Τὸ εὐαγγέλιο σήμερα (βλ. Λουκ. 19,1-10) ὁμιλεῖ, ἀγαπητοί μου, γιὰ κάποιο σπίτι ποὺ κινδύνευε ἀπὸ ὥρα σὲ ὥρα νὰ πέσῃ καὶ νὰ πλακώσῃ ὅλους ὅσους ἦταν μέσα, ἀλλὰ τὴν τελευταία στιγμὴ σώθηκε. Πῶς σώθηκε; Αὐτὸ θὰ δοῦμε τώρα.
Τὸ σπίτι αὐτὸ βρισκόταν στὴν Ἰεριχώ, μιὰ ὡραία πόλι τῆς Παλαιστίνης μὲ χιλιάδες κατοίκους. Ἦταν ἕνα ἀπὸ τὰ πλουσιώτερα σπίτια. Ὁ νοικοκύρης τοῦ σπιτιοῦ λεγόταν Ζακχαῖος. Γιατί ὅμως κινδύνευε; Κινδύνευε νὰ καταστραφῇ καὶ νὰ μὴ μείνῃ «λίθος ἐπὶ λίθον» (πρβλ. Ματθ. 24,2), διότι ὁ Ζακχαῖος ἦταν ἄδικος ἄνθρωπος καὶ τὸ σπίτι αὐτὸ εἶχε χτιστῆ μὲ κλοπὲς καὶ ἐκμεταλλεύσεις. Ὁ Ζακχαῖος ἦταν «ἀρχιτελώνης» (Λουκ. 19,2), ἀνώτερος δηλαδὴ ὑπάλληλος τῆς Ῥωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας, ἔφορος καὶ εἰσπράκτορας. Εἰσέπραττε γιὰ λογαριασμὸ τοῦ καίσαρος τοὺς φόρους. Εἶχε δὲ πολλοὺς ὑπαλλήλους, γι᾿ αὐτὸ λέγεται ἀρχιτελώνης· ἦταν προϊστάμενος ὑπηρεσίας, ποὺ ἦταν ἐντεταλμένη γιὰ τὴν εἴσπραξι φόρων. Τί ἔκανε αὐτός· δὲν εἰσέπραττε τὰ νόμιμα, ἐκεῖνα ποὺ ἔπρεπε· εἰσέπραττε πολὺ περισσότερα. Ἔπρεπε νὰ εἰσπράξῃ 100 δραχμές; αὐτὸς εἰσέπραττε 400· οἱ 100 πήγαιναν στὸ κράτος καὶ οἱ 300 στὴν τσέπη του. Ἔπρεπε νὰ εἰσπράξῃ 1.000 δραχμές; αὐτὸς εἰσέπραττε 4.000· 1.000 γιὰ τὸ κράτος κι ἄλλες 3.000 γιὰ τὴν τσέπη του. Τσέπωνε συνεχῶς. Ἔτσι, κλέβοντας, ἔχτισε τὸ σπίτι. Δὲν ἦταν δηλαδὴ καθαρό, ἦταν σπίτι ἁμαρτωλό· κ᾿ ἐνῷ ὁ κόσμος τὸ θαύμαζε, αὐτὸ κινδύνευε νὰ γκρεμιστῇ. Τελικὰ ὅμως σώθηκε· σώθηκε κι ὁ νοικοκύρης καὶ ἡ οἰκογένειά του, ὅπως θὰ δοῦμε.
