Ὁ Ἅγιος Ἱλάριος Πικταβίου ὁ Ὁμολογητής τόν 4ο αἰ. διαπιστώνει, ὅτι ἡ πνευματική διάκριση τῶν ἁπλῶν Ὀρθοδόξων τούς καθιστᾷ ἐνίοτε θεολογικότερους ἀπό τούς Κληρικούς!

«Τά ὦτα τοῦ λαοῦ εἶναι ἁγιότερα ἀπό τίς καρδιές τῶν Ἱερωμένων… Σᾶς ἔχει καταλάβει κακῶς ἡ ἀγάπη τῶν τοίχων, ἔχετε κακῶς προσκυνήσει τήν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ ὑπό μορφήν ὀροφῶν καί κτηρίων, ἔχετε κακῶς σπρώξει κάτω ἀπό αὐτά τό ὄνομα τῆς εἰρήνης».

                            

Τοῦ Μοναχοῦ Σεραφείμ Ζήση

1. Ποιός εἶναι ὁ Ἅγιος Ἱλάριος Ἐπίσκοπος Πικταβίου (c. 310 – c. 367)
1α. Ἠ ἀποτελεσματική «οἰκονομία» καί διάκριση τοῦ Ἁγίου Ἱλαρίου
2. Τό θεολογικό διακύβευμα τῆς ἐποχῆς (351 – 361)
3. Σημαντικά ἀποσπάσματα τῆς ἐπιστολῆς κατά τοῦ Ἐπισκόπου Αὐξεντίου
3α. Ἡ θόλωση τῆς ἀκριβείας στά ἐκκλησιαστικά Δόγματα προετοιμάζει τήν αἵρεση, ἀλλά καί τήν εἴσοδο τοῦ Ἀντιχρίστου
3β. Ὁ Ἐπίσκοπος Αὐξέντιος εἶναι αἱρετικός καί ἀντίχριστος, μολονότι φαινομενικῶς ὁμιλεῖ ὀρθοδόξως
4. Τό Ὀρθόδοξο Ποίμνιο ἀντιλαμβάνεται ὀρθοδόξως ἐκεῖνα πού οἱ αἱρετίζοντες Ἐπίσκοποι διαστρέφουν πρός τήν αἵρεση
5. Ὁ κίνδυνος τῆς προσκολλήσεώς μας στά ἐκκλησιαστικά κτήρια· προτιμότερη ἡ Ὀρθοδοξία στίς ἐρημιές

1. Ποιός εἶναι ὁ Ἅγιος Ἱλάριος Ἐπίσκοπος Πικταβίου (c. 310 – c. 367) 

2. Τό θεολογικό διακύβευμα τῆς ἐποχῆς (351-361)

3. Σημαντικά ἀποσπάσματα τῆς ἐπιστολῆς κατά τοῦ Ἐπισκόπου Αὐξεντίου

4. Τό Ὀρθόδοξο Ποίμνιο ἀντιλαμβάνεται ὀρθοδόξως ἐκεῖνα πού οἱ αἱρετίζοντες Ἐπίσκοποι διαστρέφουν πρός τήν αἵρεση (παρ. §6)

5. Ὁ κίνδυνος τῆς προσκολλήσεώς μας στά ἐκκλησιαστικά κτήρια· προτιμότερη ἡ Ὀρθοδοξία στίς ἐρημιές (παρ. §12)

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  • [1] Εἶναι εὐνόητο, ὅτι δέν θέλουμε νά ἐμπλακοῦμε ἐδῶ σέ εἰδικότερες πτυχές τῆς Θεολογίας καί τοῦ ὕφους γραφῆς τοῦ ἱεροῦ Ἱλαρίου καί τῶν συναφῶν πρός αὐτές ἐπιστημονικῶν ἀποτιμήσεων. Συνοπτικές πληροφορίες περί τοῦ λαμπροῦ, ἁγίου, αὐτοῦ ἀνδρός μπορεῖ νά βρεῖ κάποιος στά ἑξῆς (ἐνδεικτικῶς): B. ALTANER – A. STUIBER, Patrologie, ἐκδ. Herder, Freiburg-Basel-Wien 1978, pp. 361-366. ΣΤ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Πατρολογία, τόμ. Β΄, Ἀθήνα 1990, σσ. 241-251. Ο ΑΥΤΟΣ, «Ἱλάριος. Ἐπίσκοπος Πικταβίου», ΘΗΕ 6, 861.862. Π. ΧΡΗΣΤΟΥ, Ἐκκλησιαστική Γραμματολογία, τόμ. Α΄, ἐκδ. Κυρομᾶνος, Θεσσαλονίκη 1991, σ. 244ἑ. Τό ἐκτενέστατο: E. WATSON,«Introduction. Chapter I -The Life and Writings of St. Hilary of Poitiers» καί «Introduction. Chapter II – The Theology of St. Hilary of Poitiers» in St. Hilary of Poitiers Select Works, trans. E. Watson & L. Pullan, ed. W. Sanday, in Nicene and Post-Nicene Fathers (ed. Ph. Schaff & H. Wace) 9 (Second Series), Hendrickson Publishers, Inc., Peabody MA 1995 (2nd ed.) pp. i – lvii καί lviii – xcvi. Ἀνάλυση τῆς Τριαδολογίας τοῦ Ἱλαρίου βλ. καί στό ΙΩ. ΚΑΛΟΓΗΡΟΥ, Ἱστορία τῶν Δογμάτων, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1993, τόμ. Α΄, σσ. 290-294.
  • [2] PAULUS OROSIUS, Liber Apologeticus, 1, in Corpus Scriptorum Ecclesiasticorum Latinorum, vol. 5, ed. K. Zangemeister, Vindobonae (Βιέννη) 1882, p. 604: «Patres enim et qui iam quieverunt martyres et confessores, Cyprianus, Hilarius et Ambrosius». Ἡ πληροφορία αὐτή στήν ἐκτενῆ καί χρησιμότατη ἀγγλική εἰσαγωγή τοῦE. WATSON,«Introduction. Chapter I. …», ἔνθ’ ἀνωτ., p. xxxvii.
  • [3] Τό ἔτος 1851 στήν Σύνοδο τοῦ Bordeaux ὁ Πάπας ἀνακήρυξε τόν Ἱλάριο καί «Διδάσκαλο τῆς Καθόλου Ἐκκλησίας» (δηλ. εἶναι “Universae Ecclesiae Doctor”). Βλ. https://en.wikisource.org
    Τόν Ἱλάριο ἔχουν συμπεριλάβει ὡς Ἅγιο τῆς Ἐκκλησίας μας στήν Δύση ἐπ’ ἐσχάτων τῶν χρόνων καί ὁ Ἱερομ. ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ, Νέος Συναξαριστής τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, διασκευή ἐκ τοῦ γαλλικοῦ: Σ. Γουνελᾶς, τόμ. Ε΄ (Ἰανουάριος), ἐκδ. Ἴνδικτος, Ἀθῆναι 2005, σσ. 150-152, καθώς καί ὁ Γ. Ἐ. ΠΙΠΕΡΑΚΗΣ, Πανάγιον, ἤτοι κατάλογος τῶν ὅπου γῆς Ὀρθοδόξων Ἁγίων, Μήλεσι 2006, μέ χρονολογίες κοιμήσεώς του ἀντιστοίχως τά ἔτη 368 ἤ 369. Παρομοίως ἔχει ἐνταχθεῖ καί στά online ἑορτολόγια ὀρθοδόξων δικαιοδοσιῶν, ὅπως τῆς OCA κ.ἄ. ἤ – πολύ χαρακτηρισιτκά- στό online ἐορτολόγιο τῆς «Ἀποστολικῆς Διακονίας» (https://apostoliki-diakonia.gr), πού περιλαμβάνει καί τόν Ἅγιο Ἱλάριο («Ἐπίσκοπο Πικτώνων») στίς 13 Ἰανουαρίου. Ἐπίσης, τοῦ Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς τό βιβλίο «Ὁ Πρόλογος τῆς Ἀχρίδος», τόσο στην ἔντυπη (ἐκδ. «Ἄθως», 2009), ὅσο καί στήν ψηφιακή (σερβική) ἔκδοσή του, περιλαμβάνει τόν Ἅγιο Ἱλάριο στίς 14 Ἰανουαρίου (τήν παλαιά παπική, ἐκ μεταθέσεως, ἡμερομηνία ἑορτασμοῦ του) ἀντί τῆς 13ης.
    Εὐχαριστῶ θερμῶς τούς ἀδελφούς Χ.Ν., Ἐ.Κ. καί Ε.Μ. γιά τήν πολύτιμη ἐπισήμανση τῆς μαρτυρίας καί τῶν σχετικῶν λεπτομερειῶν στίς ὡς ἄνω πηγές.
  • [4] S. EUSEBIUS IERONYMUS, Epistola LV (Ad Amandum) 5, PL 22, 564: «Et miror te hoc a me quaerere voluisse, cum sanctus Hilarius Pictaviensis Episcopus, undecimum librum contra Arianos hac quaestione et solutione compleverit»· καί ἀκόμη Epistola LVIII (Ad Paulinum), 10, PL 22, 585: «Sanctus Hilarius Gallicano cothurno attollitur; et cum Craecie floribus adornetur». Ἐπίσης, βλ. τόν ἐπανειλημμένο χαρακτηρισμό αὐτοῦ ὡς Ὁμολογητοῦ στίς λοιπές ἐπιστολές τοῦ Ἁγίου Ἱερωνύμου (PL 22, 572.603.668.740). Βλ. Ο ΑΥΤΟΣ, De Viris Illustribus 100, PL 23, 700B· «Ἱλάριος, Πικταβίων Ἀκοιτανίας ἐπίσκοπος» ἤ (αὐτόθι PL 23, 699B) «Hilarious, urbis Pictavorum Aquitaniae episcopus» κ.λπ.
    Βλ. καί ἐπιστολή τοῦ Ρουφίνου τοῦ ἔτους 397·TYRANNIUSRUFINUS, Epilogus in Apologeticum S. Pamphili Martyris ad Macarium, PG 17, 628A.B· «Hilarius Pictaviensis episcopus confessor Fidei Catholicae fuit […] tamen cum in manus inimicorum ipso ignorante venisset, ita ab eis corruptus est, illo sancto viro nihil penitus sentiente […] et ipse libelli sui fidem pro sui defensione flagitaret …».
  • [5] ΘΕΟΔΩΡΗΤΟΣ ΚΥΡΟΥ, Ἀσύγχυτος (Διάλογος Β΄- Ἐρανιστοῦ καί Ὀρθοδόξου) PG 83, 205B.
  • [6] Βλ. ΣΤ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Ἑλληνική Πατρολογία, τόμ. Β΄, ἔνθ’ ἀνωτ., σσ. 244.246καί ΒΛ. ΦΕΙΔΑΣ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, τόμ. Α΄, Ἀθήνα 1994 (β΄ ἐκδ.), σσ. 500ἑἑ.
  • [7] ΣΤ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Ἑλληνική Πατρολογία, τόμ. Β΄, ἔνθ’ ἀνωτ., σσ. 203.246.
  • [8] ΣΤ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Ἑλληνική Πατρολογία, τόμ. Β΄, ἔνθ’ ἀνωτ., σ. 246.
  • [9] Κατά τό πρωτότυπο (βλ. κάτωθι), «discordiae seminarium et perturbator Orientis». Γιά τούς ὑπηρέτες τῆς αἱρέσεως, ἀλλά καί τούς ἀδιαφόρους φίλους τους, πάντοτε ὅσοι ἀγωνίζονται ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι δῆθεν «διχαστικοί» καί «ταραχοποιοί» … Προφανῶς ἐπειδή κατά τό ἐπίσης λατινικό ρητό: «Ἡ ἀλήθεια γεννᾷ μῖσος· Veritas odium parit» (πρβλκαί Ἰω. 8, 40).
  • [10] Ὁ Λουκίφερ Ἐπίσκοπος Καλάρεως (Cagliari, 300-370) ὑπῆρξε ἀπό τούς ὑπερμάχους τῆς Ὀρθοδοξίας τῆς Νικαίας στήν Δύση καί τήν Ἀνατολή, ἀλλ’ ἡ ὑπέρ τό δέον αὐστηρή στάση του στερέωσε τό ἀντιοχειανό μεταξύ Ὀρθοδόξων σχίσμα (μεταξύ Ἁγίου Μελετίου Ἀντιοχείας καί τῶν «Εὐσταθιανῶν» ὑπό τόν Παυλῖνο), καί τήν ἀπομάκρυνση τοῦ ἰδίου ἀπό τούς λοιπούς Ὀρθοδόξους καί τόν Μ. Ἀθανάσιο.
  • [11] SULPICIUS SEVERUS, Chronicorum Libri vel Historia Sacra 2, 45, PL 20, 155Α.B: «Postremo quasi discordiae seminarium et perturbator Orientis redire ad Gallias iubetur, absque exsilii indulgentia. Verum ubi permensus est orbem paene terrarum, male perfidiae infectum, dubius animi et magna curarum mole aestuans, cum plerisque videretur non ineundam cum his communionem, qui Ariminensem synodum recepissent, optimum factu arbitratus revocare cunctos ad emendationem et paenitentiam, frequentibus intra Gallias conciliis, atque omnibus fere episcopis de errore profitentibus, apud Ariminum gesta condemnat et in statum pristinum ecclesiarum fidem reformat. […] Illud apud omnes constitit unius Hilarii beneficio Gallias nostras piaculo haeresis liberatas. Ceterum Lucifer tum Antiochiae longe diversa sententia fuit. Nam in tantum eos, qui Arimini fuerant, condemnavit, ut se etiam ab eorum communione secreverit, qui eos vel sub satisfactione vel paenitentia recepissent. Id recte an perperam constituerit dicere non ausim».
    Ἀγγλική μετάφραση τοῦ λατινικοῦ πρωτοτύπου στήν γνωστή σειρά Νικαϊκοί καί Μετα-νικαϊκοί Πατέρες: The Works of Sulpitius Severus, trans. Al. Roberts, in Nicene and Post-Nicene Fathers (ed. Ph. Schaff & H. Wace) 11 (Second Series), Hendrickson Publishers, Inc., Peabody MA 1995 (2nd ed.), p. 118f (ὅλη ἡ σειρά NPNF, καθώς καί ἡ ANF, διαθέσιμη καί στό διαδίκτυο, στήν Christian Classics Ethereal Library).
    Τήν ἀποτελεσματική αὐτή οἰκονομία τοῦ Ἱλαρίου ἐπισημαίνει καί ὁ καθηγητής ΣΤ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, ἔνθ’ ἀνωτ., σ. 246.
  • [12] S. EUSEBIUS IERONYMUS, De Viris Illustribus 100, PL 23, 702A.
  • [13] Α΄ Κορ. 12, 27 καί Ἐφ. 1, 22.23. 4, 15.16.
  • [14] Β΄ Πέτρ. 1, 4. Βεβαίως, ἐδῶ δέν σημαίνεται ὅτι ὁ ἄνθρωπος μετέχει τῆς φύσεως/οὐσίας τῆς Ἁγίας Τριάδος, δηλαδή τοῦ Θεοῦ κατ’ οὐσίαν (πρᾶγμα ἀντίθετο πρός ὅλη τήν Πίστη τῆς Ἐκκλησίας), ἀλλά ὅσον εἶναι δυνατόν, δηλαδή κατά τίς θεῖες ἐνέργειες, οἱ ὁποῖες εἶναι «ἀπαύγασμα» (ἀκτινοβολία) τὴς θείας οὐσίας. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς θεοσόφως ἑρμηνεύει τοῦτο βάσει ὅλης τῆς διαχρονικῆς Πίστεως τῆς Ἐκκλησίας, τῆς Πίστεως τῶν Ἁγίων Πατέρων· ἐξηγεῖ μεταξύ ἄλλων (βάσει τῶν ἱερῶν ἀρεοπαγιτικῶν καί ἑτέρων πατερικῶν συγγραμμάτων), ὅτι ἐνίοτε καί οἱ θεῖες ἐνέργειες ὀνομάζονται «οὐσία» (ἤ «φύσις»), ὁπότε καί ἡ θεία οὐσία ὀνομάζεται – πρός διάκρισιν – «ὑπερούσιος οὐσία», καί καταλήγει: «Εὕροις δ’ ἄν παραπλησίως καί τήν τῆς φύσεως προσηγορίαν κἀπί τῶν φυσικῶς προσόντων τιθεμένην, ὡς καί ὁ τῶν Γρηγορίων θεολογικώτατός φησί που τῶν Ἐπῶν […] Λέγεται τοιγαροῦν καί τά φυσικά “φύσις”, ὡς καί αὐτός ὁ μέγας Διονύσιος ἀλλαχοῦ φησι […] Ἴδοι δ’ ἄν τις καί τούς ἔξωθεν σοφούς οὐσίαν οὐ τήν ἑκάστου μόνον φύσιν ὀνομάζοντας, ἀλλά καί τά φυσικά καί οὐσιώδη». ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, Θεοφάνης ἤ Περί Θεότητος 17, ἔκδ. Π. ΧΡΗΣΤΟΥ, Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ Συγγράμματα, τόμ. 2, σ. 243 (ΕΠΕ 3, 410.412).
  • [15] Μ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, Περί τῶν γενομένων ἐν τῇ Ἀριμίνῳ τῆς Ἰταλίας καί ἐν Σελευκείᾳ τῆς Ἰσαυρίας Συνόδων 45, PG 26, 773C-776A (ΕΠΕ 10, 276).
  • [16] Βλ. λεπτομέρειες στό ΒΛ. ΦΕΙΔΑΣ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, ἔνθ’ ἀνωτ., 497ἑἑ. Τήν καταπολέμηση τῆς θεολογίας τοῦ ἐπιδραστικοῦ Εὐνομίου, Ἐπισκόπου Κυζίκου, ἐκ τῶν ἡγετῶν τῶν «Ἀνομοίων», ἀναπτύσσειὁ Θ. ΖΗΣΗΣ, «Εἰσαγωγή» στό Βασιλείου τοῦ Μεγάλου Δογματικά ἔργα, Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας (ΕΠΕ), τόμ. 10, ἐκδ. «Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς», Θεσσαλονίκη 1974, σσ. 9-26.
  • [17] Πρβλ. ἐνδεικτικῶς τήν ἀρειανική ἀπαρέσκεια πρός τόν ὅρο περί Χριστοῦ «Θεός ἀληθινός»: Μ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, Πρός τούς Ἐπισκόπους Αἰγύπτου καί Λιβύης ἐπιστολή ἐγκύκλιος 12, PG 25b, 564 (ΕΠΕ 10, 52): «Λέγουσι γοῦν [οἱ Ἀρειανοί], ὅτι “Οὐδέ Θεός ἀληθινός ἐστιν ὁ Χριστός, ἀλλά μετοχῇ καί αὐτός, ὥσπερ καί οἱ ἄλλοι πάντες, λέγεται θεός”».
    Ὁ ὅρος «ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Πατρός» ὑπῆρχε καί στό Σύμβολο Νικαίας (325), ἀλλά δέν παρέμεινε μετά τίς τροποποιήσεις-προσθῆκες τῆς Β΄Οἰκουμενικῆς Συνόδου (381).
    Περί τῆς ταυτίσεως τοῦ ὅρου «ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ» μέ τόν ὅρο «ὁμοούσιος», καί τῆς διακρίσεώς του ἀπό τόν ἁπλούστερο (ὅθεν καί ἀσαφέστερο καί εὐανάτρεπτο ἀπό τούς Ἀρειανούς) ὅρο «ἐκ τοῦ Θεοῦ», βλ. Μ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, Ὅτι ἡ ἐν Νικαίᾳ Σύνοδος ἑωρακυῖα τήν πανουργίαν τῶν περί Εὐσέβιον, 22.23, PG 25b, 456Β.C.D (ΕΠΕ 9, 90): «Ταὐτόν γάρ ἡγήσαντο τό λέγειν “ἐκ τοῦ Θεοῦ” καί τό λέγειν “ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ” εἶναι τόν Λόγον, ἐπεί καί τό “Θεός”, καθά προεῖπον, οὐδέν ἕτερον ἤ τήν οὐσίαν αὐτοῦ τοῦ ὄντος σημαίνει. Εἰ μέν οὖν μή “ἐκ τοῦ Θεοῦ” ἐστιν ὁ Λόγος, ὡς ἄν εἴη Υἱός φύσει γνήσιος ἐκ Πατρός, ἀλλ’ ὡς τά κτίσματα διά τό δεδημιουργῆσθαι λέγεται καί αὐτός, ὡς τά πάντα, “ἐκ τοῦ Θεοῦ”, οὔτε ἐκ τῆς οὐσίας ἐστί τοῦ Πατρός οὔτε αὐτός ὁ Υἱὸς κατ’ οὐσίαν ἐστίν Υἱός, ἀλλ’ ἐξ ἀρετῆς, ὡς ἡμεῖς οἱ κατά χάριν καλούμενοι υἱοί. Εἰ δέ “ἐκ τοῦ Θεοῦ” ἐστι μόνος ὡς Υἱός γνήσιος, ὥσπερ οὖν καί ἔστι, λεχθείη ἄν εἰκότως καί “ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ” ὁ Υἱός […] Οὕτω δή τοῦ λόγου φανέντος εὐσεβοῦς ἀκόλουθον ἄν εἴη μηδέ ἐπί τῷ “ὁμοουσίῳ” ξενίζεσθαι τούς χριστομάχους, ἐχούσης καί τῆς λέξεως ταύτης ὑγιῆ τήν διάνοιαν καί τήν ἀπόδειξιν […]». Παρομοίως καί Ο ΑΥΤΟΣ, Περί τῶν γενομένων ἐν τῇ Ἀριμίνῳ τῆς Ἰταλίας καί ἐν Σελευκείᾳ τῆς Ἰσαυρίας Συνόδων 45, PG 26, 773C.D (ΕΠΕ 10, 274.276): «Ἐπειδή δέ καί οἱ περί Εὐσέβιον καί Ἄρειον “πρό χρόνων” μέν “εἶναι τόν Υἱόν” ἔλεγον, πεποιῆσθαι μέντοι καί ἕνα τῶν κτισμάτων Αὐτόν ἐδίδασκον, καί τό “ἐκ τοῦ Θεοῦ” οὐχ ὡς Υἱόν ἐκ Πατρός γνήσιον ἐπίστευον, ἀλλ’ ὡς τά κτίσματα […] τούτου χάριν οἱ ἐν Νικαίᾳ συνελθόντες […] λευκότερον γράφοντες εἰρήκασι τό “ὁμοούσιον”, ἵνα καί τό γνήσιον ἀληθῶς ἐκ τούτου γνωσθῇ τοῦ Υἱοῦ, καί μηδέν κοινόν ἔχῃ πρός Τοῦτον τά γενητά [δηλ. τά κτίσματα]»· καί αὐτόθι 36, PG 26, 756C (ΕΠΕ 10, 250): «Ταῦτα καί ἡ Σύνοδος συνορῶσα καί εἰδυῖα [γνωρίζουσα] τήν ἐκ τῆς ὁμωνυμίας διαφορίαν, ὑπέρ τοῦ μή τινας ὑπονοεῖν κατά τήν κτίσιν οὕτω λέγεσθαι καί τόν Υἱόν “ἐκ τοῦ Θεοῦ”, λευκότερον ἔγραψαν “ἐκ τῆς οὐσίας” τόν Υἱόν. Ἐκ μέν γάρ τούτου τό γνήσιον ἀληθῶς Υἱοῦ πρός τόν Πατέρα γνωρίζεται, ἐκ δέ τοῦ λέγεσθαι ἁπλῶς “ἐκ τοῦ Θεοῦ” τό βούλημα τῆς δημιουργίας τοῦ κτίζοντος σημαίνεται».
    Περί τῆς θεολογικῆς ἐπικινδυνότητος τοῦ ὅρου «ὁμοιούσιος» ἐν ἀντιθέσει πρός τόν διαυγέστατο καί ἀκριβέστατο «ὁμοούσιος», βλ. αὐτόθι, 53, PG 26, 788C-789A (ΕΠΕ 10, 296): «Τό ὅμοιον οὐκ ἐπί τῶν οὐσιῶν, ἀλλ’ ἐπί σχημάτων καί ποιοτήτων λέγεται ὅμοιον· ἐπί γάρ τῶν οὐσιῶν οὐχ ὁμοιότης, ἀλλά ταυτότης ἄν λεχθείη […] Διό καί ὁ λέγων “ὅμοιον κατ’ οὐσίαν” ἐκ μετουσίας τοῦτο λέγει ὅμοιον […] Τά γάρ ἐκ μετουσίας οὐκ ἀληθείᾳ, ἀλλ’ ὁμοιώσει τῆς ἀληθείας λέγεται ὅμοια, ὥστε καί μεταπίπτειν καί ἀφαιρεῖσθαι δύνασθαι ἀπό τῶν μετεχόντων τήν μετάληψιν. Τοῦτο δέ πάλιν ἴδιον τῶν κτισμάτων καί ποιημάτων ἐστιν […] Φύσει δέ ὤν καί οὐ μετοχή [Υἱός] οὐκ ἄν κυρίως λεχθείη ὁμοιούσιος [ὁ Υἱός καί Λόγος], ἀλλ’ ὁμοούσιος».
    Περί τοῦ αὐτοῦ θέματος: Ο ΑΥΤΟΣ, Ὅτι ἡ ἐν Νικαίᾳ Σύνοδος ἑωρακυῖα τήν πανουργίαν τῶν περί Εὐσέβιον, 20, PG 25b, 452Β.D (ΕΠΕ 9, 82.84)· «Ἠναγκάσθησαν καί αὐτοί αὖθις συναγαγεῖν ἐκ τῶν Γραφῶν τήν διάνοιαν καί, ἅπερ πρότερον ἔλεγον, ταῦτα πάλιν λευκότερον εἰπεῖν καί γράψαι, ὁμοούσιον εἶναι τῷ Πατρί τόν Υἱόν, ἵνα μή μόνον ὅμοιον τόν Υἱόν, ἀλλά ταὐτόν τῇ ὁμοιώσει ἐκ τοῦ Πατρός εἶναι σημαίνωσι, καί ἄλλην οὖσαν τήν τοῦ Υἱοῦ ὁμοίωσιν καί ἀτρεψίαν δείξωσι παρά τήν ἐν ἡμῖν λεγομένην μίμησιν, ἥν ἐξ ἀρετῆς διά τήν τῶν ἐντολῶν τήρησιν ἡμεῖς προσλαμβάνομεν […] τό “ἐκ τῆς οὐσίας” καί τό “ὁμοούσιον” ἀναιρετικά τῶν τῆς ἀσεβείας λογαρίων εἰσίν».
    Καί ἐπίσης: αὐτόθι, 23, PG 25b, 457A (ΕΠΕ 9, 92) «Οὐ γάρ ἑτεροειδές, ἵνα μή ξένον καί ἀνόμοιον τῇ οὐσίᾳ τοῦ Πατρός ἐπιμιγνύηται, οὐδέ ἔξωθεν ἁπλῶς ὅμοιος, ἵνα μή καθ’ ἕτερον ἤ ὅλως ἑτεροούσιος φαίνηται, ὥσπερ χαλκός στίλβων καί χρυσός καί ἄργυρος καί κασσίτερος. Ταῦτα γάρ ξένα καί ἑτεροφυῆ ἀλλήλων καί ἀπεσχοινισμένα τῇ φύσει καί τῇ δυνάμει τυγχάνουσι· καί οὔτε ὁ χαλκός ἴδιος τοῦ χρυσοῦ οὔτε ἡ φάσσα ἐκ τῆς περιστερᾶς, ἀλλά ὅμοια μέν νομίζεται εἶναι, ἑτεροούσια δέ ἀλλήλων ἐστίν».
  • [18] Βλ. B. ALTANER – A. STUIBER, ἔνθ’ ἀνωτ., p. 363: «In c. 66/91 wendet er sich an die homöusianischen Bischöfe des Orients. In entgegenkommender, weitherziger Darlegung sucht er zu zeigen, daß einerseits das ὁμοιούσιος orthodox, anderseits aber auch das ὁμοούσιος falsch verstanden werden könne; recht aufgefaßt, sei jedoch das ὁμοούσιος ungleich zutreffender als das ὁμοιούσιος […] Durch seine Stellungnahme hat Hilarius den Zusammenschluß der Nizäer und Homöusianer vorbereitet».
    Γιά τήν ἐγγύτητα ἤ μᾶλλον ταυτότητα πίστεως τῶν Ὁμοιουσιανῶν πρός τούς «ὁμοουσιανούς» (Ὀρθοδόξους, Νικαϊκούς), βλ. Μ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, Περί τῶν γενομένων ἐν τῇ Ἀριμίνῳ τῆς Ἰταλίας καί ἐν Σελευκείᾳ τῆς Ἰσαυρίας Συνόδων 41, PG 26, 764D-765A (ΕΠΕ 10, 262): «[…] πρός δέ τούς ἀποδεχομένους τά μέν ἄλλα πάντα τῶν ἐν Νικαίᾳ γραφέντων, περί δέ μόνον τό ὁμοούσιον ἀμφιβάλλοντας, χρή μή ὡς πρός ἐχθρούς διακεῖσθαι. Καί γάρ καί ἡμεῖς οὐχ ὡς πρός Ἀρειομανίτας οὐδ’ ὡς μαχομένους πρός τούς Πατέρας ἐνιστάμεθα, ἀλλ’ ὡς ἀδελφοί πρός ἀδελφούς διαλεγόμεθα τήν αὐτήν μέν ἡμῖν διάνοιαν ἔχοντας, περί δέ τό ὄνομα μόνον διστάζοντας. Καί γάρ ὁμολογοῦντες “ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Πατρός” εἶναι καί “μή ἐξ ἑτέρας ὑποστάσεως [=οὐσίας]” τόν Υἱόν, κτίσμα τε μή εἶναι μηδέ ποίημα Αὐτόν, ἀλλά γνήσιον καί φύσει γέννημα ἀϊδίως τε Αὐτόν συνεῖναι τῷ Πατρί, Λόγον ὄντα καί Σοφίαν, οὐ μακράν εἰσιν ἀποδέξασθαι καί τήν τοῦ ὁμοουσίου λέξιν» (ἐκεῖνο τόν καιρό ἀκόμη οἱ λέξεις «οὐσία» καί «ὑπόστασις» ταυτίζονταν).
  • [19] Βλ. τό τελευταῖο μέρος τῆς παραπάνω σημειώσεως 17.
  • [20] Μ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, Περί τῶν γενομένων ἐν τῇ Ἀριμίνῳ τῆς Ἰταλίας καί ἐν Σελευκείᾳ τῆς Ἰσαυρίας Συνόδων 9, PG 26, 693C (ΕΠΕ 10, 166):«Τούτων ἀναγνωσθέντων οὐ μακράν ἐγνώσθη τῶν γραψάντων ἡ πανουργία […] Καί λοιπόν κατεγνώσθησαν ὡς οὐ γνησίως, ἀλλ’ ἐπ’ ἀναιρέσει τῶν ἐν Νικαίᾳ πραχθέντων γράψαντες ταῦτα, ἵνα τήν δυσώνυμον αἵρεσιν ἀντεισάξωσι». Πρβλ. καί ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, Λόγος ἀντιρρητικός πρός Ἀκίνδυνον 6, 10(24), ἔκδ. Π. ΧΡΗΣΤΟΥ, Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ Συγγράμματα, τόμ. 3, σ. 40 (ΕΠΕ 6, 356.358) «Οὕτως ἀεί τά τῶν γεγραμμένων ἐπαμφοτερίζειν δοκοῦντα καί δυσνόητα καί ἀσαφῆ προσφιλές δοκεῖ καταφύγιον τοῖς κακοδόξοις, ἄλλοθεν πανταχόθεν ἐξαπορουμένοις».
  • [21] HILARIUS PICTAVIENSIS,Contra Arianos vel Auxentium Mediolanensem 6, PL 10, 613B.
  • [22] HILARIUS PICTAVIENSIS,Contra Arianos vel Auxentium Mediolanensem 4, PL 10, 611B· «Diligi se gloriatur a mundo, quae Christi esse non potuit, nisi eam mundus odisset» (δηλ. «Καυχᾶται ὅτι ἐκτιμᾶται ἀπό τόν κόσμο, ἐκείνη [ἡ Ἐκκλησία, δηλ.] ἡ ὁποία δέν θά μποροῦσε νά εἶναι τοῦ Χριστοῦ, ἄν δέν τήν μισοῦσε ὁ κόσμος»). Πρβλ. Γαλ. 1, 10.
  • [23] Βλ. Β΄ Κορ. 11, 14. Πρβλ. καί Γαλ. 1, 8.
  • [24] Β΄ Κορ. 11, 14.
  • [25] HILARIUS PICTAVIENSIS,Contra Arianos vel Auxentium Mediolanensem 5, PL 10, 611C – 612A: «Circumscripta enim ratio eorum coelestibus libris docetur: ac necesse est in ipsam nos aetatem antichristi incidisse, cujus, secundum Apostolum (II Cor. XI, 14), ministris in lucis se angelum transformantibus, ab omnium fere sensu et conscientia is qui est Christus aboletur. Ut enim erroris affirmatio certa sit, incerta veri opinio antefertur: sitque antichristo jam pervium, Christum eum esse se fallere, de quo nunc usque dissensum sit. Hinc illae variae opiniones, hinc sub unius Christi fide praedicatio plurimorum, hinc nuper Arii spiritus ex angelo diaboli in lucis angelum transfiguratus: cujus haereditas omnis ad Valentem, Ursacium, Auxentium, Germinium, Gaium successit atque defluxit. Nam ipsi nunc Christum novum, per quem antichristus subreperet, intulerunt».
  • [26] Καί ὁ Μ. Ἀθανάσιος ἐπισημαίνει θεοπρεπεῖς ἐκφράσεις τῆς Ἁγίας Γραφῆς πού θά μποροῦσαν νά ἀποδοθοῦν καί σέ κτίσματα (δημιουργήματα), καί συνεπῶς ἡ χρήση τους γιά τόν Χριστό δέν ἐξασφαλίζει τήν ὁμολογία τῆς Θεότητός Του (Ὅτι ἡ ἐν Νικαίᾳ Σύνοδος ἑωρακυῖα τήν πανουργίαν τῶν περί Εὐσέβιον, 20, PG 25b, 449C.452A [ΕΠΕ 9, 80.82]) .
  • [27] Σημαντικό στοιχεῖο τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας, εἶναι ὅτι τά δημιουργήματα (κτίσματα, πλάσματα) τοῦ Θεοῦ ἐρχόμαστε στήν ὕπαρξη χάρη στήν θέληση (βούληση) τοῦ Θεοῦ· ὄχι ὅμως ὁ Υἱός καί τό Ἅγιον Πνεῦμα, οἱ ὁποῖοι ἐκπηγάζουν «φύσει» ἀπό τόν Πατέρα· χαρακτηριστικό τό τοῦ Μ. Ἀθανασίου: «… εὐσεβῶς ἄν λεχθείη, ὅτι τά μέν γενητά εὐδοκίᾳ καί βουλήσει γέγονεν, ὁ δέ Υἱός οὐ θελήματός ἐστι δημιούργημα ἐπιγεγονώς, καθάπερ ἡ κτίσις, ἀλλά φύσει τῆς οὐσίας ἴδιον γέννημα» (Κατά Ἀρειανῶν 3, 63, PG 26, 456C. ΕΠΕ 3, 184).
