Ναι, οι Χριστιανοί είχαν εικόνες και τις είχαν από την αρχή

Η αρχαιότερη τοιχογραφία του Χριστού στη Μικρά Ασία ανατρέπει τα δεδομένα

Η αρχαιολογική σκαπάνη στην καρδιά της αρχαίας Βιθυνίας, στη Νίκαια, έφερε πρόσφατα στο φως ένα εύρημα που αποτελεί ένα κεφαλαιώδες ιστορικό τεκμήριο για τον χριστιανικό κόσμο. Μέσα σε έναν υπόγειο οικογενειακό τάφο του 3ου αιώνα μ.Χ., οι ερευνητές ανακάλυψαν μια εξαιρετικά διατηρημένη τοιχογραφία που απεικονίζει τον Ιησού Χριστό ως «Καλό Ποιμένα». Η ανακάλυψη αυτή αναγκάζει τους ιστορικούς να επανεκτιμήσουν όσα γνωρίζαμε για την εξάπλωση του Χριστιανισμού στην Ανατολή, την κοινωνική θέση των πρώτων πιστών και, κυρίως, τη χρήση των εικόνων στη λατρεία.

Για τον μέσο αναγνώστη, ο όρος «Προ-Νικαϊκός» μπορεί να ακούγεται τεχνικός, όμως η ουσία του είναι η βάση της χριστιανικής ιστορίας. Αναφέρεται στην περίοδο της Εκκλησίας πριν από το 325 μ.Χ., δηλαδή πριν από την Α’ Οικουμενική Σύνοδο που συγκλήθηκε στην ίδια πόλη. Ήταν μια εποχή «πνευματικής κυοφορίας» αλλά και ακραίων δοκιμασιών, καθώς ο Χριστιανισμός ήταν ακόμη παράνομος και οι πιστοί αντιμετώπιζαν σκληρούς διωγμούς από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.

Σε αυτό το κλίμα της παρανομίας, η χριστιανική τέχνη ήταν μια κωδικοποιημένη γλώσσα ελπίδας. Στην τοιχογραφία της Νίκαιας, ο Ιησούς απεικονίζεται ως ένας νεαρός, αγένειος άνδρας με κλασικά ρωμαϊκά χαρακτηριστικά, που φοράει χιτώνα και φέρει στους ώμους του ένα πρόβατο. Αυτή η παράσταση του «Καλού Ποιμένος» ήταν το κατεξοχήν σύμβολο της θείας προστασίας και της ανάστασης, πολύ πριν ο Σταυρός —που τότε αποτελούσε ακόμη όργανο ταπεινωτικής εκτέλεσης— καθιερωθεί ως το δημόσιο σύμβολο της πίστης.

Η ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΚΟΥ ΑΦΗΓΗΜΑΤΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ «ΑΝΕΙΚΟΝΙΣΜΟ»

Μία από τις πιο σπουδαίες πτυχές αυτής της ανακάλυψης είναι η απάντηση που δίνει σε μια μακροχρόνια θεολογική διαμάχη. Από την εποχή της Μεταρρύθμισης, πολλές προτεσταντικές ομολογίες υποστηρίζουν σθεναρά ότι η πρώιμη Εκκλησία ήταν «ανεικονική». Σύμφωνα με αυτό το αφήγημα, οι πρώτοι Χριστιανοί, ακολουθώντας πιστά τη βιβλική εντολή «ου ποιήσεις σεαυτώ είδωλον», απέφευγαν κάθε απεικόνιση του θείου. Οι Προτεστάντες συχνά υποστηρίζουν ότι η χρήση εικόνων και τοιχογραφιών εισήλθε στην Εκκλησία τον 4ο αιώνα ως μια παγανιστική αλλοίωση, όταν ο Χριστιανισμός έγινε η επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας και άρχισε να υιοθετεί τα ειδωλολατρικά πρότυπα.

Η τοιχογραφία της Νίκαιας ανατρέπει πλήρως αυτή τη θεωρία. Το γεγονός ότι βρέθηκε σε έναν τάφο του 3ου αιώνα —πολύ πριν από την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου και τις Συνόδους— αποδεικνύει ότι η εικονογράφηση του Χριστού ήταν οργανικό και αναπόσπαστο κομμάτι της χριστιανικής ζωής ήδη από τις απαρχές της. Οι πρώτοι πιστοί δεν θεωρούσαν τις εικόνες είδωλα. Αντιθέτως, η τέχνη αυτή ήταν μια έμπρακτη ομολογία της Ενσαρκώσεως. Πίστευαν ότι εφόσον ο Θεός-Λόγος έγινε άνθρωπος και έλαβε ορατή μορφή, η απεικόνισή Του δεν ήταν μόνο επιτρεπτή, αλλά απαραίτητη για τη διδασκαλία και την παρηγοριά των πιστών.

«Η τοιχογραφία της Νίκαιας αποτελεί μια “σιωπηλή μαρτυρία” που διαψεύδει το επιχείρημα ότι η εικονογραφία ήταν μια μεταγενέστερη διείσδυση. Οι Χριστιανοί ζωγράφιζαν τον Χριστό όσο ακόμα βρίσκονταν υπό τον φόβο του θανάτου, αποδεικνύοντας ότι η εικόνα είναι οργανικό στοιχείο της χριστιανικής ταυτότητας και όχι μεταγενέστερη επινόηση.» — Dr. Gülsen Batıbeki, επικεφαλής της αρχαιολογικής ανασκαφής και καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Dokuz Eylül.

Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΤΡΟΠΗ

Πέρα από το θεολογικό κομμάτι, το εύρημα ανατρέπει και την κοινωνική εικόνα της εποχής. Επί δεκαετίες επικρατούσε η αντίληψη ότι πριν από το 325 μ.Χ., οι Χριστιανοί της Μικράς Ασίας ήταν κυρίως άτομα των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων που κρύβονταν σε ταπεινά καταφύγια.

Ωστόσο, ο τάφος της Νίκαιας είναι ένα μνημειώδες οικοδόμημα, πολυτελώς διακοσμημένο, που προφανώς ανήκε σε μια αριστοκρατική οικογένεια της πόλης. Αυτό αποδεικνύει ότι ο Χριστιανισμός είχε ήδη διεισδύσει στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα της ελληνικής Νίκαιας πολύ νωρίτερα από όσο πιστευόταν. Επιπλέον, καταρρίπτει το «μονοπώλιο» της Ρώμης στην πρωτοχριστιανική τέχνη. Μέχρι σήμερα, οι κατακόμβες της Ρώμης θεωρούνταν το μοναδικό κέντρο ανάπτυξης της χριστιανικής ζωγραφικής. Η Νίκαια αποδεικνύει ότι ο ελληνόφωνος κόσμος της Ανατολής είχε μια παράλληλη, ώριμη και υψηλής ποιότητας καλλιτεχνική παράδοση.

Η ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ Η ΔΟΞΑ ΤΗΣ ΝΙΚΑΙΑΣ

Η ανακάλυψη αυτή δεν μπορεί να αποκοπεί από το ιστορικό της πλαίσιο. Η Νίκαια, ιδρυμένη από τους διαδόχους του Μεγάλου Αλεξάνδρου, υπήρξε ένα από τα λαμπρότερα κέντρα του Ελληνισμού στη Μικρά Ασία. Ήταν η πόλη όπου η ελληνική γλώσσα και η ελληνική φιλοσοφία συναντήθηκαν με τη χριστιανική πίστη, δημιουργώντας το υπόβαθρο για τη διατύπωση των θεμελιωδών δογμάτων της Ορθοδοξίας.

Η Νίκαια δεν ήταν απλώς ο τόπος μιας Συνόδου αλλά ένας πνευματικός φάρος. Η τοιχογραφία του «Καλού Ποιμένος» αποτελεί αδιάψευστο μάρτυρα των βαθιών ελληνικών και χριστιανικών ριζών της περιοχής. Υπενθυμίζει ότι ο Χριστιανισμός στην Ανατολή δεν επιβλήθηκε ξαφνικά από κάποιον αυτοκράτορα, αλλά άνθισε μέσα από την τέχνη και την πίστη των ελληνόφωνων κοινοτήτων που έβλεπαν στην εικόνα του Χριστού την αθανασία και τη σωτηρία.

Συνοψίζοντας, η τοιχογραφία της Νίκαιας είναι ένα «ανοιχτό βιβλίο». Διδάσκει την ιστορικότητα της χριστιανικής τέχνης, επιβεβαιώνει την αρχαιότητα της χρήσης των εικόνων ενάντια στις προτεσταντικές αιτιάσεις και αναδεικνύει την ελληνική Νίκαια ως έναν από τους σημαντικότερους λίκνους του παγκόσμιου χριστιανικού πολιτισμού.

Ι.Ν.ΑΓΙΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ ΙΣΤΙΑΙΑΣ

 Πηγές

Daily Sabah – 3rd-century Christian fresco shows Jesus as ‘Good Shepherd’

Christian Today – Pre-Nicene Christian art found in Turkey

Arkeonews – Unique ‘Good Shepherd Jesus’ Fresco Unearthed in Iznik

https://www.entaksis.gr