Ἀκούστηκε στὴν Ἰεριχώ, ὅτι ὁ Χριστὸς περιοδεύοντας ἔφτασε καὶ στὴν πόλι τους. Ἡ εἴδησι προκάλεσε συναγερμό. Οἱ γυναῖκες ἄφησαν τὶς δουλειές τους, τὰ παιδιὰ διέκοψαν τὸ σχολεῖο, οἱ τεχνῖτες καὶ οἱ ἔμποροι ἔκλεισαν τὰ καταστήματά τους· ὅλοι βγῆκαν ἔξω καὶ μαζεύτηκαν νὰ δοῦν τὸ Χριστό. Μῆλο νὰ ἔρριχνες δὲν ἔπεφτε κάτω, τέτοιος συνωστισμὸς ὑπῆρχε. Ἄκουσε τὸ θόρυβο καὶ ὁ Ζακχαῖος, ποὺ τὴν ὥρα ἐκείνη σκυμμένος πάνω στὰ χρήματα μετροῦσε τὰ τριάκοντα ἀργύρια τοῦ Ἰούδα. –Τί εἶνε; ῥωτάει. –Ἦρθε ὁ Χριστός, τοῦ λένε. Τότε γεννήθηκε μέσα του μιὰ ἐπιθυμία νὰ δῇ τὸ Χριστό, ποὺ δὲν τὸν εἶχε δεῖ ποτέ. Βγῆκε καὶ εἶδε τὸν κόσμο. Προσπάθησε νὰ τὸν διακρίνῃ, μὰ δὲ μποροῦσε· ἦταν κοντὸς καὶ σκεπαζόταν ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ὅσο κι ἂν τεντωνόταν, δὲν μποροῦσε νὰ δῇ. Εἶχε ὅμως ζωηρὴ τὴν ἐπιθυμία. Τί κάνει λοιπόν· τρέχει πιὸ μπροστὰ στὸ δρόμο, βρίσκει ἕνα δέντρο, μιὰ συκομουριά (μιὰ μουριά, ποὺ τὰ φύλλα της μέχρι σήμερα εἶνε τροφὴ γιὰ τοὺς μεταξοσκώληκες ποὺ κάνουν τὸ μετάξι), καὶ σκαρφαλώνει ἐπάνω σὰν τὸ γατί. Ἔτσι ὁ κοντὸς αὐτὸς ἔγινε ψηλότερος ἀπ᾿ ὅλους, καὶ ἔκανε τὸ δέντρο παρατηρητήριο. Ὅπως ὁ στρατιώτης φυλάει σκοπιά, ἔτσι αὐτὸς ἀπὸ ᾿κεῖ παρατηροῦσε πότε θὰ περάσῃ ὁ Χριστός.
Πράγματι σὲ λίγο νά ὁ Χριστός. Ὤ ὁ Χριστός! δὲν ὑπάρχει ἄλλο ὡραιότερο ἀπὸ αὐτόν. Ὁ Ζακχαῖος μαγνητίστηκε· τὸν κοίταζε καὶ δὲν χόρταινε νὰ τὸν βλέπῃ. Κι ὁ Χριστός, πού ᾿νε ὁ καρδιογνώστης Θεός, σηκώνει τὰ μάτια του, τὸν βλέπει μέσ᾿ στὰ φυλλώματα καὶ τὸν φωνάζει· «Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι» (ἔ.ἀ. 19,5). Αὐτὸς τὰ χάνει. Ποῦ μὲ ξέρει αὐτὸς μὲ τ᾿ ὄνομά μου; σκέπτεται. Ὁ Χριστὸς σὲ ξέρει! Μπορεῖ νὰ εἶσαι ἕνα παιδὶ – ἕνας ἄνθρωπος λησμονημένος καὶ κανείς νὰ μὴ σὲ λογαριάζῃ· κι ὅμως σὲ ξέρει ὁ Χριστός. Μᾶς ξέρει μὲ τὰ ὀνόματά μας, ὅπως ὁ πατέρας καὶ ἡ μάνα τὰ παιδιά τους, καὶ μᾶς ἀγαπᾷ. «Ζακχαῖε, κατέβα γρήγορα», τοῦ λέει, «σήμερα θὰ μείνω στὸ σπίτι σου».
Κατεβαίνει γρήγορα ὁ Ζακχαῖος καὶ σὲ λίγο ὑποδέχεται τὸ Χριστὸ στὸ μέγαρό του. Ἀλλὰ ὁ κόσμος, βλέποντας τὸ Χριστὸ νὰ πηγαίνῃ στὸ σπίτι αὐτό, ὅλοι σκανδαλίστηκαν. Ἄκου ᾿κεῖ, εἶπαν, νὰ πάῃ σ᾿ αὐτὸ τὸν ἁμαρτωλό, τὸν κλέφτη, τὸν ἄδικο! Δὲν ὑπῆρχαν ἄλλα σπίτια;… Καὶ ὑπῆρχαν πράγματι πολλὰ ἄλλα σπίτια στὴν Ἰεριχώ. Ἀλλὰ γιὰ τὸν Κύριο, ὅσο ἀξίζει ἕνας ἁμαρτωλὸς ποὺ μετανοεῖ, δὲν ἀξίζουν ὅλοι οἱ ἄλλοι. Μεγάλο πρᾶγμα ἡ μετάνοια. Ἤξερε ὁ Χριστὸς τί γίνεται μέσ᾿ στὴν καρδιά του, ὅπως φάνηκε στὴ συνέχεια. Ἐνῷ δηλαδὴ οἱ ἄλλοι διαλογίζονταν αὐτά, ὁ Ζακχαῖος σταματάει καὶ ἐνώπιον ὅλων λέει· Κύριε, εἶμαι ἁμαρτωλός, πολὺ ἁμαρτωλός· ἀδίκησα τοὺς ἄλλους, ἐκμεταλλεύτηκα κόσμο. Ἤμουν μιὰ βδέλλα, ποὺ ῥούφηξε τὸ αἷμα τους. Ἀλλὰ τώρα μετανοῶ. Καὶ δίνω ὑπόσχεσι· τὰ μισὰ ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά μου θὰ μοιράσω στοὺς φτωχούς, καὶ σ᾿ ὅποιον ἀδίκησα θὰ ἐπιστρέψω τετραπλάσια· ἂν τοῦ πῆρα 1, θὰ τοῦ δώσω 4, θέλω ν᾿ ἀποζημιώσω ὅλους… Καὶ τότε ὁ Χριστός, ποὺ εἶδε τὴ μετάνοιά του λέει· «Σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο, καθότι καὶ αὐτὸς υἱὸς Ἀβραάμ ἐστιν. ἦλθε γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός» (Λουκ. 19,9-10).
