόμενη μέρα. Γιὰ τοὺς Ἑβραίους αὐτὴ ἦταν «ἡ μία τῶν σαβ­βάτων» – ἔτσι τὴν ἔλεγαν, τὴν ὁποία Ἐκκλησία ὠνόμασε πλέον «Κυριακή» (Ἀπ. 1,10).
«Πρωὶ σκοτίας ἔτι οὔσης». Ἦταν σκο­τάδι, δὲν εἶχε φέξει ἀκόμα. Στοὺς δρόμους ἐπικρατοῦσε ἡσυχία, κανείς δὲν περπατοῦσε. Ποιός νὰ τολμήσῃ νὰ βγῇ; Οἱ μαθηταὶ ἦταν κρυμμένοι. ῾Ρωμαῖοι στρατιῶτες φρουροῦ­σαν. Ποιός νὰ πλησιάσῃ στὸν τάφο τοῦ Χριστοῦ; Ἐκεῖ ἦταν κουστωδία, φρουρὰ μὲ τὰ ὅπλα της. Κανείς δὲν ξεμυτοῦσε. Ἐν τούτοις στὰ καλντερίμια ἀκούστηκαν πατήματα. Ποιός ἦ­ταν; Δὲν ἦταν ἄντρας· γυναίκα ἦταν. Ποιά;
«Μα­ρία ἡ Μαγδαληνή». Ἦταν ἐκείνη ποὺ ἔ­τρεφε ἀπέραντη καὶ αἰωνία εὐγνωμοσύνη στὸν Κύριο, διότι ὁ Χριστὸς τὴν ἀπήλλαξε ἀ­πὸ ἑπτὰ δαιμόνια. Ὁ πονηρὸς κόσμος σήμερα τὴν ἔχει διαβάλει, τὴν ἔκανε μυθιστόρημα μὲ φαντασίες ποὺ ἔβγαλε ἀπὸ τὴν ἀκά­θαρτη διάνοιά του. Δὲν ἦταν ὅμως ἔτσι. Αὐτὴ λοι­πὸν βαδίζει τώρα στὸ δρόμο. Ποῦ πηγαίνει;
«Εἰς τὸ μνημεῖον». Ἀφοῦ βάδισε, φτάνει στὸν τάφο. Γιὰ νὰ καταλάβουμε, πρέπει νὰ ἔ­χουμε ὑπ’ ὄψιν πῶς ἦταν τότε οἱ τάφοι στοὺς Ἑβραίους. Ἦταν περίπου ὅπως εἶνε σήμερα οἱ τάφοι τῶν ἐ­πισήμων· ἦταν σκαλισμένοι σὲ βράχο, καὶ στὸ ἄ­νοιγμά τους, μπροστά, σφρά­γιζαν τὴν εἴσοδο καλὰ μ᾿ ἕνα μεγάλο λίθο.
«Βλέπει τὸν λίθον ἠρμένον ἐκ τοῦ μνημείου». Βλέπει ὅτι κάποιος ἔχει σηκώσει τὸ βαρὺ ἐκεῖνο λιθάρι καὶ τὸ μνημεῖο εἶνε ἀ­νοιχτό. Δὲν πέρασε ἀπὸ τὸ μυαλό της, ὅτι μπορεῖ ὁ Χριστὸς νὰ ἔχῃ ἀναστηθῆ.
«Τρέχει οὖν καὶ ἔρχεται πρὸς Σίμωνα Πέτρον»· γυρίζει τρέχοντας πίσω, βρίσκει τὸν Πέτρο καὶ τὸν Ἰωάννη, καὶ τοὺς λέει· «Ἦραν τὸν Κύριον ἐκ τοῦ μνημείου, καὶ οὐκ οἴδαμεν ποῦ ἔθηκαν αὐτόν» (᾿Ιωάν. 20,2). Τὸν πῆραν, λέει, τὸ Χριστό, δὲν εἶνε μέσ᾿ τὸν τάφο.
Ὁ Πέτρος καὶ ὁ ᾿Ιωάννης ξεκινοῦν κι αὐτοὶ γιὰ τὸν τάφο. Τρέχουν ὁλοταχῶς καὶ οἱ δύο μαζί. Ὁ ᾿Ιωάννης ἔτρεξε πιὸ γρήγορα κ’ ἔ­φτα­σε πρῶτος. Σκύβει ἀπὸ τὸ ἄνοιγμα, ῥίχνει μιὰ ματιὰ μέσ᾿ στὸν τάφο, ἀλλὰ δὲ μπαίνει. Ἔρ­χε­ται μετὰ ὁ Πέτρος καί, πιὸ θαρραλέος αὐ­τός, προχωρεῖ καὶ μπαίνει μέσα.
Οἱ ἄνθρωποι συνήθως φοβοῦνται στὰ μνηματα. Τὸ εἶδα ἐγὼ αὐτὸ στὸ στρατό, σὲ κά­ποιο στρατιώτη ἀπὸ τὴν Κρήτη. Βλαστημοῦ­σε τὸ Χριστό, καὶ τοῦ εἶπα· ―Ἀφοῦ τολμᾷς καὶ βλαστημᾷς, πήγαινε καὶ τὰ μεσάνυχτα στὰ μνήματα, ἐκεῖ ποὺ εἶνε οἱ νεκροὶ καὶ οἱ σταυροί, νὰ βλαστημήσῃς. ―Ἄ, δὲν πάω λέ­ει… Δὲν πῆγε. Στὰ μνήματα σταματᾶνε οἱ βλαστήμιες, πιάνει τὸν ἄνθρωπο ἕνα δέος.
Ὁ ᾿Ιωάννης λοιπὸν φοβήθηκε, ὁ Πέτρος μπῆκε στὸ μνημεῖο. Κ’ ἐκεῖ τί νὰ δῇ; Βλέπει ―ἀ­κοῦστε λεπτομέρεια―, «τὰ ὀθόνια κείμενα, καὶ τὸ σουδάριον …χωρὶς ἐντετυλιγμέ­νον εἰς ἕνα τόπον» (ἔ.ἀ. 20,7).
Ποιά σημασία ἔχει αὐτὴ ἡ λεπτομέρεια; Γιὰ νὰ τὸ καταλάβουμε, πρέπει νά ’χουμε ὑπ’ ὄ­ψιν μας τὴν ἑβραϊκὴ συνήθεια τῆς ἐποχῆς ἐ­κείνης. Οἱ Ἑβραῖοι, ὅταν πέθαινε κάποιος, τοῦ ἔ­βγαζαν ὅλα τὰ ἐνδύματα, τὸν ἔλουζαν, τὸν καθάριζαν καὶ τοῦ ἔβαζαν ἀρώματα. Με­τὰ ἔπαιρναν ταινίες, κορδέλλες ἀπὸ καθαρὸ ὕ­φασμα (ἂν ἦταν πλούσιος, μεταξωτὲς κορδέλλες), τὶς βου­τοῦσαν σὲ μιὰ κολλητικὴ οὐ­σία, τὴ σμυρναλόη, καὶ ἄλλα ἀρώματα, καὶ μ’ αὐτὲς τύλιγαν τὸ σῶμα. Αὐτὸ ἔγινε λοιπὸν καὶ στὸν Κύριο καὶ στὸν τετραήμερο Λάζαρο. (Γι’ αὐτὸ οἱ μητέρες, ὅταν παλαιότερα τύλιγαν τὸ βρέφος τους μὲ φασκιές, τὸ ἔλεγαν «Λαζαρῖνο», διότι ἔμοιαζε μὲ τὸ σῶμα τοῦ Λαζάρου· συνήθεια ποὺ τώρα καταργήθηκε ὡς ἀν­θυγιεινή). Γιατί οἱ Ἑβραῖοι τύλιγαν ἔτσι τὸ νεκρό; Γιὰ δύο λόγους· πρῶτον γιὰ νὰ τὸν τι­μή­σουν, καὶ δεύτε­ρον καὶ κυριώτερον διότι τὰ ἀρώματα αὐτὰ εἶ­χαν ἀντισηπτικὲς ἰδιότητες. Ὅλα ὅμως αὐ­τὰ κολλοῦσαν καὶ γίνονταν ἕνα πρᾶ­γμα μὲ τὸ κορμί, ὅπως κολλάει ὁ μαραγ­κὸς τὰ σανίδια μὲ ψαρόκολλα ἢ ἰσχυρὴ γερμανικὴ κόλλα καὶ δὲν μπορεῖς νὰ τὰ ξεκολλή­σῃς. Ἔτσι ἦταν καὶ τὰ ὑφάσματα μὲ τὸ σῶμα.
Ἔχον­τας αὐτὰ ὑπ’ ὄψιν γεννᾶται ἡ ἀπορία· πῶς ξεκόλλησαν τὰ ὀθόνια ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἔμειναν ἐκεῖ στὸ μνῆμα; Οἱ φαρισαῖοι ἰσχυρίστηκαν, ὅτι οἱ μαθηταὶ ἔκλεψαν τὸ σῶμα. Ἀλλ’ ὅταν πάῃ κανεὶς νὰ κλέψῃ, δὲν ἔχει ἄνεσι χρόνου· μπαίνει μέσα, ἁρπάζει γρή­γορα – γρήγορα ὅ,τι βρῇ, καὶ φεύγει. Δὲν κά­θεται ἐ­κεῖ. Γι᾿ αὐτὸ κάποτε οἱ κλέφτες πάνω στὴ βια­σύνη τους δὲν ξέρουν τί παίρνουν, ἀ­φήνουν τὰ πολύτιμα καὶ παίρνουν τὰ τιποτένια. Ἐὰν οἱ μαθηταὶ εἶχαν σκοπὸ νὰ κλέψουν τὸ Χριστό, θὰ ἔπαιρναν τὸ σῶμα ὅπως εἶνε, μαζὶ μὲ τὰ ὀθόνια. Γιὰ ν’ ἀφήσουν τὰ ὀθόνια ἐ­κεῖ, ἔ­πρεπε νὰ κάθισαν ὧρες, νὰ εἶχαν καζά­νι νὰ ζεστάνουν νερό, καὶ νὰ ξεκόλλησαν σιγ­ὰ – σι­γὰ τὶς ταινίες. Γίνονται αὐτὰ τὰ πράγματα;
Καὶ δὲν ἦταν μόνο τὰ ὀθόνια· ἦταν καὶ τὸ σουδάριο – ἄλλη λεπτομέρεια αὐτή. Ὁ Πέτρος εἶ­δε, λέει, καὶ τὸ σουδάριο, δηλαδὴ τὸ κάλυμ­μα τῆς κεφαλῆς, νὰ μὴν εἶνε κολλημένο μαζὶ μὲ τὶς ταινίες τῶν ὀθονίων, ἀλλὰ νὰ βρίσκεται σ᾿ ἕνα μέρος ξεχωριστά, τυλιγμένο μὲ τάξι. Ξέρετε πῶς ἔμοιαζε; Θὰ σᾶς πῶ, καὶ ὅ­σοι εἶνε ἀπὸ χωριὰ θὰ μὲ καταλάβουν καλύτερα· ὅσοι εἶνε ἀπὸ πόλεις δὲν ξέρουν.
Ἀφήσαμε τὰ χωριὰ δυστυχῶς καὶ μαζευτήκαμε στὰ ἀ­στι­κὰ κέντρα. Θά ᾿ρθῃ ὅμως ἡ μέ­ρα ―κ’ εἶνε κοντά―, ποὺ θὰ πῆτε Ἀνάθεμα τὴν ὥρα ποὺ φύγαμε ἀπὸ τὰ χωριά μας!… Εἶ­νε μιὰ ἁμαρτία μας αὐτή. Γίναμε ὅλοι πρωτευουσιάνοι, κι ἀφήσαμε τὴν ὕπαιθρο νὰ ἐ­ρη­μώσῃ. Μόνο τὸ Πάσχα τὴ θυμοῦν­ται καὶ βγαίνουν. Θά ᾿ρθῃ ὅμως μέρα ποὺ αὐτὸ θὰ τὸ πληρώσουμε. Γιατὶ κάθε σπιθαμὴ γῆς καὶ κά­θε πέτρα τοῦ χωριοῦ ἀξίζει περισσότερο ἀπὸ τὴν Ἀθήνα ὁλόκληρη καὶ τὶς ἄλλες πολιτεῖες.
Ὅποιος λοιπὸν ἀπὸ σᾶς εἶνε ἀπὸ τὸ χωριό, θὰ εἶδε πῶς οἱ χωρικοὶ χτίζουν τοὺς τοίχους ποὺ δείχνουν τὰ ὅρια τῶν χωραφιῶν. Στὰ νησιά, σὲ μέρη ὅπου τὸ ἔδαφος εἶνε ἐπικλινές, χωρίζουν τὰ ἐπίπεδα τῆς γῆς ποὺ καλλιεργοῦν χτίζοντας τὶς λεγόμενες πεζοῦλες. Αὐ­τοὶ λοιπὸν οἱ τοῖχοι δὲν εἶνε κτισμένοι μὲ λάσπη καὶ ἀσβέστη, ἀλλὰ πῶς; Μὲ σκέτη πέτρα, ξερολιθιὰ ὅπως λένε. Ὅταν ἤμουν μικρὸ παι­δί, ἰδίως τώρα τὸ καλοκαίρι, ὅταν κάπου γκρε­μιζόταν καμμιὰ ξερολιθιά, ἔβλεπα ἀνάμεσα στὶς πέτρες ἕνα περίεργο πρᾶγμα· τὸ φιδοπουκάμισο. Τὴν ἄνοιξι ὅλα ἀλλάζουν· καὶ τὸ φίδι ἀκόμη ἀλλάζει καὶ ἀνανεώνει τὴν ἐπιδερμίδα του. Σὰ νὰ λέῃ μὲ τὸ ἔνστικτό του· «καιρὸς ν’ ἀλλάξω κ’ ἐγὼ φορεσιά, νὰ φορέσω καινούργιο κουστούμι. Λαμπρὴ εἶνε, νὰ γιορτάσω κ’ ἐγώ». Πηγαίνει λοιπὸν τὸ φίδι, τέ­τοιες μέρες ποὺ εἶνε ζεστὸς ὁ καιρός, βρί­σκει στενὰ περάσματα ἀνάμεσα στὶς πέτρες τῆς ξερολιθιᾶς, κ’ ἐκεῖ σπρώχνεται, πιέζεται γιὰ νὰ περάσῃ μέσα ἀπὸ τὶς τρύπες, κι ὅταν πλέον βγαίνει ἀπὸ ᾿κεῖ, ἔχει ἀφήσει μέσα στὶς πέτρες ὁλόκληρο τὸ παλαιὸ δέρμα του, ποὺ οἱ χωριάτες τὸ λένε φιδοπουκάμισο. Ἀπὸ αὐτὸ καταλαβαίναμε ὅτι πέρασε ἀπὸ κεῖ τὸ φίδι. ᾿Εμεῖς τὰ παίρναμε καὶ τὰ κρατούσαμε. Δὲν ξέρω ἂν ἐ­σεῖς πιάσατε καμμιὰ φορὰ φιδοπουκάμισο. Εἶνε λεπτότατο.
Ὅπως λοιπὸν τὸ φίδι γλιστράει μέσα ἀπὸ τὶς πέτρες κι ἀφήνει τὸ πουκάμισό του μέσ᾿ στὶς τρύπες, ἔτσι καὶ ὁ Χριστὸς γλίστρησε μέσα ἀπὸ τὶς φασκιές, τὸ σῶμα του γλίστρησε μέσα ἀπὸ τὰ ὀθόνια καὶ τὸ σουδάριο, ἔφυγε, καὶ ἔμεινε ἐκεῖ στὸν τάφο μόνο τὸ περίβλημα. Αὐτὸ εἶνε μία ἀπόδειξις ὅτι ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε.
Τὴν παρομοίωσί του μὲ φίδι κάνει ἀλλοῦ ὁ ἴ­διος ὁ Χριστὸς ὅταν λέῃ· «Καὶ καθὼς Μωϋσῆς ὕψωσε τὸν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμῳ, οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου» (Ἰωάν. 3,14). Ὅπως ὁ Μωϋσῆς στὴν ἔρημο ὕψωσε ἕνα φίδι, ὄχι ζων­τανὸ ἀλλὰ χάλκινο, καὶ ὅποιος γύριζε καὶ τὸ ἔβλεπε ἐσῴζετο ἀπὸ τὰ θανατη­φόρα δαγκώματα τῶν φιδιῶν, κατὰ παρό­μοιο τρόπο καὶ ὁ Χριστὸς ὑψώθηκε μέσα στὸν κό­σμο ἐπὶ τοῦ σταυροῦ. Αὐτὸ ἦταν τύπος τῆς σταυρώσεως τοῦ Χριστοῦ. Ἂν διαβάζετε τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, θὰ τὸ ξέρετε.

* * *
Ἄλλο ἕνα τεκμήριο λοιπόν, ἀγαπητοί μου, ὅτι ἀνέστη ὁ Κύριος. Τὸ μαρτυρεῖ ἡ λεπτο­μέρεια αὐτή, γιὰ τὰ ὀθόνια καὶ τὸ σουδάριο, ποὺ διηγεῖται ὁ εὐαγγελιστὴς ᾿Ιωάννης.
Ἐπειδὴ ὅμως ἡ περικοπὴ αὐτὴ προσφέρει καὶ ἄλλα διδάγματα, θὰ συνεχίσουμε.
«Χριστὸς ἀνέστη» !
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Β΄ μέρος ἀπομαγνητοφωνημένης μεγάλης ὁμιλίας, ποὺ ἔγινε στὴν αἴθουσα τῆς ὁδοῦ Ζ. Πηγῆς 44 τῶν Ἀθηνῶν τὴν 2-5-1965.