Ἀντίρρησις καὶ ἀνατροπὴ τοῦ «Συμφώνου» τῶν ἐν Ἰταλίᾳ «χριστιανικῶν ἐκκλησιῶν»

Ἀντίρρησις καὶ ἀνατροπὴ τοῦ «Συμφώνου» τῶν ἐν Ἰταλίᾳ «χριστιανικῶν ἐκκλησιῶν»

Τοῦ κ. Nikolò Ghigi: Ὑποψηφίου διδάκτορος εἰς τάς Ἐπιστήμας τῆς Ἀρχαιότητος εἰς τό Πανεπιστήμιον Ca’ Foscari τῆς Βενετίας, μέ ἑστίασιν εἰς τήν θρησκευτικήν διαμάχην τοῦ Θ΄ αἰῶνος

  Στὶς 23 τοῦ περασμένου Ἰανουαρίου, στὸ Μπάρι, πόλι τῆς νότιας Ἰταλίας ἐπιφανὴς, διότι ὑπεδέχθη τὰ λείψανα τοῦ ἁγίου Νικολάου, ἔλαβε χώρα στὸ πλαίσιο τῆς λεγόμενης «ἑβδομάδας προσ­ευχῆς γιὰ τὴν ἑνότητα τῶν χριστιανῶν» μιὰ οἰκουμενιστικὴ συνάντησι ὑπὸ τὴν ὀνομασία «Συμπόσιον τῶν ἐν Ἰταλίᾳ Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν». 

Σὲ αὐτὴ συμμετεῖχαν ἐκπρόσωποι τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς (παπικῆς) ὁμολογίας, τῆς Ἀγγλικανικῆς, Προτεστάντες διαφόρων δογμάτων, ἀκόμη καὶ Ὀρθόδοξοι. Μετὰ τὸ τέλος τῶν ἐργασιῶν, ὑπεγράφη ὑπὸ τῶν ἐκπροσώπων τῶν παρισταμένων ὁμολογιῶν ἕνα ἔγγραφο ποὺ ὀνομάστηκε «Σύμφωνον». Ἂν καὶ αὐτὸ τὸ κείμενο εἶναι πολὺ σύντομο καὶ ἐστερημένο ὑψηλοῦ θεολογικοῦ περιεχομένου – οὔτε ἄλλωστε ἐπεδίωκε νὰ τὸ ἔχη, ἀφοῦ ὁ χαρακτήρας του εἶναι καθαρῶς πρακτικός, διπλωματικὸς καὶ πολιτικός – ἐντούτοις περιέχει θέσεις λίαν ἐπικίνδυνες καὶ ἀντίθετες πρὸς τὴν ὀρθὴ διδασκαλία, πρὸς ἐντροπὴ τῶν Ὀρθοδόξων ποὺ συνυπέγραψαν αὐτὸ.

  Στὸ πρῶτο ἄρθρο διακηρύσσεται ὅτι «ἡ ἑνότητά μας ἔχει τὴν πηγήν της ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, μόνῳ Κυρίῳ καὶ Σωτῆρι, καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μᾶς ὁδηγεῖ στὴν οἰκοδόμησι σχέσεων ἀληθινῆς κοινωνίας» καὶ ὅτι «κάθε διαίρεσις καὶ παρεξήγησις μεταξὺ τῶν Ἐκκλησιῶν μας εἶναι μιὰ πληγὴ στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ φανερώνει τὴν ἁμαρτία τῶν Ἐκκλησιῶν». Τὸ κείμενο δὲν εἶναι ἐξ  ἑαυτοῦ ἐπικίνδυνο, ἀλλὰ εἶναι ἀνοικτὸ σὲ ἐπικίνδυνες ἑρμηνεῖες: τὸ δεύτερο μέρος θὰ μποροῦσε νὰ ὑποδηλώνη τὴν ἐσφαλμένη θεωρία ὅτι οἱ διάφορες χριστιανικὲς ὁμολογίες εἶναι ὅλες τμήματα τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, τὸ ὁποῖον αὐτή τὴ στιγμὴ εἶναι δῆθεν διαιρεμένον, καταλήγοντας ἔτσι στὴν «θεωρία τῶν κλάδων». Ἐπίσης, καὶ τὸ πρῶτο μέρος εἶναι ἀμφίσημο: ἡ «ἑνότητά μας» προϋποθέτει κάτι ποὺ ἤδη ὑφίσταται, καὶ δὲν γίνεται κατανοητὸ τί εἶναι οἱ «σχέσεις ἀληθινῆς κοινωνίας» ποὺ θέλουν νὰ ἐγκαθιδρύσουν τὴν στιγμὴ ποὺ δὲν ὑπάρχει κοινωνία πίστεως. Ἀκόμη καὶ ἡ δήλωσι ὅτι πηγή τῆς ἑνότητας εἶναι ὁ Χριστὸς καὶ πηγὴ τῆς κοινωνίας τὸ Πνεῦμα, εἶναι λόγια μὲν ἀληθινά, ἀλλὰ μόνο στὴν περίπτωσιν ποὺ ἀναφέρονται εἰς τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ εἰς τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, καὶ ὄχι στὸ σύνολο τῶν χριστιανικῶν ὁμολογιῶν, ποὺ σφετερίζονται τὸ ὄνομα τῶν χριστιανῶν, ἀλλὰ δὲν μποροῦν νὰ θεωροῦνται τέτοιοι ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Θὰ μπορούσαμε ἐπίσης νὰ ἀναρωτηθοῦμε γιὰ ποιὸ Πνεῦμα μιλοῦμε, ἐκεῖνο ποὺ ἐκπορεύεται ἐκ τοῦ Πατρός ἢ ἐκεῖνο ποὺ ἐκπορεύεται ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ; Ἢ ἀκόμη καὶ γιὰ ποιὸν Χριστόν, ἀφοῦ μεταξὺ τῶν ὑπογραψάντων ὑπῆρξαν μονοφυσίτες, ἀλλὰ καὶ ριζοσπάστες προτεστάντες ποὺ φθάνουν νὰ ἀρνοῦνται τὴ θεότητα τοῦ Σωτῆρος!

  Τὸ πιὸ σοβαρὸ σημεῖο βρίσκεται ἀναμφίβολα στὸ δεύτερο ἄρθρο, ὅπου οἱ ὁμολογίες ποὺ ὑπογράφουν «δεσμεύονται νὰ ἀναγνωρίζουν καὶ νὰ σέβωνται ἡ μία τὴν ἄλλην ὡς χριστιανικὲς κοινότητες ποὺ ἐμψυχώνονται ἀπὸ τὸ ἴδιο Πνεῦμα». Γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ θεωροῦμε ἀπαράδεκτο ἐξ ὀρθοδόξου ἀπόψεως νὰ θεωροῦνται χριστιανικὲς κοινότητες, ὅπου ἐνεργεῖ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα οἱ συναγωγὲς τῶν αἱρετικῶν, τὶς ὁποῖες ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος ἀποκαλεῖ μᾶλλον «ὄργανα τοῦ διαβόλου». Ἀλλὰ χειρότερο εἶναι ὅ,τι λέγεται παρακάτω· οἱ ὑπογράφοντες δεσμεύονται νὰ ἀποφεύγουν «κάθε μορφὴ ἀνταγωνισμοῦ, προσηλυτισμοῦ ἢ ἐπιβολῆς». Πόσες φορὲς ἔχουμε ἀκούσει αὐτὰ τὰ λόγια ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῶν ἐξ ὀρθοδόξων οἰκουμενιστῶν! Τὸ δήλωσε ὁ Κωνσταντινουπόλεως Δημήτριος (Παπαδόπουλος) μαζί μὲ τὸν πάπα Ἰωάννη Παῦλο Β’ στὶς 7 Δεκεμβρίου 1987, καὶ ἀργότερα ὑπεγράφη ἐπισήμως στὸ ὀλέθριο ἔγγραφο τοῦ Μπαλαμάντ τὸ 1993. Παρομοίως, ἡ Σύνοδος τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας εἶχε δηλώσει τὸ 2005 ὅτι δὲν θὰ διεξήγαγε ἐνεργῆ ἱεραποστολὴ σὲ χῶρες «χριστιανικῆς παραδόσεως», δηλαδὴ αἱρετικές. Δὲν σημαίνει ἆραγε αὐτὸ παραίτησι ἀπὸ τὴν ἐντολὴ ποὺ ἔδωσε ὁ Χριστὸς στὸ Εὐαγγέλιο, νὰ φέρωμε τὸ χαρμόσυνο μήνυμά τῆς Ἀναστάσεως καὶ νὰ βαπτίσωμε ὅλα τὰ ἔθνη; Δὲν ἀρνεῖται αὐτὸ τὴν ἴδια τὴν ἀποστολὴ τῆς Ἐκκλησίας; Ὁ Κύριός μας διδάσκει ὅτι μόνον ὁ βαπτισμένος θὰ σωθεῖ· ἀρνούμενοι ὄχι μόνον νὰ κηρύξουν τὸ Εὐαγγέλιο, ἀλλὰ καὶ κατὰ συνέπεια νὰ δεχθοῦν καὶ νὰ βαπτίσουν ἐκείνους ποὺ, εὑρισκόμενοι στὴν αἵρεσι, ἐπιθυμοῦν αὐθόρμητα νὰ ἔλθουν στὴν Ἀλήθεια, τί μεγάλο ἁμάρτημα διαπράττουν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ οἱ οἰκουμενιστές, γινόμενοι ὑπεύθυνοι ἀπωλείας ψυχῶν;