Αὐτὸ εἶνε μὲ σύντομα λόγια τὸ εὐαγγέλιο.
Βλέπουμε, ὅτι τὸ σπίτι τοῦ Ζακχαίου, ποὺ κινδύνευε νὰ γκρεμιστῇ, τὴν τελευταία ὥρα σώθηκε· ὁ νοικοκύρης καὶ ὅλη ἡ οἰκογένεια γλύτωσαν. Τί σημαίνει γιὰ μᾶς αὐτό;
Κ᾿ ἐμεῖς, δόξα τῷ Θεῷ, ἔχουμε ἕνα σπίτι. Ἐρωτῶ· Μήπως ἆραγε τὰ σπίτια μας μοιάζουν μὲ τὸ σπίτι τοῦ Ζακχαίου; Ἕνα σπίτι μπορεῖ νά ᾽νε ὄμορφα χτισμένο καὶ περιποιημένο, ἀλλ᾿ ἀκάθαρτο, πολὺ ἀκάθαρτο, νὰ βρωμάῃ καὶ ζαίχνῃ ἀπὸ μιὰ ἄλλου εἴδους ἀκαθαρσία. Ποιά εἶν᾿ αὐτή; Ἡ ἁμαρτία. Ὅπου ὑπάρχει ἁμαρτία, ἐκεῖ ὑπάρχει ἀκαθαρσία. Ἕνας ἀσκητὴς συνάντησε στὸ δρόμο μιὰ γυναῖκα στολισμένη ἀρωματισμένη βαμμένη, ποὺ ἔκανε ὅλους νὰ καρφώνουν τὰ μάτια τους πάνω της. Ὅταν πέρασε μπροστά του, ἐκεῖνος αἰσθάνθηκε δυσωδία κ᾿ ἔκλεισε τὴ μύτη του. Τί νὰ σὲ κάνω; μπορεῖ νὰ πλένεσαι, νὰ χτενίζεσαι, νὰ βάφεσαι, νὰ κουρεύεσαι, ν᾿ ἀρωματίζεσαι, ἀλλὰ ἡ ἁμαρτία εἶνε ἀκαθαρσία. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἁμαρτάνει εἶνε «ἐπὶ τὸ ἱερὸν βδέλυγμα τῶν ἐρημώσεων» (Δαν. 9,27).
Τίθεται λοιπὸν τὸ ἐρώτημα· ἀπὸ αὐτῆς τῆς πλευρᾶς τὰ σπίτια μας εἶνε καθαρά; Εἶνε ὄμορφα σπίτια. Δὲν κατοικοῦμε πλέον σὲ σπηλιὲς οὔτε σὲ καλύβες· ἔχουμε ὅλες τὶς ἀνέσεις. Μήπως ὅμως τὰ σπίτια μας εἶνε ἀκάθαρτα; Μήπως εἶνε σὰν τὸ σπίτι τοῦ Ζακχαίου, ποὺ κινδύνευε νὰ καταστραφῇ; Τὸ ἐξετάσαμε αὐτό, ἀδελφοί μου;
Ποιό σπίτι λέγεται ἀκάθαρτο; Ἐκεῖνο στὸ ὁποῖο κάθονται ἄνθρωποι ψυχικῶς ἀκάθαρτοι. Σᾶς δείχνω τέτοια σπίτια. Εἶνε τὸ σπίτι ποὺ τὸ ἔχτισαν μὲ ἁρπαγές (ξέρω πολλοὺς ποὺ ἔκλεψαν τὸ δημόσιο, ἀδίκησαν συγγενεῖς καὶ ὀρφανά). Εἶνε τὸ σπίτι ὅπου ἀκούγεται αἰσχρολογία καὶ βλασφημία τῶν θείων. Εἶνε τὸ σπίτι ὅπου βασιλεύει ἡ αἰσχρὴ τηλεόρασι. Εἶνε τὸ σπίτι ὅπου τὸ ἀντρόγυνο τσακώνεται μέρα νύχτα. Εἶνε τὸ σπίτι ὅπου ὁ ἄντρας δὲν σέβεται τὴ γυναῖκα, ἡ γυναίκα δὲν σέβεται τὸν ἄντρα, τὰ παιδιὰ δὲν σέβονται τοὺς γονεῖς. Εἶνε τὸ σπίτι ὅπου δὲν τηροῦν νηστεία, δὲν γίνεται προσευχή, δὲν καίει καντήλι, δὲν μυρίζει λιβάνι. Εἶνε τὸ σπίτι ποὺ στάζει αἷμα –ὦ Θεέ μου!–, ὅταν ἡ γυναίκα πάῃ καὶ κάνῃ ἔκτρωσι καὶ σκοτώνῃ τὸ παιδί της (λένε, ὅτι στὴ χώρα μας γίνονται 400.000 ἐκτρώσεις τὸ ἔτος!). Εἶνε τὸ σπίτι μέσα στὸ ὁποῖο διαπράττεται πορνεία καὶ μοιχεία.