  • [28] Ὅτι εἶναι ἄλλο πρᾶγμα τό νά εἶναι κάποιος ἤ κάτι «ἐκ Θεοῦ», δηλ. «ἀπό τόν Θεό» (καθώς λέμε σήμερα: αὐτό τό ἐμπόδιο ἦταν «ἐκ Θεοῦ»), καί ἄλλο πρᾶγμα τό νά εἶναι «ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ», δηλαδή ὁ Υἱός καί τό Ἅγιον Πνεῦμα, οἱ ὁμοούσιοι τῷ Πατρί, τό ἐπισημαίνει καί ὁ Μ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, Περί τῶν γενομένων ἐν τῇ Ἀριμίνῳ τῆς Ἰταλίας καί ἐν Σελευκείᾳ τῆς Ἰσαυρίας Συνόδων 36, PG 26, 756C (ΕΠΕ 10, 250): «… λευκότερον ἔγραψαν “ἐκ τῆς οὐσίας” τόν Υἱόν. Ἐκ μέν γάρ τούτου τό γνήσιον ἀληθῶς υἱοῦ πρός τόν πατέρα γνωρίζεται, ἐκ δέ τοῦ λέγεσθαι ἁπλῶς “ἐκ τοῦ Θεοῦ” τό βούλημα τῆς δημιουργίας τοῦ κτίζοντος σημαίνεται». Βλ. καί Δ. ΛΙΑΛΙΟΥ, Ἑρμηνεία τῶν δογματικῶν καί συμβολικῶν κειμένων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τόμ. Α΄, ἐκδ. Ἀφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1992, σ. 45.
  • [29] Κοινωνία (μετοχή) τῆς θελήσεως καί χάριτος τοῦ Θεοῦ ἔχουν καί τά κτίσματα, ὅπως οἱ Ἅγγελοι καί οἱ ἄνθρωποι (πρβλ. Ψαλμ. 13, 2 καί Ἰω. 1, 16, Ἰακ. 4, 6), ἀλλά κοινωνία οὐσίας, δηλαδή φύσεως ἤ Θεότητος (ὡς οὐσίας), ἔχουν μόνον τά Τρία Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος, Πατήρ, Υἱός καί Ἅγιον Πνεῦμα.
    Τό ὅτι τό χωρίο τοῦτο (Ἰω. 10, 30, «ἐγώ καί ὁ Πατήρ ἕν ἐσμεν») οἱ Ἀρειανοί τό διαστρέβλωναν ὡς δῆθεν «ὁμοφωνία» καί «συμφωνία τῶν δογμάτων» τοῦ Χριστοῦ πρός τόν Πατέρα, ἀλλά ὄχι ὡς ὁμοουσιότητα Πατρός καί Υἱοῦ (Χριστοῦ), ἐπισημαίνει καί ὁ Μ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, Περί τῶν γενομένων ἐν τῇ Ἀριμίνῳ τῆς Ἰταλίας καί ἐν Σελευκείᾳ τῆς Ἰσαυρίας Συνόδων 48, PG 26, 780A (ΕΠΕ 10, 282).
  • [30] Ἐρωτᾷ ρητορικῶς ὁ Ἱλάριος γιατί ὁ Αὐξέντιος καί οἱ ὁμόφρονες χρησιμοποιοῦν τίς συγκεκριμένες θεοπρεπεῖς φράσεις περί τοῦ Χριστοῦ, καί ἀπαντᾷ: διότι αὐτές οἱ ἴδιες μποροῦν νά ἀποδοθοῦν καί σέ κτίσματα, καί συνεπῶς δέν ἐξασφαλίζουν τήν ὁμολογία στήν πλήρη, τέλεια, Θεότητα τοῦ Χριστοῦ.
  • [31] Βλ. Γαλ. 3, 26.27.
  • [32] Πράγματι, καί οἱ ἀγγελικές δυνάμεις (καί ὁ διάβολος, ὤν κατά φύσιν ἄγγελος) ὑπῆρχαν πρό τοῦ ὑλικοῦ κόσμου (λ.χ. κατά τόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό [PG 94, 873A.B] ), ὁπότε ὑπῆρχαν καί πρό τοῦ χρὀνου καί τῶν αἰώνων (ὑπό τήν στενή ἔννοιά τους), τά ὁποῖα ἄρχονται μέ τήν ὑλική κτίση (ἐξ οὗ καί τό πολύ σημαντικό ἐδάφιο Ἰώβ 38, 7).
  • [33] HILARIUS PICTAVIENSIS,Contra Arianos vel Auxentium Mediolanensem 6, PL 10, 612B – 613A: «Volunt enim hunc suum Christum non ejus divinitatis esse cujus et Pater est; sed esse potentem et praestantem caeteris aliis creaturis creaturam, eumque per voluntatem Dei ex nihilo substitisse: et eum ante omnia quidem saecula, et ante omne omnino tempus natum ex Deo Deum esse; sed non ex substantia Dei esse, neque divinae in eo nativitatis, majestatisque ejus, quae Dei est intelligendam veritatem; ne quam verus sit Deus qui pater est, tam verus sit Deus qui filius est: ut id, quod unum esse Filius et Pater in Evangeliis praedicantur (Joan. X, 30), in voluntatis tantum sit et charitatis societate, non in divinitatis veritate. Quae si in Filio non eadem est ipsa illa quae Dei est, ut in confessione fidei Deus unus sit; cur Deum Filium, cur ante tempora et saecula confitentur, nisi quia Dei nomen sancto cuique per indulgentiam aeternitatis est destinatum? Aut regenerati omnes non vere Dei filii sunt, aut angeli omnes, per Christum utique conditi, non ante omnia tempora et ante omnia omnino saecula sunt creati? Verum ad antichristum minori invidia introducendum, miserisque credendum, tribuunt Christo Dei nomen; quia hoc et hominibus sit tributum: fatentur vere Dei filium; quia sacramento baptismi vere Dei filius unusquisque perficitur: ante tempora et saecula confitentur; quod de angelis atque diabolo est non negandum. Ita Domino Christo sola illa tribuuntur, quae sunt vel angelorum propria, vel nostra. Caeterum, quod Deo Christo legitimum et verum est, Christus Deus verus, id est, eadem esse Filii quae Patris divinitas denegatur».
  • [34] Πρβλ. καί Δ. ΛΙΑΛΙΟΥ, Ἑρμηνεία …, ἔνθ’ ἀνωτ., σ. 52: «Ἐπίσης τόν αὐτό σκοπό [ὑπερασπίσεως τῆς ἀϊδίου γεννήσεως τοῦ Υἱοῦ ἀπό τόν Πατέρα] ἐξυπηρετεῖ καί ἡ φράση “Θεόν ἀληθινόν ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ”, ἡ ὁποία σέ συνεπτυγμένη μορφή “Θεόν ἀληθινόν” ἀπαντᾷ στό Σύμβολο τῆς ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων καί προφανῶς προέρχεται ἀπό τό Ἰω. 5, 20, ἐνῷ στήν ἀνεπτυγμένη μορφή ἀπαντᾶ στό Σύμβολο τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἀντιοχείας. Ὁ ἅγ. Ἀθανάσιος ταυτίζει τήν ἀλήθεια περί τῆς θεότητος μέ τήν οὐσία τοῦ Πατρός, ὅταν γράφη “ἵνα γνῶσιν, ὅτι ὅν ἄν ἔξωθεν τῆς οὐσίας τοῦ Πατρός ἐπινοήσωσι Θεόν, οὗτος οὐκ ἔστιν ἀληθινός, οὐδέ τοῦ Μόνου καί Πρώτου Εἰκών καί Υἱός”» [βλ. PG 26, 337B.C].
  • [35] «Ἀεί», δηλαδή «πάντοτε», ὑπάρχει μόνον ὁ Θεός, ἡ Ἁγία Τριάς («μόνος δέ ὁ Θεός ἀεί ὤν, μᾶλλον δέ καί ὑπέρ τό ἀεί», PG 94, 868B)· εἶναι δηλαδή «ἄναρχος», χωρίς χρονική ἀφετηρία, χωρίς χρονική ἀρχή (ἔναρξη) ὑπάρξεως· ὅλα τά ἄλλα ὄντα (Ἄγγελοι, ἄνθρωποι, κ.λπ.) εἶναι δημιουργήματα, καί συνεπῶς ἦλθαν σέ ὕπαρξη κάποια χρονική στιγμή, καί εἶναι δηλαδή χρονικῶς «ἀρκτά» καί ὄχι «ἄναρχα».
  • [36] HILARIUS PICTAVIENSIS,Contra Arianos vel Auxentium Mediolanensem 6, PL 10, 613A.B: «Et hujus quidem usque adhuc impietatis fraude perficitur, ut jam sub antichristi sacerdotibus Christi populus non occidat, dum hoc putant illi fidei esse, quod vocis est. Audiunt Deum Christum; putant esse quod dicitur. Audiunt filium Dei; putant in Dei nativitate inesse Dei veritatem. Audiunt ante tempora; putant idipsum ante tempora esse, quod semper est. Sanctiores aures plebis, quam corda sunt sacerdotum. Si Deum verum Ariani praedicant Christum, Deum sine fraude confessi sunt: quod si Deum dicunt, et negant verum; tribuunt nomen, et adimunt veritatem.»
  • [37] Οἱ παράγραφοι αὐτές (§§ 7-11) εὑρίσκονται στήν PL 10, 613B – 616B.
  • [38] Ματθ. 24, 15 καί Β΄Θεσ. 2, 4.
  • [39] HILARIUS PICTAVIENSIS,Contra Arianos vel Auxentium Mediolanensem 12, PL 10, 616B – 617A: «Arcanum igitur tam pestiferi mysterii optassem, Fratres, ipse potius quam per litteras revelare, et omnes blasphemias Auxentii verbis singulis explicare. Verum quia id non licet, saltem unusquisque quod sibi liceat intelligat. Multa alia proferre Ecclesiae me pudor inhibet, et committere epistolae Arianorum blasphemiarum dedecora pertimesco. Unum moneo: cavete antichristum: male enim vos parietum amor cepit, male Ecclesiam Dei in tectis aedificiisque veneramini, male sub his pacis nomen ingeritis (haec citat Facundus, Spicil. t. III, p. 118). Anne ambiguum est, in his antichristum esse sessurum? Montes mihi, et sylvae, et lacus, et carceres, et voragines sunt tutiores: in his enim prophetae, aut manentes, aut demersi, Dei spiritu prophetabant. Absistite itaque ab Auxentio satanae angelo, hoste Christi, vastatore perdito, fidei negatore: quam sic est regi professus, ut falleret; sic fefellit, ut blasphemaret. Congreget nunc ille quas volet in me synodos, et haereticum me, ut saepe jam fecit, publico titulo proscribat, et quantam volet iram in me potentium moliatur: mihi certe ille numquam aliud quam diabolus erit, quia Arianus est: neque pax aliquorum umquam optabitur, nisi eorum, qui secundum patrum nostrorum apud Nicaeam tractatum, anathematizatis Arianis, Christum Deum verum praedicabunt».
  • [40] Ἐπιστολή σμς΄(246) Θεοδοσίῳ Ἐπισκόπῳ, PG 78, 685Α – ΕΠΕ 2, 354.356: «Ὅτι γάρ τό ἄθροισμα τῶν ἁγίων τό ἐξ ὀρθῆς Πίστεως καί πολιτείας ἀρίστης συγκεκροτημένον Ἐκκλησία ἐστί, δῆλόν ἐστι τοῖς σοφίας γευσαμένοις […] ἄλλο ἐστίν Ἐκκλησία καί ἄλλο ἐκκλησιαστήριον· ἡ μέν γάρ ἐξ ἀμώμων ψυχῶν συνέστηκε, τό δ’ ἀπό λίθων καί ξύλων οἰκοδομεῖται […] Οὐ γάρ τοίχων ἕνεκεν, ἀλλά ψυχῶν, δεῦρ’ ἐπεφοίτησεν ὁ τῶν οὐρανῶν Βασιλεύς»».
    Βλ. καί τό δικό μας: «Τήν Όρθοδοξία ἤ τά Προσκυνήματα; Μία μικρή τρήση στόν ἑλληνικό ἐθνοφυλετισμό» (19 Ὀκτ 2020) katanixi.gr

Κατάνυξη