  Καθαρὴ καὶ κενὴ ρητορεία διαπνέει τὰ ἑπόμενα ἄρθρα τοῦ «Συμφώνου». Στὸ τρίτο, ὑπάρχει δέσμευσις γιὰ τὴν κοινωνικὴ συνοχὴ καὶ τὸ κοινὸ καλό, παραθέτοντας τὰ συνηθισμένα ἐπιχειρήματα ποὺ βρίσκονται στὴν παγκόσμια πολιτικὴ ἀτζέντα (εἰρήνη μεταξὺ τῶν λαῶν, ὑποδοχὴ μεταναστῶν, προστασία τῆς κτίσεως…). Δὲν θὰ μποροῦσε νὰ λείπῃ μιὰ ἀναφορὰ στὸν «ἀγῶνα κατὰ τοῦ ἀντισημιτισμοῦ, τῆς ἰσλαμοφοβίας καὶ κάθε ἄλλης μορφῆς θρησκευτικῆς διακρίσεως». Θὰ πρέπη ἆραγε νὰ καταργήσωμε τὶς ἀναφορὲς στὴ θεοκτονία ποὺ διέπραξαν οἱ Ἰουδαῖοι, οἱ σταυρωταὶ τοῦ Σωτῆρος, ἀπὸ τὰ λειτουργικά κείμενα τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως πρότεινε κάποτε ὁ οἰκουμενιστὴς ἀρχιεπίσκοπος Ἀμερικῆς Ἰάκωβος (Κουκούζης), ὁ ὁποῖος παρεμπιπτόντως βραβεύτηκε ἀπὸ τὴν ἑβραϊκὴ στοὰ Μπνάϊ Μπρίθ; Ἄλλωστε, οἱ Λατῖνοι τὸ ἔχουν ἤδη κάνει μετὰ τὴν Β’ Βατικανὴ Σύνοδο, καταργώντας τὴν προσευχὴ «ὑπὲρ τῶν ἀπίστων Ἰουδαίων» ἀπὸ τὴν τελετὴ τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, καὶ φημολογεῖται ὅτι τὸ Πατριαρχεῖο Ρουμανίας ἔχει ἤδη τυπώσει λειτουργικὰ βιβλία μέ τροποποίησι τῶν «ἐνοχοποιητικῶν» χωρίων!

  Στὸ τέταρτο ἄρθρο οἱ ὑπογράφοντες δεσμεύονται γιὰ κοινὴ μαρτυρία τοῦ Εὐαγγελίου καὶ γιὰ τὴν προώθησι τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας ὑπό τοῦ Κράτους· ἄρθρον ἀρκετὰ ρητορικό, ποὺ στὴν πραγματικότητα δεσμεύει κυρίως τοὺς Λατίνους, καθὼς εἶναι οἱ μόνοι ποὺ διαθέτουν οἰκονομικὴ καὶ πολιτικὴ ἰσχὺ, ἱκανὴ νὰ ἐπηρεάσῃ τὸ ἰταλικὸ Κράτος. Στὸ πέμπτο, τέλος, οἱ ὑπογράφοντες δεσμεύονται νὰ διατηρήσουν ἕνα «συνεχῆ καὶ ἀδελφικὸν διάλογον» μέσα ἀπὸ μία σειρὰ πρωτοβουλιῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων «περιοδικὲς συναντήσεις προσευχῆς», δηλαδὴ παραβιάσεις τῶν πολυαρίθμων ἀποστολικῶν καὶ συνοδικῶν κανόνων ποὺ ἀπαγορεύουν αὐστηρὰ τὴν κοινὴ προσευχὴ μὲ ἑτεροδόξους, κάτι ποὺ ἀντιθέτως, δυστυχῶς, ἔχει γίνει συνηθισμένη γιὰ τοὺς δικούς μας οἰκουμενιστές. Τὸ ἔγγραφο καταλήγει μὲ μιὰ προσευχητικὴ ἐπίκλησι, μέσῳ τοῦ συνηθισμένου σφετερισμένου τοῦ κακῶς ἑρμηνευμένου στίχου τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου «ἵνα ἓν ὦσιν» (ποὺ ὅπως εἶναι γνωστόν ἀναφέρεται στὴν ἑνότητα μεταξὺ τῶν πιστῶν, ὄχι τῶν πιστῶν μὲ τοὺς ἀπίστους). Ἀκολουθοῦν οἱ ὑπογραφές· ἐξ ὀρθοδόξου πλευρᾶς ὑπέγραψαν ὁ φαναριώτης Μητροπολίτης Ἰταλίας Πολύκαρπος (Σταυρόπουλος), ὁ ἐπικεφαλῆς τῆς Ρουμανικῆς Ὀρθόδοξης Ἐπισκοπῆς Ἰταλίας Σιλουανός (Σπάν) καὶ οἱ ἐκπρόσωποι τῆς Βουλγαρικῆς Ἐκκλησίας πρεσβύτερος Ἰβὰν Ἰβανώφ (ἂν καὶ ἡ Βουλγαρικὴ Ἐκκλησία δὲν συμμετέχει στὸ Π.Σ.Ε., φαίνεται ὅτι δὲν ἀπορρίπτει τέτοιες δραστηριότητες!), τῆς Σερβικῆς Ἐκκλησίας πρεσβύτερος Ντουσὰν Ντουκάνοβιτς, καὶ τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας ἱερομόναχος Ἀμβρόσιος (Ματζεγόρα). Ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους ποὺ εἶναι περισσότερο ἢ λιγότερο ἐνεργοὶ στὴν ἰταλικὴ ἐπικράτεια, λοιπόν, δὲν ὑπέγραψαν μόνον οἱ ἐκπρόσωποι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Γεωργίας, οἱ ὁποῖοι ὅμως ἔχουν ἐλάχιστη παρουσία.

  Ἂν οἱ ὑπογράφοντες θελήσουν νὰ σεβαστοῦν αὐτὰ ποὺ δεσμεύτηκαν νὰ κάνουν στὸ δεύτερο σημεῖο τοῦ συμφώνου, θὰ σταματήσουν κατὰ συν­έπεια νὰ δέχωνται τοὺς πολλοὺς Ἰταλοὺς ποὺ ἐνδιαφέρονται γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία καὶ θὰ ἤθελαν νὰ βαπτισθοῦν σύμφωνα με  τὴν πίστι τὴν ἀληθινή· θὰ περιοριστοῦν ἄρα νὰ λειτουργοῦν ὡς ἐθνικὲς παρασυναγωγές, παραμελῶντας τὸ εὐαγγελικὸ καθῆκον νὰ ἀναγγείλουν εἰς ὅλους τὴν Ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ. Πολλοί, ἄλλωστε, ἤδη ἐνεργοῦν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, δεχόμενοι μόνον μὲ δυσαρέσκεια τοὺς μεταστρεφόμενους, καὶ πάντως μὴ προσπαθῶντας μὲ κανένα τρόπο νὰ κηρύξουν τὴν ἀλήθεια στὸν δημόσιο χῶρο. Ἄλλοι θὰ μποροῦσαν ἀντιθέτως νὰ προσποιηθοῦν ὅτι δὲν συνέβη τίποτα, καὶ ὅτι ὑπέγραψαν ἕνα τόσο σοβαρὸ ἔγγραφο γιὰ καθαρῶς πολιτικὴ συμφωνία. Ἀλλὰ εἶναι δυνατὸν νὰ συμβιβάζῃ κανεὶς τὴν πίστι, καὶ νὰ δίνῃ μαρτυρία ἐναντίον της, λόγῳ πολιτικῆς καὶ διπλωματίας; Ἐπιστρέφοντας ἀπὸ τὴ Φλωρεντία τὸ 1439, πολλοὶ ποὺ εἶχαν ὑπογράψει τὴν ψευδοένωσι, ἔχοντας πεισθῆ ἀπὸ τὶς πιέσεις τοῦ αὐτοκράτορος καὶ ἀπὸ τά ἀργύρια πού τούς ἔδωσε ὁ πάπας, μετενόησαν καὶ ἀνεκάλεσαν· οἱ σημερινοί, ποὺ πείθονται ἀπὸ τὶς πιέσεις τῆς διεθνοῦς πολιτικῆς καὶ ἀπὸ τὶς δωρεὲς τοῦ πάπα (δηλαδὴ οἱ λατινικοὶ ναοὶ ποὺ παραχωροῦνται καὶ στοὺς ὁποίους στεγάζονται σχεδὸν ὅλες οἱ ὀρθόδοξες ἐνορίες στὴν Ἰταλίαν), θὰ μετανοήσουν γιὰ ὅσα ὑπογράφουν, ἢ θὰ δείξουν παρόμοια ἀδιαφορία ἀπέναντι στὸ Εὐαγγέλιο;

orthodoxostypos