Τέτοια σπίτια, ἂν τὰ πιάσῃ ἄγγελος καὶ τὰ στύψῃ σὰν τὸ λεμόνι, θὰ στάξουν αἷμα· εἶνε σπίτια ἁμαρτωλὰ καὶ κινδυνεύουν. Ἀπὸ τί κινδυνεύουν; Ἀπὸ χίλιες δυὸ ἀπειλές, κι ἂς εἶνε θεμελιωμένα καὶ κατασκευασμένα μὲ τὰ καλύτερα ὑλικὰ καὶ τοὺς καλύτερους ἀρχιτέκτονες μηχανικούς. Τὰ σπίτια αὐτὰ κινδυνεύουν ἀπὸ ἀρρώστιες, ἀπὸ σεισμό, ἀπὸ διάλυσι.
Δῶστε μου ἕνα σπίτι ποὺ μέσα εἶν᾿ ὁ Χριστός! Στὰ παλιὰ τὰ χρόνια τὰ εὐλογημένα κάθε σπίτι ἦταν μιὰ ἐκκλησιά. Τὴν ἐποχὴ τῆς τουρκοκρατίας μαζεύονταν τὴ νύχτα οἱ Ἕλληνες, οἱ πραγματικοὶ Ἕλληνες, κι ὁ ὀλιγογράμματος παπᾶς, κι ὁ ἀγράμματος παπποῦς, κ᾿ ἡ γιαγιά, κι ὁ πατέρας, κ᾿ ἡ μάνα, καὶ ὅλα τὰ παιδιά. Γονάτιζαν μὲ δάκρυα, κι ὁ πιὸ μικρὸς ἔλεγε τὸ «Κύριε, ἐλέησον», ἄλλος ἔλεγε τὸ «Βασιλεῦ οὐράνιε…», ἄλλος τὸ «Ἅγιος ὁ Θεός…», ἄλλος τὸ «Πάτερ ἡμῶν…», ἄλλος τὸ «Πιστεύω…», καὶ ὅλοι μονοιασμένοι προσεύχονταν. Ποῦ εἶνε τώρα αὐτά; Δεῖξτε μου ἕνα τέτοιο σπίτι! Τὰ σπίτια σήμερα δὲν ἔχουν πλέον μέσα τὸ Χριστό, ἔχουν τὸ διάβολο.
Τί πρέπει; ν᾿ ἀπελπιστοῦμε; Ὄχι. Ὅπως ὁ Ζακχαῖος ἔσωσε τὸ σπίτι του μὲ τὴ μετάνοια, ἔτσι κ᾿ ἐμεῖς νὰ μετανοήσουμε. Νὰ διώξουμε ἀπὸ τὰ σπίτια μας τὸ διάβολο, νὰ ζήσουμε κατὰ Χριστόν. Τότε τὸ σπίτι θ᾿ ἁγιάσῃ, θὰ ᾿ρθῇ ὁ Χριστὸς μέσα καὶ θὰ πῇ τὰ λόγια ποὺ εἶπε στὸ Ζακχαῖο· «Σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο».
Εἴθε ὁ Θεός, διὰ πρεσβειῶν ὅλων τῶν ἁγίων νὰ ἐλεήσῃ καὶ νὰ σώσῃ ὅλους μας· ἀμήν.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος