ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ (Mικρό σχόλιο)


ΣΥΝΑΞΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΜΟΝΑΧΩΝ
ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΚΟΛΥΜΠΑΡΙΟΥ ΣΤΟ ΟΥΚΡΑΝΙΚΟ ΣΧΙΣΜΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ «ΕΝΩΣΗ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ»

Τί δέoν γενέσθαι;


ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ
ΑΦΥΠΝΙΣΗΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ


   Ἐφ’ ὅσον ἐπιτρέπεται καὶ ἡ ἄλλη γνώμη:


Μία πρώτη μικρὴ κριτική-σχόλιο στὴν «Διακήρυξη». Θὰ ἐπακολουθήσει μία ἀναλυτικότερη:

Διακήρυξη ποὺ ἀκολουθεῖ, τῆς «Συνάξεως Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν», εἶναι ἕνα κείμενο μὲ καίριες ἐπισημάνσεις καὶ καίρια ἐρωτήματα, ποὺ καταδεικνύει τὴ φαρσοκωμωδία τοῦ Οὐκρανικοῦ. Θὰ μᾶς ἐπιτρέψουν ὅμως οἱ συντάκτες του νὰ ἐπισημάνουμε ὅτι δὲν κατανοοῦν, ἢ βλέπουν μὲ λάθος τρόπο τὰ προβλήματα. Τὸ χειρότερο: στὴν Διακήρυξή τους βλέπει κανεὶς μιὰ προσπάθειά νὰ ἀποσείσουν ἀπὸ πάνω τους εὐθύνες καὶ λανθασμένες ἐπιλογὲς τοῦ παρελθόντος καὶ νὰ ἀποκομίσουν βραβεῖα καὶ τιμές, ἀντὶ νὰ ζητήσουν κάποια συγγνώμη.
Μαζὶ δηλαδὴ μὲ τὴν ἀδιαμφισβήτητη διάθεσή τους γιὰ ΑΦΥΠΝΙΣΗ, θέλουν νὰ κάνουν νὰ ξεχαστοῦν  οἱ τεράστιες εὐθύνες τους ἐκ τοῦ ὅτι, μὲ τὴν μέθοδο τῆς «ἄχρι καιροῦ» ἀντιμετώπισης πάνω ἀπὸ μιὰ δεκαετία τοῦ Οἰκουμενισμοῦ (καὶ ἀναφερόμαστε κυρίως μετὰ τὴν ἔλευση τοῦ Πάπα στὴν Ἀθήνα, ποὺ ὁ Θεὸς τὴν ἐπέτρεψε γιὰ νὰ ἀφυπνιστοῦν οἱ πιστοί· καὶ πράγματι τότε μιὰ μεγάλη μερίδα ἀφυπνίστηκε) καὶ μὲ τὴν διακήρυξη/ἀπειλὴ ἀποτειχίσεως στὶς «Ὁμολογίες Πίστεως» (ἄνευ ὅμως ἀντικρύσματος) ἀποσυντόνισαν τὸν ἀγώνα καὶ ἀπογοήτευσαν τοὺς πιστούς, καὶ οὐσιαστικὰ τὸν διέλυσαν! Καὶ τὸ κυριότερο μὲ τὴν στήριξη τῶν «εὐσεβῶν» ἐπισκόπων (ποὺ τώρα κατάλαβαν ὅτι ἤσαν προδότες) ΕΠΕΤΡΕΨΑΝ τὴν πραγματοποίηση τῆς ΚΟΛΥΜΠΑΡΙΑΣ Συνόδου (ποὺ ἂν ὑπῆρχε ἄραγες=συμπαγὲς καὶ μαζικὸ μέτωπο δὲν θὰ ἐπραγματοποιεῖτο) καὶ βέβαια -στὴν συνέχεια- ἦρθε σὰν συνέπεια καὶ τὸ Οὐκρανικὸ σχίσμα.
Γράφουν:

«Τὰ δύο ἄθεσμα, ἀντικανονικά, ἀντισυνοδικὰ καὶ ἀντορθόδοξα γεγονότα, ἡ ψευδοσύνοδος τοῦ Κολυμπαρίου (Ἰούνιος 2016) καὶ τὸ ψευδοαυτοκέφαλό της Οὐκρανίας (Ἰανουάριος 2019), δὲν εἶναι ἄσχετα μεταξύ τους. Προέρχονται ἀμφότερα ἀπὸ τὴ ἐπιδίωξη τῆς Κωνσταντινούπολης νὰ μεταλλάξει, νὰ μεταβάλει τὰ μέχρι τώρα «πρεσβεία τιμῆς», τὰ ὁποία ὅλες οἱ τοπικὲς ἐκκλησίες σέβονται καὶ ἀναγνωρίζουν, σὲ «πρωτεῖο ἐξουσίας» ἐπὶ παγκοσμίου ἐπιπέδου.».
Ἤδη ἐδῶ φαίνεται ὁλοκάθαρα ἡ προσπάθειά τους. Παρατηροῦμε ὅτι βλέπουν σωστὰ τὴν «Πρωτειομανία» τοῦ Φαναρίου, ἀλλὰ δὲν βλέπουν ὅτι ἡ «Πρωτειομανία» αὐτὴ εἶναι μέρος τῆς οἰκουμενιστικῆς ἀσθένειας (ἔχουν προσβληθεῖ ἀπ’ αὐτὴ καὶ οἱ περισσότεροι ἐπίσκοποι στὸ δικό τους χῶρο ἕκαστος), εἶναι σατανικὴ ὑποβολὴ τῶν ἡγετικῶν ἐγκεφάλων ποὺ διακινοῦν τὸ αἱρετικὸ οἰκουμενιστικὸ σύστημα, ὥστε μὲ τὸ «κόκκαλο» (ἢ τὸ «μῆλο») τοῦ πρωτείου, τοὺς παρέσυραν στὸν Οἰκουμενιστικὸ «παράδεισο» τῆς ἐξουσιολαγνείας, καὶ δι’ αὐτῆς τοὺς ὁδηγοῦν στὴν Πανθρησκεία.
Δὲν βλέπουν λοιπόν, ὅτι στὸν Οἰκουμενισμὸ εἶναι ἐγκλωβισμένες καὶ οἱ ἄλλες Ἐκκλησίες, μὲ πρώτη τὴ Μόσχα, ἡ ὁποία ἐπιπλέον ἔχει ἀσθενήσει κι αὐτὴ -σὲ ἄλλου χαρακτῆρος, ἀλλὰ ἰδίου ἐπιπέδου βαθμό- μὲ τὸ μικρόβιο τῆς «Πρωτειομανίας»!
Δυστυχῶς, σχεδὸν ὅλες οἱ τοπικὲς Ἐκκλησίες καὶ στὸ Π.Σ.Ε. ἀνήκουν, καὶ μὲ τὸν Πάπα συμπροσεύχονται (μέσα στὰ πλαίσια τῶν Οἰκουμενιστικῶν διαλόγων), ἀλλὰ καὶ ἔχουν ἀποδεχθεῖ τὶς ἄλλες διμερεῖς-πολυμερεῖς συμφωνίες μὲ τοὺς αἱρετικούς (ὅπως π.χ. τοῦ Balamand). Ἔχουν ἀποδεχθεῖ τὸν Οἰκουμενισμό, καὶ προσυνοδικὰ ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ψευτοσύνοδο (ἀκόμα καὶ αὐτὴ ἡ Ρωσία). Καὶ μάλιστα ἀποδέχτηκαν ἐγγράφως κάποιες ἔστω ἀπὸ τὶς Οἰκουμενιστικὲς προτάσεις ποὺ τελικὰ ὑλοποιήθηκαν στὴν Κρήτη. Ἀκόμα καὶ γιὰ τὸ θέμα τῆς Οὐνίας, δὲν μᾶς πείθουν ὅτι δὲν ἔχουν ἐμπλακεῖ στὸ οὐνιτικὸ ἀλισβερίσι, ἀφοῦ ἔχουν δημοσιοποιηθεῖ διάφορες ἐνέργειες τῶν περὶ τὴν Μόσχα Ἐπισκόπων (Ὀνούφριος, Ἰλαρίωνας, Κύριλλος Μόσχας), οἱ ὁποῖες τὸ καταδεικνύουν.
Γιατί λοιπόν, ἡ ὁμάδα Ζήση (ποὺ συνέταξε τὴ Διακήρυξη) στρέφει μονόπλευρα τὰ πυρὰ τῆς κατὰ τοῦ Φαναρίου;
[Ἐδῶ νὰ ἐπισημάνουμε ὅτι ἡ Ζηζιούλια κακοδοξία, δὲν πολεμεῖται μὲ τὸ προβληματικὸ κείμενο τοῦ μ. Σεραφεὶμ Ζήση, τὸ ὁποῖο χαρακτηρίζουν ὡς λαμπρὸ οἱ συντάκτες τῆς Διακηρύξεως αὐτῆς (στοὺς συντάκτες περιλαμβάνεται καὶ ὁ πατέρας του, ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος ὁ π. Σεραφείμ, ὁ ὁποῖος ὀφείλει νὰ ἀπαντήσει στὴν κριτικὴ ποὺ τοῦ ἀσκήθηκε γιὰ σημαντικὰ λάθη, βλ. ἐδῶ].
Τέλος, ἡ ἀκοινωνησία μὲ τοὺς αἱρετικούς, δὲν ἐπιβάλλεται μόνο (ὅπως προβλέπει ὁ 10ος Κανὼν τῆς Ἀντιοχείας) στοὺς καταδικασμένους αἱρετικοὺς ἢ σχισματικοὺς ἐπὶ ποινὴ καθαιρέσεως, ἀλλὰ οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἐφαρμόζουν τὴν ἀκοινωνησία πρὸς κάθε αἱρετικό. Καλύτερα τὴν ἐφάρμοζαν, ὄχι μόνο σὲ ἀποδεδειγμένα αἱρετικό, ἀλλὰ ἀκόμα καὶ σὲ …ὑποψία αἱρέσεως ἢ κοινωνίας μὲ αὐτήν. (Πολλὰ εἶναι τὰ κείμενα ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ προσκομίσουμε· τὰ γνωρίζουν ὅμως οἱ συντάκτες τῆς Διακηρύξεως, ὅπως π.χ. ἐκεῖνα τοῦ Μ. Βασιλείου). Ἄλλωστε ὁ ΙΕ΄ Κανὼν ποὺ προβλέπει τὴν ἀποτείχιση, κανὼν ἀκοινωνησίας δὲν εἶναι;
Γιατί λοιπόν, ρίχνουν τὸ βάρος στὴν ἀκοινωνησία μόνο λόγῳ τοῦ Οὐκρανικοῦ, ἐνῶ ἐπιτρέπουν τὴν κοινωνία μὲ ὅσους κοινωνοῦν μὲ τοὺς Οἰκουμενιστές, ἀκυρώνοντας ἔτσι τὴν ἀποτείχιση-ἀκοινωνησία μετὰ τοῦ Βαρθολομαίου, καὶ χωρίζουν τοὺς ἑαυτούς τους ἀκόμα καὶ ἀπὸ ὅσους ἀποτειχίστηκαν;
              Μήπως θὰ πρέπει νὰ δοῦν τὴν ἀφύπνιση καὶ τὴν ἀντίσταση μὲ τὰ μάτια τῶν Ἁγίων, κι ὄχι μόνο τὰ δικά τους; Μήπως θὰ πρέπει νὰ κάνουν πρόσκληση σὲ ὅλους, καὶ σὲ αὐτοὺς ποὺ τοὺς ἔχουν ἀποκλείσει ἐξαιτίας τῆς καλοπροαίρετης κριτικῆς ποὺ ἀσκοῦν; Μήπως ὁ Κύριος ζητᾶ ἑνότητα κι ἀγάπη κι ὄχι ἀποκλεισμούς; Μήπως ἡ ἑνότητα προσελκύσει τὴν θεία Χάρη;

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΚΟΛΥΜΠΑΡΙΟΥ ΣΤΟ ΟΥΚΡΑΝΙΚΟ ΣΧΙΣΜΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ «ΕΝΩΣΗ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ»
Τί δέoν γενέσθαι;
ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ

Εἰσαγωγικό Σημείωμα
Ἐπειδή ἡ Διακήρυξη ξεπέρασε τήν ἔκταση πού ὑπολογίζαμε, γιά νά μή δειλιάσει κανείς καί ἀποφύγει νά τήν διαβάσει παρουσιάζουμε ὡς κίνητρο καί καθρέπτη τά περιεχόμενά της:
1. Ἡ νέα παπίζουσα ἐκκλησιολογία τοῦ Φαναρίου ἐγέννησε τήν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης καί τό ψευδοαυτοκέφαλο τῆς Οὐκρανίας.
2. Ἡ ἐν τῇ πράξει (de facto) ἐφαρμογή τοῦ νέου «πρωτείου» στό Κολυμπάρι.
3. Οἱ δύο βασικοί στόχοι τῆς «συνόδου» στό Κολυμπάρι.
4. Καί τό Οὐκρανικό συνδέεται μέ τό Κολυμπάρι καί μέ τό νέο «πρωτεῖο» τῆς Κωνσταντινούπολης
5. Τελικός στόχος ἡ ὁλοκλήρωση τῆς ἤδη ὑφιστάμενης ἕνωσης μέ τόν πάπα καί τούς ἄλλους αἱρετικούς
6. Ἀνάγκη ἐπείγουσας ἀφύπνισης καί Ὀρθόδοξης ἀντίστασης. Τί δέον γενέσθαι;
1. ῾Η νέα παπίζουσα ἐκκλησιολογία τοῦ Φαναρίου ἐγέννησε τήν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης καί τό ψευδοαυτοκέφαλο τῆς Οὐκρανίας.
Δέν ἔχουν ἀκόμη κοπάσει οἱ ἀντιδράσεις, οἱ διαιρέσεις καί οἱ ἀμφισβητήσεις πού προκάλεσε ἡ ψευδοσύνοδος τοῦ Κολυμπαρίου τῆς Κρήτης (Ἰούνιος 2016), καί προστέθηκε τώρα ἄλλη ἐμφανέστερη καί προκλητικότερη αἰτία ἐνδοορθόδοξης ἀναστάτωσης. Πρόκειται γιά τήν ἀντικανονική ἀπόδοση αὐτοκεφαλίας στούς σχισματικούς τῆς Οὐκρανίας ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο μέ ἀπαράδεκτη καί ἄθεσμη εἰσπήδηση στήν κανονική δικαιοδοσία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας, ἀλλά καί χωρίς νά τηρηθεῖ καμμία κανονική προϋπόθεση γιά τήν ἀναγνώριση τῆς ἱερωσύνης αὐτοχειροτόνητων, ἀχειροτόνητων, καθηρημένων καί ἀναθεματισμένων κληρικῶν. Τό χειρότερο δέ πού τινάζει στόν ἀέρα τήν κανονική τάξη καί νομιμότητα, ἀλλά καί τήν διαβόητη εὐχαριστιακή ἐκκλησιολογία, εἶναι ὅτι στόν ἴδιο τόπο, στήν μητρόπολη Κιέβου, στήν πρωτεύουσα τῆς Οὐκρανίας, ἐκλέγεται καί τοποθετεῖται δεύτερος μητροπολίτης ἐκ τῶν σχισματικῶν, ὁ Ἐπιφάνιος, ἐνῶ ὑπάρχει ὁ κανονικός καί ἀναγνωριζόμενος ἀπό ὅλους τούς Ὀρθοδόξους μητροπολίτης Κιέβου Ὀνούφριος, μέλος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας.
Γιά ὅσους ἐπιμένουν νά δικαιολογοῦν τίς ἀντικανονικές ἐνέργειες τῆς Κωνσταντινούπολης, διαστρέφοντας καί παρερμηνεύοντας τά ἱστορικά καί κανονικά πλαίσια, ὅπως μέ πολλές μελέτες ἔχει κατοχυρωθῆ1, ὑπενθυμίζουμε ἐπιπλέον ὅτι ἡ «πῆξις», δηλαδή ἡ ἵδρυση, ἑτέρου θυσιαστηρίου δίπλα στό ὑφιστάμενο εἶναι ὁλοφάνερη σχισματική ἐνέργεια, τήν ὁποία ἀπορρίπτει καί καταδικάζει ἡ Ἐκκλησία διά τῶν αἰώνων. Οἱ σχισματικοί τῆς Οὐκρανίας καταδικάσθηκαν καί ἀναθεματίσθηκαν συνοδικά ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας, διότι «ἔπηξαν» δικά τους θυσιαστήρια, δημιούργησαν δική τους παράλληλη ἐκκλησία καί σύνοδο, δική τους διοίκηση, στήν Οὐκρανία. Στό ἴδιο κανονικό καί ἐκκλησιολογικό παράπτωμα ὑπέπεσε ἡ Κωνσταντινούπολη, μέ τό νά τοποθετήσει αὐθαίρετα καί νά «νομιμοποιήσει» δεύτερο μητροπολίτη Κιέβου δίπλα στόν κανονικό καί ἔχοντα τήν ἀποστολική διαδοχή μητροπολίτη ᾽Ονούφριο. Σέ ποιά σειρά τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς τοποθετεῖται ὁ νέος μητροπολίτης Ἐπιφάνιος; Ποιός εἶναι διάδοχος τοῦ προηγουμένου μητροπολίτου Βλαδιμήρου καί τῶν πρό αὐτοῦ, ἕνας ἑνός, καί ὄχι δύο ἑνός; Δέν εἶναι μόνον ὁ ᾽Ονούφριος; Δέν ἀποτελεῖ ἡ ἐκλογή καί τοποθέτηση δευτέρου ἐπισκόπου προσβολή τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς, συστατικοῦ τοῦ μυστηρίου τῆς ἱερωσύνης; Πῶς θά ἔνιωθαν ὅσοι ἐπίσκοποι ἔσπευσαν, ἀνθρωπάρεσκα καί ἐθνοφυλετικά, νά ἀναγνωρίσουν τόν σχισματικό μητροπολίτη, ἄν ἐγίνετο τό ἴδιο καί στήν δική τους ἐπαρχία, ἄν ὁ πατριάρχης ἤ ὁ οἱοσδήποτε προκαθήμενος τοποθετοῦσε καί δεύτερο μητροπολίτη Δημητριάδος, Μεσσηνίας, Λαγκαδᾶ, Κορίνθου, Πατρῶν κ.τ.λ.;
Τά δύο ἄθεσμα, ἀντικανονικά, ἀντισυνοδικά καί ἀντορθόδοξα γεγονότα, ἡ ψευδοσύνοδος τοῦ Κολυμπαρίου (Ἰούνιος 2016) καί τό ψευδοαυτοκέφαλο τῆς Οὐκρανίας (Ἰανουάριος 2019), δέν εἶναι ἄσχετα μεταξύ τους. Προέρχονται ἀμφότερα ἀπό τή ἐπιδίωξη τῆς Κωνσταντινούπολης νά μεταλλάξει, νά μεταβάλει τά μέχρι τώρα «πρεσβεῖα τιμῆς», τά ὁποῖα ὅλες οἱ τοπικές ἐκκλησίες σέβονται καί ἀναγνωρίζουν, σέ «πρωτεῖο ἐξουσίας» ἐπί παγκοσμίου ἐπιπέδου. Ὁ οἰκουμενικός πατριάρχης, δηλαδή, νά μήν εἶναι ἁπλῶς ὁ προκαθήμενος τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, ὅπως θέλει ἡ Ὀρθόδοξη Παράδοση, τιμητικά πρῶτος μεταξύ τῶν ἄλλων ἴσων πρός αὐτόν προκαθημένων, «πρῶτος μεταξύ ἴσων» (primus inter pares), ἀλλά πρῶτος ὑπεράνω τῶν μή ἴσων πρός αὐτόν προκαθημένων, «πρῶτος ἄνευ ἴσων» (primus sine paribus), πατριάρχης ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων κατά τήν νέα παπίζουσα ἐκκλησιολογία τοῦ Φαναρίου. Καταργεῖται δηλαδή ἡ ἰσότητα ὅλων τῶν ἐπισκόπων, καί προβάλλεται ἡ παγκόσμια δικαιοδοσία τοῦ πρώτου, ὁ ὁποῖος μάλιστα ἐσχάτως χαρακτηρίζεται, ἀμαθῶς ἤ σκοπίμως, καί ὡς κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, πρᾶγμα πού ἀποτελεῖ βλασφημία ἐναντίον τοῦ ἱδρυτοῦ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Κυρίου Ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος μόνος κατά τήν Ἁγία Γραφή καί τήν Πατερική Παράδοση εἶναι ἡ κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ κατά τόν 20ό αἰώνα, ὡς καί τόν παρόντα, προσπάθεια τῆς Κωνσταντινούπολης νά ἀλλάξει τά «πρεσβεῖα τιμῆς» τῆς πρωτόθρονης Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως σέ «πρωτεῖο ἐξουσίας», τό ὁποῖο καί ἡ ἴδια ἀπέρριπτε, μέχρι καί τοῦ τέλους τοῦ 19ου αἰῶνος, καταδικάζουσα τό μοναρχικό καί ἐξουσιαστικό πρωτεῖο τοῦ πάπα, ὀφείλεται σέ ἱστορικούς λόγους πού ἐπενδύονται τώρα μέ ἀνόητα θεολογικά ἐπιχειρήματα. Μετά τό πλῆγμα τῆς Μικρασιατικῆς Καταστροφῆς (1922) καί τήν δίωξη τῶν Ἑλλήνων τῆς Κωνσταντινούπολης (1955 καί ἑξῆς) βρέθηκε οὐσιαστικά χωρίς ποίμνιο. Οἱ περισσότεροι ἀπό τούς ἀρχιερεῖς εἶναι ποιμένες χωρίς πρόβατα. Ἡ ἐκκλησιαστική αὐτή ἀποδυνάμωση καί ἐξασθένηση, ἀντί νά ὁδηγήσει στήν ἀναζήτηση τῶν πνευματικῶν λόγων, πού ὁδήγησαν γιά πρώτη φορά στό νά χαθοῦν οἱ ἑπτά λυχνίες, οἱ ἑπτά ἐκκλησίες τῆς Ἀποκαλύψεως, στήν Μικρά Ἀσία, ἀντίθετα ὁδήγησε στήν ὑπερηφάνεια καί στήν ἐκκοσμίκευση. Ἀφοῦ δέν ὑπῆρχε πλέον ποίμνιο, λαός τοῦ Θεοῦ, γιά νά τόν ποιμάνουν τοπικά, ἔπρεπε νά ἀποκτήσουν ὑπερτοπική ἁρμοδιότητα, ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως νά μήν εἶναι ἁπλῶς ὁ προκαθήμενος τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, ἴσος πρός τούς ἄλλους προκαθημένους, ἀλλά νά ἀποκτήσει ὑπερτοπική ἁρμοδιότητα, νά γίνει πάπας τῆς Ἀνατολῆς, πρῶτος σέ παγκόσμιο ἐπίπεδο. Ἄρχισε ἔτσι νά διαμορφώνεται ἡ αἱρετίζουσα νέα ἐκκλησιολογία τοῦ Φαναρίου, τῆς ὁποίας πικροί καρποί εἶναι ἡ ψευδοσύνοδος τοῦ Κολυμπαρίου τῆς Κρήτης (2016) καί τό ψευδοαυτοκέφαλο τῶν Οὐκρανῶν Σχισματικῶν (2019). Διαμορφωτής αὐτῆς τῆς νέας ἐκκλησιολογίας ἐκ τῶν παλαιῶν εἶναι ὁ μητροπολίτης Περγάμου Ἰωάννης Ζηζιούλας, ἐκ τῶν νεωτέρων μέ προκλητική ἀθεολόγητη θρασύτητα ὁ νῦν ἀρχιεπίσκοπος Ἀμερικῆς, ὁ ἀπό Προύσης Ἐλπιδοφόρος Λαμπρυνιάδης, καί μερικοί ἄλλοι νεοφανεῖς ἀστέρες, πού δέν ἔχουν καμμία σχέση μέ τήν Μεγάλη Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως, πού ἐλάμπρυνε καί ἐμεγάλυνε τήν Ὀρθοδοξία μέχρι καί τό τέλος τοῦ 19ου αἰῶνος.
Τίς περί πρωτείου ἀντορθόδοξες ἀπόψεις του ἐπεχείρησε ὁ μητροπολίτης Περγάμου νά περάσει στήν Ραβέννα τῆς Ἰταλίας τόν Ὀκτώβριο τοῦ 2007, στό κοινό κείμενο τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου Ὀρθοδόξων καί Παπικῶν, ὅπου στήν παράγραφο 43 τοῦ κειμένου γίνεται ἀποδεκτό ὅτι τό πρωτεῖο πρέπει νά κατανοηθεῖ σέ τρία ἐπίπεδα: α) τοπικό β) ἐπαρχιακό καί γ) παγκόσμιο. Ὡς τοπικό ἐννοεῖται τό πρωτεῖο τοῦ ἐπισκόπου, ὡς ἐπαρχιακό τοῦ μητροπολίτου ἤ πατριάρχου καί ὡς παγκόσμιο τό πρωτεῖο τοῦ πάπα στήν Δύση καί τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου στήν Ἀνατολή. Τό πρωτοφανές τῆς βλάσφημης περγάμειας θεολογίας εὑρίσκεται εἰς τό ὅτι ἐπεχείρησε νά δώσει καί τριαδολογική θεμελίωση στό πρωτεῖο, ἰσχυριζόμενος ὅτι ὅπως στήν Ἁγία Τριάδα ὑπάρχει τό πρωτεῖο τοῦ Πατρός, ἔτσι καί στήν Ἐκκλησία πρέπει νά ὑπάρχει κάποιος πρῶτος.
Τό κείμενο τῆς Ραβέννας δέχθηκε αὐστηρή κριτική καί ἀπό τοπικές ἐκκλησίες καί ἀπό σοβαρούς θεολόγους. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας ἀνέθεσε σέ Εἰδική Συνοδική Θεολογική Ἐπιτροπή νά ἐξετάσει τά ἀποφασισθέντα στήν Ραβέννα, καί ἐπί τῇ βάσει τῆς εἰσηγήσεως τῆς Ἐπιτροπῆς διεμόρφωσε τήν δική της θέση σέ συνεδρία τῆς Ἱερᾶς Συνόδου πού ἔγινε στίς 25-26 Ὀκτωβρίου τοῦ 2013. Στήν πρώτη παράγραφο αὐτῆς τῆς θέσης λέγεται ὅτι «Στήν Ἁγία τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία τό πρωτεῖο κατά πάντα ἀνήκει στήν Κεφαλή της τόν Κύριο καί Σωτήρα ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό Υἱό τοῦ Θεοῦ καί Υἱό τοῦ ἀνθρώπου». Ἀπορρίπτεται ἡ ἄποψη περί παγκοσμίου πρωτείου, ὡς ἐκκλησιολογική ἀλλοίωση ἐκ μέρους τοῦ Παπισμοῦ, καί λέγεται ὀρθῶς ὅτι κατά τήν πρώτη χιλιετία τό «πρωτεῖο τιμῆς» ἀνῆκε στόν θρόνο τῆς Ρώμης, μετά ὅμως τήν ἀπόσχιση τῆς Ρώμης περιῆλθε στόν ἑπόμενο κατά τήν σειρά τῶν Διπτύχων θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Καί προστίθεται: «Ἔκτοτε ἕως καί σήμερα τά πρωτεῖα τιμῆς σέ παγκόσμιο ἐπίπεδο στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀνήκουν στόν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ὡς πρῶτο μεταξύ ἴσων Προκαθημένων τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν». Ἐπαναλαμβάνεται καί γιά δεύτερη φορά αὐτή ἡ θέση, ὥστε νά μή ἐπιρρίπτεται εὔκολα στήν Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας ἡ μομφή πώς δῆθεν δέν ἀναγνωρίζει τό «πρωτεῖο τιμῆς» τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως. Αὐτό πού δέν ἀναγνωρίζει ἡ Μόσχα καί ὅλες οἱ τοπικές ἐκκλησίες, ἀλλά καί ἡ ἴδια ἡ Κωνσταντινούπολη γιά τόν ἑαυτό της μέχρι τό τέλος τοῦ 19ου αἰῶνος, εἶναι τό παπικό «πρωτεῖο ἐξουσίας» σέ παγκόσμιο ἐπίπεδο. Λέγει ἡ Ρωσική Σύνοδος καί πάλι στήν παράγραφο 5: «Τό πρωτεῖο στήν ἀνά τήν Οἰκουμένη Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, τό ὁποῖο ἀπό τήν ἴδια τήν φύση του ἀποτελεῖ πρωτεῖο τιμῆς καί ὄχι ἐξουσίας, ἔχει μεγάλη σημασία διά τήν Ὀρθόδοξη μαρτυρία στόν σύγχρονο κόσμο. Ἡ Πατριαρχική Καθέδρα τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἔχει πρωτεῖα τιμῆς ἐπί τῇ βάσει τῶν Ἱερῶν Διπτύχων, τά ὁποῖα ἀναγνωρίζονται ὑφ᾽ ὅλων τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν».
Δέν ἄρεσε βέβαια στούς ἀνώριμους νέους θεολόγους τοῦ Φαναρίου ἡ ἀντίδραση στό κείμενο τῆς Ραβέννας, ἡ μή ἀποδοχή ἑνός παγκοσμίου πρώτου καί ἡ ἀπολύτως ὀρθόδοξη θέση ὅτι ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως εἶναι «πρῶτος μεταξύ ἴσων». Ἰδιαίτερα δέν ἄρεσε ἡ θέση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας πού ἀπέρριπτε τό κείμενο τῆς Ραβέννας. Γι᾽ αὐτό καί σέ νέα συνάντηση τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Διαλόγου στό Ἀμμάν τῆς Ἰορδανίας τό 2014 ἐπιχειρήθηκε νά θεμελιωθεῖ ἰσχυρότερα τό πρωτεῖο τοῦ Κωνσταντινουπόλεως ἐπάνω στό δόγμα τῆς Ἁγίας Τριάδος, πρᾶγμα πού οὔτε οἱ Παπικοί ἐτόλμησαν νά κάνουν, διότι καί αὐτοί θεμελιώνουν τό πρωτεῖο τοῦ πάπα στόν Ἀπόστολο Πέτρο. Ἔμειναν γι᾽ αὐτό ἔκπληκτοι γιά τό τόλμημα αὐτό τῶν Ὀρθοδόξων, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ἔγκυρα ὁ πάντα καλά πρηροφορημένος ἐκλεκτός δημοσιογράφος Γ. Παπαθανασόπουλος2. Τήν νέα ἐκκλησιολογία τοῦ Φαναρίου στηριζόμενη πλέον στήν μοναρχία τοῦ Πατρός μέσα στήν Ἁγία Τριάδα ἀνέλαβε νά διαδώσει εὐρύτερα, ἐδῶ καί ἐκεῖ, ὁ ἀπό Προύσης τώρα Ἀρχιεπίσκοπος Ἀμερικῆς Ἐλπιδοφόρος, στόν ὁποῖο ὀφείλουμε τήν ἀντιπατερική καί ἀντισυνοδική, τήν ἀντικωνσταντινουπολίτικη θέση, ὅτι ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης δέν εἶναι «πρῶτος μεταξύ ἴσων», ἀλλά «πρῶτος ἄνευ ἴσων». Μέ νεώτερη ἀνατρεπτική του θέση ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἀμερικῆς ἰσχυρίζεται ὅτι ἡ ἄρνηση ἀναγνωρίσεως ἑνός Πρώτου στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία συνιστᾶ αἵρεση.
Τίς θέσεις τῶν μητροπολιτῶν Περγάμου Ἰωάννη καί τότε Προύσης Ἐλπιδοφόρου, νῦν Ἀμερικῆς, ἐπέκριναν τό 2014 ὡς λατινογενεῖς μέ ἰσχυρή θεολογική τεκμηρίωση σέ κοινό κείμενο οἱ Μητροπολῖτες Δρυϊνουπόλεως Ἀνδρέας, Γλυφάδας Παῦλος (†), Κυθήρων Σεραφείμ, Πειραιῶς Σεραφείμ, Αἰτωλίας Κοσμᾶς καί Γόρτυνος Ἰερεμίας3, ἐνωρίτερα δέ τό 2011 ἡ Σύναξη Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καί Μοναχῶν4. Τό σύνολο δέ αὐτῆς τῆς προβληματικῆς γιά τήν νέα ἐκκλησιολογία τοῦ Φαναρίου παρουσίασε ἐσχάτως στήν λαμπρή εἰσήγησή του μέ θέμα «Ἡ ἐνδοτριαδική μοναρχία τοῦ Πατρός καί ὁ καινοφανής μονάρχης τῆς φαναριωτικῆς ἐκκλησιολογίας»5 ὁ μοναχός Σεραφείμ Ζήσης στήν ἐπίσης λαμπρή Ἡμερίδα μέ τίτλο «Τό Οὐκρανικό Αὐτοκέφαλο καί ἡ Νέα Ἐκκλησιολογία τοῦ Φαναρίου»6, πού ὀργάνωσαν στήν Θεσσαλονίκη τόν περασμένο Ἰούνιο τρία χριστιανικά σωματεῖα τῆς πόλεως καί ἡ ἱστορική «Σύναξη Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καί Μοναχῶν».
2. Ἡ ἐν τῇ πράξει (de facto) ἐφαρμογή τοῦ νέου πρωτείου στό Κολυμπάρι
Θά ἦταν ἀσφαλῶς μεγάλη ἐπιτυχία τῆς Κωνσταντινούπολης, ἄν κατόρθωναν οἱ ἐκπρόσωποί της μαζί μέ τούς Παπικούς θεολόγους νά περάσουν σέ κείμενο τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου τήν νέα γιά τούς Ὀρθοδόξους κατανόηση τοῦ πρωτείου ὡς πρωτείου ἐξουσίας ἐπί παγκοσμίου ἐπιπέδου. Παρόμοια ἐπιτυχία εἶχαν κατορθώσει στό Balamand τοῦ Λιβάνου τό 1993, ὅπου στό κείμενο τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Διαλόγου, ὄχι μόνο ἀθωώθηκε ἡ πρό ὀλίγων ἐτῶν καταδικασθεῖσα Οὐνία στό Freising τοῦ Μονάχου τό 1990, ἀλλά ἐπί πλέον γιά πρώτη φορά ἐξουσιοδοτημένοι ἀπό τίς τοπικές ἐκκλησίες «Ὀρθόδοξοι» θεολόγοι (εὐτυχῶς ἀπουσίαζαν πολλές αὐτοκέφαλες ἐκκλησίες) ἀρνήθηκαν ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι μόνον αὐτή ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία καί δέχθηκαν ὅτι συναποτελεῖ μέ τούς Παπικούς τήν Μία Ἐκκλησία, ὅτι εἶναι ἀπό κοινοῦ ὑπεύθυνες γιά τήν διαποίμανση τῆς Ἐκκλησίας καί ὅτι ἡ ἀποστολική διαδοχή, ἡ ὁμολογία τῆς ἀποστολικῆς πίστεως, ἡ ἱερωσύνη, τά μυστήρια, «δέν δύνανται νά θεωρηθοῦν ὡς ἀποκλειστική ἰδιοκτησία μιᾶς τῶν ἡμετέρων Ἐκλησιῶν»7. Ὁ δρόμος γιά τήν ἐκκλησιοποίηση τῆς αἱρέσεως τοῦ Παπισμοῦ καί τῶν ἄλλων αἱρέσεων, πού ἐπιτεύχθηκε στό Κολυμπάρι τό 2016, εἶχε ἀνοίξει στό Balamand τό 1993.
Μέ τό παγκόσμιο πάντως πρωτεῖο τοῦ πάπα καί τοῦ πατριάρχη τῆς Κωνσταντινούπολης δέν κατορθώθηκε τό ἴδιο χάρις στήν ἰσχυρή ἀντίδραση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας. Ὅ,τι, ὅμως, δέν κατορθώθηκε θεολογικά, θεωρητικά, στόν Διάλογο προωθήθηκε στήν πράξη μέ τήν προετοιμασία τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, ὅπου ἡ Κωνσταντινούπολη ἐφαρμόζει τά δικά της σχέδια, τήν δική της ἀτζέντα, αὐθαιρετοῦσα καί αἰφνιδιάζουσα μέ ἐνέργειες τοῦ «πρώτου». Μοίρασε βέβαια μερικά ψίχουλα τοῦ νέου «πρωτείου ἐξουσίας» στούς προκαθημένους τῶν τοπικῶν ἐκκλησιῶν μέ τήν δημιουργία τοῦ ἄγνωστου θεσμοῦ τῆς «Σύναξης τῶν Προκαθημένων», σάν ἕνα εἶδος Συμβουλίου τῶν Καρδιναλίων τῆς παπικῆς αὐλῆς, μέ ἀντίστοιχο περιορισμό τῶν τοπικῶν συνόδων καί τραυματισμό τοῦ συνοδικοῦ συστήματος, ἰδιαίτερα μέ προσβολή τῆς ἰσότητος τῶν ἐπισκόπων γιά πρώτη φορά στήν συνοδική ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ σύγκληση καί ἡ λειτουργία τῆς ψευδοσυνόδου τοῦ Κολυμπαρίου δέν ἔχει καμμία σχέση μέ τά συνοδικά δεδομένα τῆς Ὀρθόδοξης Παράδοσης. Πρόκειται γιά «ἕνα νέο εἶδος συνόδου» κατά τήν εἰλικρινῆ ἐκτίμηση τοῦ ἀρχιεπισκόπου Ἀλβανίας Ἀναστασίου, ὁ ὁποῖος μέ τήν στάση του τώρα στό Οὐκρανικό φαίνεται νά ἀντιλαμβάνεται ὅτι κάτι δέν πάει καλά μέ τό συνοδικό σύστημα διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας, τό ὁποῖο μεταβάλλεται σέ μοναρχικό παπικοῦ τύπου.
Ἐμεῖς μέ πλῆθος δημοσιευμάτων καί ὀργάνωση ἡμερίδων ἀντιδράσαμε καί πρίν καί μετά τήν σύγκληση καί λειτουργία τῆς ψευδοσυνόδου τοῦ Κολυμπαρίου, γιατί διαβλέπαμε πώς θά λειτουργοῦσε μοναρχικά καί ἀντισυνοδικά καί ποιοί ἦταν οἱ βασικοί της στόχοι8. Ἀπέκλεισε ἐν πρώτοις τό Φανάρι σέ μία πανορθόδοξη σύνοδο, ἡ ὁποία μάλιστα εἶχε προγραμματισθῆ ὡς οἰκουμενική9, τή συμμετοχή ὅλων τῶν ἐπισκόπων. Ἀπό τούς 800 συνολικά Ὀρθοδόξους ἐπισκόπους ἔλαβαν μέρος μόνον οἱ 160, οὔτε δηλαδή τό ἕνα τέταρτο τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ, ἑπομένως τά τρία τέταρτα τῶν Ὀρθοδόξων πιστῶν δέν ἀντιπροσωπεύθηκαν στήν, ὑποτίθεται, πανορθόδοξη σύνοδο. Ὁ «πρῶτος» καί οἱ περί αὐτόν γνωρίζοντες ὅτι, ἐάν ἐλάμβαναν μέρος ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι, θά ὑπῆρχαν ἀνεξέλεγκτες ἀντιδράσεις στήν προώθηση τῶν οἰκουμενιστικῶν καί ἀντιπαραδοσιακῶν στόχων ἀπό πολλούς ἀντιοικουμενιστάς καί παραδοσιακούς ἐπισκόπους, ὅρισαν ὅτι μόνον 24 ἐπίσκοποι ἀπό κάθε ἐκκλησία ἠμποροῦσαν νά λάβουν μέρος, ὁπότε θά γινόταν καί κάποιο εἶδος ἐπιθυμητῆς ἐπιλογῆς. Ἰδιαίτερα μέ αὐτό ἐπιδιώχθηκε νά ἀποδυναμωθεῖ ἡ Ρωσική Ἐκκλησία, ἡ ὁποία μέ τούς τετρακοσίους ἐπισκόπους της θά καθόριζε τήν γραμμή τῆς «συνόδου». Ἀλλά ἀκόμη καί τούς 160 δέν σεβάσθηκαν, γιατί γιά πρώτη φορά ἐπίσης στήν συνοδική ἱστορία ἀπαγορεύθηκε ἡ ψῆφος στούς ἐπισκόπους. Ἐψήφισαν μόνον οἱ προκαθήμενοι, οἱ δέκα παραστάντες ἀπό τούς δεκατέσσαρες, οἱ δέ 160 ἐπίσκοποι ἦσαν ἄβουλα ὄργανα πού ὑπέγραφαν ὅ,τι ἐψήφιζαν οἱ 10 «πρῶτοι». Ὑπῆρξε μάλιστα περίπτωση συνοδικοῦ κειμένου, αὐτοῦ γιά τίς «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», τό ὁποῖο ἀρνήθηκαν νά ὑπογράψουν οἱ δεκαεπτά (17) ἀπό τούς εἴκοσι τέσσαρες ἐπισκόπους (24) τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας, καί γιά τόν λόγο αὐτό ἔπρεπε νά μή ἐπικυρωθεῖ. Τήν πλειοψηφία ὅμως τῶν Σέρβων ἐπισκόπων ἀχρήστευσε ἡ μία ψῆφος τοῦ «πρώτου» τῆς σερβικῆς Ἐκκλησίας πατριάρχου Εἰρηναίου, πρός δόξαν τοῦ συνοδικοῦ συστήματος. Κάτι ἀνάλογο συνέβη καί μέ τήν ἀντιπροσωπεία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, ἀπό τήν ὁποία τέσσαρες ἐπίσκοποι ἀρνήθηκαν νά ὑπογράψουν τό ἴδιο κείμενο, «ἀντ᾽ αὐτῶν» ὅμως ὑπέγραψε τέσσαρες φορές (πέντε μέ τήν δική του) ὁ ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου Χρυσόστομος.
Οἱ ὁλομέλειες τῶν συνόδων τῶν τοπικῶν ἐκκλησιῶν ἔλαβαν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἀποφάσεις ἐπί τῶν προσυνοδικῶν κειμένων ὀρθοδοξότατες καί προσῆλθαν στήν «σύνοδο» μέ τήν προσδοκία ὅτι τό αὐτό Ἅγιο Πνεῦμα θά καθοδηγοῦσε στήν ἀποδοχή τῶν προτάσεών τους. Οἱ περισσότερες ἀπό τίς προτάσεις ἀπορρίφθηκαν, γιατί προσέκρουαν σέ βασικό στόχο τῆς «συνόδου», στήν συνοδική ἐπικύρωση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τόν ὁποῖο προωθεῖ ἄλλο πνεῦμα. Ἄν ὁ «πρῶτος» διακατεχόταν ἀπό συνοδικό πνεῦμα συνεννόησης καί συναίνεσης, πρό τῆς «συνόδου» θά εὕρισκε τρόπο νά ἱκανοποιηθοῦν οἱ προτάσεις καί τά αἰτήματα τῶν τεσσάρων ἐκκλησιῶν πού δέν ἔλαβαν μέρος (Ἀντιοχείας, Ρωσίας, Βουλγαρίας, Γεωργίας), τῶν ὁποίων ἡ ἀπουσία ὀφείλεται στήν ἀδιαλλαξία τοῦ «πρώτου» καί στήν βιασύνη του νά ἐπιτύχει τούς δύο βασικούς στόχους τῆς Κωνσταντινούπολης, μέ τραυματισμένη καί πληγωμένη τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἀπό μία κολοβή καί κουτσουρεμένη, κάθε ἄλλο παρά «πανορθόδοξη», σύνοδο. Διότι ἄν ἡ μή συμμετοχή τῶν περισσοτέρων (τῶν τριῶν τετάρτων) ἐπισκόπων τῆς στερεῖ αὐτόν τόν χαρακτήρα, αὐτό ἐνισχύεται καί ἐκ τοῦ ὅτι οἱ ἀποῦσες ἐκκλησίες ἀντιπροσωπεύουν πληθυσμιακά τά τρία τέταρτα τῶν Ὀρθοδόξων πιστῶν. Μικρή χρονική ἀναβολή τῆς «συνόδου», πού ἐζητεῖτο καί ἀπό τίς ἀποῦσες καί ἀπό ἄλλες ἐκκλησίες, θά βοηθοῦσε στό νά διατηρηθεῖ καί νά φανεῖ ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί στό νά ἀποφευχθοῦν ἀντιδράσεις, διαιρέσεις, ἀποτειχίσεις μέ τό νά διορθωθοῦν τά συνοδικά κείμενα πρός τήν ὀρθόδοξη κατεύθυνση, ὅπως ζητοῦσαν οἱ μή μετασχοῦσες ἐκκλησίες. Εἶναι ἄδικη ἡ κριτική πού ἀσκεῖται ἀπό φιλοφαναριῶτες κληρικούς καί θεολόγους ὡς πρός τά κίνητρα τῆς μή συμμετοχῆς τῶν τεσσάρων ἐκκλησιῶν. Ἦταν ὁ μόνος τρόπος νά ἀντιδράσουν καί νά μή καταστοῦν συνυπεύθυνες γιά τήν ἀντισυνοδική διαδικασία σύγκλησης καί λειτουργίας τῆς «συνόδου», ὅπως καί γιά τίς ἐμφανεῖς στά προσυνοδικά κείμενα ἀντορθόδοξες οἰκουμενιστικές θέσεις, τῶν ὁποίων ἡ διόρθωση δέν γινόταν ἀποδεκτή.
3. Οἱ δύο βασικοί στόχοι τῆς «συνόδου» στό Κολυμπάρι
Ἀπό τήν προηγηθείσα ἀνάπτυξη φάνηκε ὅτι αὐτό πού δέν κατόρθωσε ἡ Κωνσταντινούπολη νά ἐπιτύχει θεολογικά, νά κατοχυρώσει τό «πρωτεῖο ἐξουσίας» σέ παγκόσμιο ἐπίπεδο, τό ἐφήρμοσε στήν πράξη μέ τόν σχεδιασμό, τήν σύγκληση καί τήν λειτουργία τῆς «συνόδου» τῆς Κρήτης, ὅπου ἐξουσιαστικά ἐπέβαλε τήν δική της γραμμή, καταργώντας τήν ἰσότητα τῶν ἐπισκόπων καί ἀγνοώντας συνοδικές ἀποφάσεις τῶν ἄλλων ἰσοτίμων αὐτοκεφάλων ἐκκλησιῶν. Ἐπί πλέον, ἐφ᾽ ὅσον ἐξασφάλισε τήν συμμετοχή τῆς πλειονότητος τῶν ἐκκλησιῶν, τῶν δέκα ἀπό τίς δεκατέσσαρες, ἐσχημάτισε τήν ἐντύπωση ὅτι αὐτές ἀποδέχονται καί τίς περί τοῦ νέου πρωτείου ἀξιώσεις της ἤ τουλάχιστον ὅτι συνοδικά πλέον ἐπικυρώθηκε ὁ συντονιστικός της ρόλος, ἡ εὐθύνη της δηλαδή νά συγκαλεῖ πανορθόδοξες συνόδους καί νά προεδρεύει αὐτῶν σέ συνεννόηση βέβαια μέ τίς ἄλλες ἐκκλησίες, πρᾶγμα τό ὁποῖο, ὅμως, καμμία ἐκκλησία οὔτε ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας τό ἀμφισβήτησε. Τό ὅτι πάντως ἡ Κωνσταντινούπολη, ὑπό τήν παρούσα ἡγεσία της, δέν κατανοεῖ τό πρωτεῖο ὡς «πρωτεῖο τιμῆς», ἀλλά ὡς «πρωτεῖο ἐξουσίας» φάνηκε καί στό Οὐκρανικό Ζήτημα, ὅπου ἡ πλειονότητα τῶν αὐτοκεφάλων ἐκκλησιῶν ἀπορρίπτει τίς ἐνέργειές της. Ἐπί δέκα μῆνες καμμία ἀπό τίς αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες δέν συμφωνοῦσε, τώρα δέ προστέθηκαν μέ γνωστές μεθοδεύσεις ἄλλες δύο, ἡ τῆς Ἀλεξανδρείας καί ἡ τῆς Ἑλλάδος, ἐνῶ οἱ ὑπόλοιπες ἕνδεκα δέν ἀναγνωρίζουν τό σχισματικό της δημιούργημα. Δέν θά ἔπρεπε νά προβληματισθεῖ γιά τήν ἀντισυνοδική της συμπεριφορά καί νά ἀνακρούσει πρύμναν, νά συγκαλέσει πανορθόδοξη σύνοδο γιά νά ἐπιλύσει τό θέμα, ὅπως ζητοῦν οἱ περισσότεροι; Στό Κολυμπάρι στηρίχθηκε στούς δέκα (10) ἀπό τούς δεκατέσσαρες (14), τώρα γιατί δέν ἀκούει τούς ἕνδεκα (11) ἀπό τούς δεκατέσσαρες (14);
Εἶναι προφανές ὅτι ὁ ἀέρας τοῦ Κολυμπαρίου τῆς ἐφούσκωσε τά πανιά καί πίστευσε ὅτι πράγματι μπορεῖ νά ἐπιβάλει νέο ἐκκλησιολογικό μοντέλο, νέα ἐκκλησιολογία, μέ τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη «πρῶτον ἄνευ ἴσων», μονάρχη τῆς Ἐκκλησίας κατά τό πρότυπο τῆς μοναρχίας τοῦ Πατρός στήν Ἁγία Τριάδα. Αὐτός ἦταν ἕνας βασικός στόχος τῆς «ψευδοσυνόδου», ὁ ὁποῖος κατά μέν τούς Φαναριῶτες ἐπιτεύχθηκε καί πρέπει γι᾽ αὐτό οἱ ἄλλες αὐτοκέφαλες ἐκκλησίες νά ὑπακούουν πειθήνια στόν «πρῶτο», ὁ ὁποῖος ἠμπορεῖ ἀκόμη καί νά τίς καταργήσει ὡς αὐτοκέφαλες. Εἶναι ὅμως βέβαιο ὅτι πολλοί προκαθήμενοι κάνουν τώρα δεύτερες σκέψεις, γιά τό πῶς ἐπέτρεψαν τό Κολυμπάρι νά μετατραπεῖ σέ στυλοβάτη τοῦ ἀνεξέλεκτου πατριαρχικοῦ πρωτείου καί νά προβληματίζονται ἀκόμη καί γιά τήν ἀποδοχή τοῦ παραδεκτοῦ «πρωτείου τιμῆς», τοῦ ὁποίου ἡ Κωνσταντινούπολη φάνηκε ἀνάξια.
Ὁ δεύτερος βασικός στόχος τῆς ψευδοσυνόδου τοῦ Κολυμπαρίου, πού καί αὐτός ἐπιτεύχθηκε δυστυχῶς, χωρίς οὔτε οἱ ἐπίσκοποι στήν συντριπτική τους πλειοψηφία νά τό ἀντιληφθοῦν, οὔτε τό ἀκατήχητο καί ἀδιφώτιστο πλήρωμα, εἶναι ἡ συνοδική ἀποδοχή τῆς παναίρεσης τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί ἡ ἐκκλησιοποίηση ὅλων τῶν αἱρέσεων. Ἐπί ἑκατό καί πλέον χρόνια, ἐνῶ ἡ παναίρεση αὐτή διαβρώνει τό δόγμα καί τό ἦθος τῆς Ἐκκλησίας, ἀναιρεῖ τήν σωτηριολογική της ἀποστολή καί μοναδικότητα, καταγγέλλεται καί καταδικάζεται ἀπό μεγάλους ἁγίους καί θεολόγους τῶν ἡμερῶν μας, ἀντίθετα ἡ Κωνσταντινούπολη πρωτοστατεῖ στήν ἐνίσχυσή της, καυχᾶται ὡς πρωτεργάτης καί συνδιαμορφωτής μέ τούς αἱρετικούς Προτεστάντες καί παρασύρει στόν χορό τῆς αἱρέσεως καί τίς ἄλλες ἐκκλησίες, οἱ ὁποῖες βέβαια δέν ἀπαλλάσσονται τῆς εὐθύνης, βαρύνονται ὅμως λιγότερο ἀπό τήν χοράρχη καί πρωταίτια. Καί ἐνῶ θά ἔπρεπε νά εἶναι τό πρῶτο καί μοναδικό θέμα τῆς «συνόδου» μέ στόχο τήν καταδίκη της, ὄχι μόνον δέν συμβαίνει αὐτό, ἀλλά ἀντίθετα ἐπαινεῖται καί ἐπικυρώνεται. Δέν ὑπάρχει στά κείμενα τῆς συνόδου ἡ λέξη αἵρεση. Οἱ αἱρέσεις ὀνομάζονται ἐκκλησίες, ἐπικυρώνεται συνοδικά ἡ συμμετοχή μας στό λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», δηλαδή αἱρέσεων, καί ἐπαινοῦνται τά προβληματικά κείμενα τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων, τά γεμᾶτα ἀπό αἱρετικές ἀποκλίσεις, ὅπως αὐτό τοῦ Balamand πού ἐνωρίτερα μνημονεύσαμε.
4. Καί τό Οὐκρανικό συνδέεται μέ τό Κολυμπάρι καί μέ τό νέο «πρωτεῖο» τῆς Κωνσταντινούπολης
Ἡ ἐξέλιξη τῶν πραγμάτων μετά τό Κολυμπάρι ἀποδεικνύει ὅτι ἡ ξαφνική ἐπιτάχυνση γιά τήν σύγκληση τῆς ψευδοσυνόδου τῆς Κρήτης συνέβη, διότι ἦταν ἕνα ἀπαραίτητο βῆμα γιά ὅσα ἐπρόκειτο καί ὅσα πρόκειται ἀκόμη νά ἀκολουθήσουν, σχεδιασμένα ἄνωθεν ἀπό ἐκκλησιαστικά καί πολιτικά κέντρα, ὡς ἕνα σκαλοπάτι στήν σκάλα γιά τήν κακή ἕνωση μέ τίς αἱρέσεις καί τά σχίσματα. Ἦταν ὁλοφάνερη καί δέν ἀποκρύφτηκε ἄλλωστε ἡ ἀμερικανική παρουσία στίς ἐργασίες τῆς ψευδοσυνόδου τῆς Κρήτης, πιό φανερή δέ ἡ ἀνάμειξη τῶν Ἀμερικανῶν στό Οὐκρανικό Ζήτημα, μέ τούς Ἀμερικανούς πρέσβεις καί ὑπουργούς νά ἁλωνίζουν στίς πατριαρχικές, ἀρχιεπισκοπικές καί ἐπισκοπικές αὐλές καί νά πιέζουν γιά στήριξη τοῦ Βαρθολομαίου, τῆς Κωνσταντινούπολης, ἡ ὁποία μετατράπηκε σέ βραχίονα τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν ἐναντίον τῆς Ρωσίας, ἀλλά καί σέ ὄργανο τοῦ Βατικανοῦ, πού ἐπιμελῶς κρύβεται, γιά τήν ἕνωση τῶν Ὀρθοδόξων μέ τόν πάπα, μέσῳ τῶν Οὐνιτῶν τῆς Οὐκρανίας, πού δέν κρύβουν τήν χαρά τους γιά τό χορηγηθέν στούς σχισματικούς αὐτοκέφαλο.
Εἶναι ὁλοφάνερη ἡ ἀντισυνοδική δράση τῆς Κωνσταντινούπολης στό Οὐκρανικό, ὅπως καί στό Κολυμπάρι, ἐμπνεόμενη ἀπό τήν νέα αἱρετίζουσα ἐκκλησιολογία της καί ἀπό τόν ἀέρα τῆς νομιζόμενης στήν ψευδοσύνοδο ἐπιτυχίας της. Στίς 11 Ὀκτωβρίου τοῦ 2018 ἀποφάσισε, χωρίς τήν σύμφωνη γνώμη οὔτε τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας, στήν δικαιοδοσία τῆς ὁποίας ἐπί αἰῶνες ἀνήκει ἡ Οὐκρανία, οὔτε τῆς κανονικῆς ὑπό τόν μητροπολίτη ᾽Ονούφριο τοπικῆς ἐκκλησίας, νά χορηγήσει αὐτοκεφαλία σέ ὁμάδες σχισματικῶν τῆς Οὐκρανίας. Στίς 15 Δεκεμβρίου τοῦ 2018 ἔγινε ἡ ἑνωτική σύνοδος τῶν δύο σχισματικῶν ὁμάδων Φιλαρέτου καί Μακαρίου, καί ἐκλέχθηκε προκαθήμενος τῆς νέας ψευδοεκκλησίας ὁ Ἐπιφάνιος. Στίς 5 Ἰανουαρίου τοῦ 2019 ὑπογράφτηκε στό Φανάρι ὁ «Τόμος αὐτοκεφαλίας» τῆς ψευδοεκκλησίας ἀπό τόν πατριάρχη Βαρθολομαῖο καί τούς συνοδικούς ἀρχιερεῖς παρουσίᾳ τοῦ σχισματικοῦ ᾽Επιφανίου καί τοῦ Οὐνίτη Ποροσένκο, προέδρου τότε τῆς Οὐκρανίας, στούς ὁποίους καί ἐπιδόθηκε. Στίς 3 Φεβρουαρίου τοῦ 2019 ἔγινε ἡ ἐνθρόνιση στό Κίεβο τοῦ νέου σχισματικοῦ μητροπολίτη Ἐπιφανίου, καί ἔτσι τό ἐκκλησιολογικό ἔγκλημα ὁλοκληρώθηκε.
Πῶς ἀποκαταστάθηκαν οἱ σχισματικοί; Κατά τό Κανονικό Δίκαιο μόνον αὐτός πού ἐπιβάλλει τίς ποινές ἔχει δικαίωμα καί νά τίς ἄρει. Οἱ τιμωρημένοι ἀπό μία ἐκκλησία, εἶναι τιμωρημένοι γιά ὅλες τίς ἐκκλησίες, γιά τήν Καθολική Ἐκκλησία. Τούς σχισματικούς ἐτιμώρησε ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας, καί γι᾽ αὐτήν, ὅπως καί γιά ὅλες τίς τοπικές ἐκκλησίες, ἐξακολουθοῦν νά εἶναι σχισματικοί, πολύ περισσότερο ὅταν πολλοί ἐξ αὐτῶν εἶναι ἀχειροτόνητοι καί αὐτοχειροτόνητοι, δέν ἔχουν ἱερωσύνη, στεροῦνται τήν ἀποστολική διαδοχή. Τό ὑποβληθέν ἀπό πολλούς ἐρώτημα στό Φανάρι γιά τό πῶς ἀποκαταστάθηκαν οἱ σχισματικοί, γιά τό ἄν ἐζητήθησαν οἱ δικαστικοί φάκελλοι ἀπό τήν Ρωσική Ἐκκλησία παραμένει ἀναπάντητο. Καί τό ἐρώτημα ἀποκτᾶ πρόσθετη βαρύτητα ἀπό τό γεγονός ὅτι καί ἡ Κωνσταντινούπολη ἀναγνώριζε μέ ἐπίσημες ἐπιστολές τοῦ πατριάρχη Βαρθολομαίου πού ἔχουν δημοσιοποιηθῆ τίς ποινές πού ἐπέβαλε ἡ Ρωσική Ἐκκλησία, διαβεβαιώνουσα πώς δέν θέλει νά ἀναμιχθῆ σέ ξένη δικαιοδοσία.
Ἡ ἀπάντηση βρίσκεται εἰς τό ὅτι τότε, τό 1991 καί τό 1997, πού ἐστάλησαν οἱ ἐπιστολές τοῦ Βαρθολομαίου, δέν εἶχε ἀναπτυχθῆ ἀκόμη ἡ νέα ἐκκλησιολογία τοῦ Φαναρίου, ὑπῆρχαν ἀκόμη στήν πατριαρχική αὐλή καί ἐκτός αὐτῆς συνετοί ἀρχιερεῖς καί θεολόγοι πού ἀπέτρεπαν ἀπό τήν ὀλέθρια πορεία τῆς πρωτειομανίας. Τώρα ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης δεν εἶναι «πρῶτος μεταξύ ἴσων», ἀλλά πρῶτος «χωρίς ἴσους», μονάρχης καί κυριάρχης, κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, ὑπεράνω τῶν κανόνων, τούς ὁποίους ἄλλωστε ἀπό τά νεανικά του χρόνια εἶχε χαρακτηρίσει ὡς «τείχη τοῦ αἴσχους». Ἄς ἀπαγορεύουν αὐστηρά οἱ Ἱεροί Κανόνες τήν ὑπερόρια εἰσπήδηση σέ ξένη ἐκκλησιαστική δικαιοδοσία. Ἄς περιορίζουν τόν θεσμό τῆς ἐκκλήτου, δηλαδή τῆς ἐκδίκασης ὑποθέσεων κατ᾽ ἔφεσιν, μόνον ἐντός ἑκάστης πατριαρχικῆς δικαιοδοσίας, περιλαμβανομένων καί τῆς Ρώμης καί τῆς Κωνσταντινούπολης, πού δέν μποροῦν νά δικάζουν ὑπερόρια. Ἄς ἀπαγορεύουν τήν ὕπαρξη στόν ἴδιο τόπο δύο ἐπισκόπων. Ἄς ὁρίζουν τήν καθολική, ὑπερτοπική ἰσχύ τῶν ἐπιβαλλομένων ποινῶν. Ἄς ἀπαγορεύουν τήν κοινωνία μέ σχισματικούς, αἱρετικούς καί καθηρημένους. Ἄς ἀπαιτοῦν τήν κατόπιν ἀποδεδειγμένης μετανοίας ἀποκατάσταση τῶν σχισματικῶν ἀπό τήν οἰκεία ἀρχή πού ἐπέβαλε τίς ποινές καί ὄχι ἀπό ξένη. Ἄς ὑπάρχουν σοφοί καί Ἅγιοι κανονολόγοι πού ἑρμηνεύουν πειστικά ὅλα αὐτά. Τώρα ὁ «πρῶτος χωρίς ἴσους» (primus sine paribus) νομοθετεῖ ὁ ἴδιος ὡς μονάρχης καί κυριάρχης καί στρατεύει νεόκοπους κανονολόγους καί ὀφφικίαλους, πλουτίζει τήν φαναριώτικη ἱεραρχία μέ ἀνώριμα κοπέλια, καί πιέζει εὐμετάβολους καί ἀσταθεῖς ἀρχιερεῖς πρός τήν κατεύθυνση τῆς πολιτικῆς καί ἐκκλησιαστικῆς «ὀρθότητας» τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς καί τοῦ Βατικανοῦ.
Ἐλπίζαμε ἀνησυχοῦντες ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, αἰρόμενη πάνω ἀπό τά πατριωτικά καί ἐθνοφυλετικά αἰσθήματα καί κριτήρια γιά τόν πατριάρχη τοῦ Γένους, τά ὁποῖα δέν ἔκρυψαν μέ ἄστοχες κορόνες καί δηλώσεις κάποιοι ἀρχιερεῖς, θά προέτασσε τήν ἐκκλησιολογία τοῦ ἑνός σώματος τοῦ Χριστοῦ, δέν θά παρέβλεπε τόν σχισμένο χιτώνα στήν τοπική ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας, γιατί τό σχίσιμο ἐπεκτείνεται στήν Καθολική Ἐκκλησία, στό ἕνα σῶμα, καί δέν θά ἐνεθάρρυνε μέ τήν ἀναγνώριση τῆς αὐτοκεφαλίας10 τόν πατριάρχη Βαρθολομαῖο ὄχι μόνο νά νομιμοποιήσει τό σχίσιμο, ἀλλά καί νά τό διευρύνει μέ διώξεις τῶν σχισματικῶν ἐναντίον τῆς κανονικῆς ἐκκλησίας, μέλους τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ὡς καί μέ νέο σχίσμα μέσα στό παλαιό ἐκ μέρους τοῦ καθηρημένου καί ἀναθεματισμένου «πατριάρχου» Φιλαρέτου Ντενισένκο. Οἱ ἐλπίδες μας διαψεύσθηκαν δυστυχῶς καί οἱ ἀνησυχίες μας ἐπιβεβαιώθηκαν. Ἀνησυχούσαμε λιγότερο γιά τήν στάση τοῦ πατριάρχου Ἀλεξανδρείας, λόγῳ προσφάτων διαβεβαιώσεων, συναισθηματικά μάλιστα φορτισμένων, ὑπέρ τῆς κανονικῆς Ἐκκλησίας τῆς Οὐκρανίας· ἡ πικρία μας μετά τήν πτώση του εἶναι μεγαλύτερη, γιά τήν ἔλλειψη σταθερότητας καί ἀνδρείας τῶν μεγαλοποιμένων μας11.
5. Τελικός στόχος ἡ ὁλοκήρωση τῆς ἤδη ὑφιστάμενης κακῆς ἕνωσης μέ τόν πάπα καί τούς ἄλλους αἱρετικούς
Ὅλα ὅσα μέχρι τώρα παρουσιάσαμε, δηλαδή ἡ ἀνάπτυξη τῆς νέας ἐκκλησιολογίας τοῦ Φαναρίου μέ τό μοναρχικό «πρωτεῖο ἐξουσίας», ἡ ἐκκλησιοποίηση τῶν αἱρέσεων στό Κολυμπάρι καί ἡ ἐπικύρωση τῆς συμμετοχῆς μας στό παναιρετικό «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», μαζί μέ τά γεμᾶτα ἀπό αἱρετικές παρεκκλίσεις κείμενα τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων καί τελευταῖα ἡ χορήγηση τῆς ψευδοαυτοκεφαλίας στούς σχισματικούς τῆς Οὐκρανίας προετοίμασαν καλά τό ἔδαφος γιά τήν ἐπίτευξη τοῦ τελικοῦ στόχου πού εἶναι ἡ ψευδοένωση μέ τούς Παπικούς, τούς Προτεστάντες καί τούς ἄλλους αἱρετικούς. Ὁ σχεδιασθείς στίς μασονικές στοές Οἰκουμενισμός μπορεῖ νά ἐπιβληθεῖ εὐκολότερα μέ δύο πάπες, ἕνα στήν Δύση καί ἕνα στήν Ἀνατολή, εἴτε εἶναι οἱ ἴδιοι μασόνοι εἴτε ἐνεργούμενα τῆς Μασονίας, ἐνῶ εἶναι πολύ δύσκολα νά προχωρήσει, ὅταν λειτουργεῖ τό συνοδικό σύστημα, ὅταν ἀντί τῶν δύο «πρώτων» ὑπάρχουν ὀκτακόσιοι (800) ἐπίσκοποι μέ ἰσοδύναμη πρός τούς «πρώτους» ψῆφο. Ἦταν καλή γι᾽ αὐτούς ἡ δοκιμή πού ἔγινε στό Κολυμπάρι μέ τόν περιορισμένο ἀριθμό ἐπισκόπων πού ἐκλήθησαν καί μέ τόν περιορισμό τῆς ψήφου μόνον στούς προκαθημένους. Ἡ μή ἀναφορά ἐπίσης σέ αἱρέσεις καί ἡ ἀποδοχή τῆς ὀνομασίας τους ὡς ἐκκλησιῶν διευκολύνει πολύ τό ἔργο τῆς ἑνώσεως, ἀφοῦ δέν ἀπαιτεῖται πλέον ἀποκήρυξη τῶν αἱρέσεων καί ἐπιστροφή στήν Ὀρθοδοξία, ἀλλά ἁπλῆ συγκόλληση μέ διατήρηση τῆς ποικιλομορφίας σέ θέματα πίστεως.
Μέ τούς παπικούς μάλιστα ἡ ἕνωση εἶναι πολύ πιό εὔκολη, ἀφοῦ ἤδη μέ τό κείμενο τοῦ Balamand (1993) δεχθήκαμε ὅτι συναποτελοῦμε τήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, καί ὅτι ἡ Χάρη, τά μυστήρια, ἡ ἀποστολική διαδοχή, ἡ εὐθύνη γιά τήν διαποίμανση τῶν ἀνθρώπων δέν εἶναι ἀποκλειστική ἰδιοκτησία τῆς μιᾶς ἀπό τίς δύο ἐκκλησίες ἀλλά καί τῶν δύο12. Σέ πρόσφατες μάλιστα δηλώσεις του στό Ἅγιο Ὄρος ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος ἐδήλωσε ὅτι ἡ «ἕνωση μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς εἶναι ἀναπόφευκτη, γιατί οἱ λόγοι πού μᾶς χωρίζουν δέν εἶναι δογματικοί ἀλλά ἱστορικοί». Πρός τήν κατεύθυνση αὐτή βοηθεῖ πολύ ἡ χορήγηση αὐτοκεφαλίας πρός τούς σχισματικούς τῆς Οὐκρανίας, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἄριστες σχέσεις μέ τούς ἐκεῖ Οὐνίτες τοῦ πάπα καί ἐκκλησιαστική διακοινωνία (interkommunio), μέ συμπροσευχές καί συλλείτουργα. Ὅλοι ἔχουμε στά μάτια μας τήν εἰκόνα τοῦ Οὐκρανοῦ προέδρου Ποροσένκο, πού πρωτοστάτησε στό νά δοθεῖ ἡ αὐτοκεφαλία στούς σχισματικούς, νά παίρνει τήν Θεία Κοινωνία ἀπό Οὐνίτη ἐπίσκοπο στήν Οὐκρανία καί ἀπό τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη στήν Κωνσταντινούπολη. Ἀντίθετα ἡ κανονική ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας ὑπό τόν μητροπολίτη Ὀνούφριο κρατᾶ ὀρθόδοξες ἀποστάσεις ἀπό τούς Οὐνίτες καί τήν Οὐνία, ὅπως γενικῶς πράττει καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας, ἐνθυμούμενη τήν προσηλυτιστική διείσδυση τῶν Παπικῶν διά τῆς Οὐνίας στούς ὀρθοδόξους πληθυσμούς τῆς Ρωσίας καί τῆς Οὐκρανίας. Τό θέμα μάλιστα τῆς Οὐνίας, τήν ὁποία τό Βατικανό δικαιολογεῖ καί ἐνισχύει, εἶναι ἕνας ἀπό τούς βασικούς λόγους, γιά τούς ὁποίους ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας δέν δέχθηκε μέχρι τώρα νά πραγματοποιήσει ὁ πάπας ἐπίσκεψη στήν Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας, ἀντίθετα μέ τά πήγαινε-ἔλα στό Φανάρι καί τοῦ ἰδίου τοῦ πάπα καί τῶν παπικῶν ἀντιπροσωπειῶν μέ συμπροσευχές καί συλλείτουργα. Πρέπει γι᾽ αὐτό νά εἶναι πιό προσεκτικοί ὅσοι ἐξισώνουν τόν φιλοπαπισμό, τήν λατινοφροσύνη, τόν Οἰκουμενισμό τῆς Κωνσταντινούπολης καί τῆς Μόσχας, χωρίς βέβαια αὐτό νά σημαίνει ὅτι ἡ Μόσχα πρέπει εἰς αὐτήν τήν κακή πορεία νά ἀκολουθεῖ τό Φανάρι. Ὅλοι περιμένουμε νά ἀλλάξει πορεία καί νά σταθεῖ ἐπί τῆς ὁδοῦ τῶν Ἁγίων Πατέρων σέ σχέση μέ τόν Οἰκουμενισμό καί νά διαχωρίσει τήν θέση της ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη, ὅπως τήν διεχώρισε μετά τήν ψευδοσύνοδο Φερράρας – Φλωρεντίας.
Ἁρμόζει μάλιστα στήν συνάφεια αὐτή νά ἐπισημάνουμε, ἐλπίζοντας ὅτι θά ἀφυπνισθοῦν κάποιοι καλοπροαίρετοι κληρικοί καί λαϊκοί, ὅτι ἡ ἕνωση, τό κοινό ποτήριο, ὡς «κόκκινη γραμμή» γιά νά ἀντιδράσουμε καί νά χωρισθοῦμε ἀπό τούς λατινόφρονες, τούς ψευδοενωτικούς, ἔχουν ἤδη συντελεσθῆ ἀνεπίσημα καί προχωροῦν σταδιακά, ὥστε νά γίνουν σιγά-σιγά δεκτά στήν πράξη. Ἄν αὐτό ἐγίνετο ἐπίσημα, στήν «σύνοδο» π.χ. τῆς Κρήτης, ἐπειδή ὑπάρχουν ἀκόμη μερικοί ἀφελεῖς ἤ ἀπληροφόρητοι πού περιμένουν τήν «κόκκινη γραμμή» γιά νά ἀντιδράσουν, θά τινασσόταν ἀμέσως στόν ἀέρα ἡ «σύνοδος». Γι᾽ αὐτό ἀναβάλλουν τήν ἐπίσημη ἀνακοίνωση τῆς ἕνωσης, τήν ὁποία ὅμως ἀνεπίσημα ἔχουν συμφωνήσει καί τήν πραγματοποιοῦν σιγά-σιγά ἐκ τῶν κάτω, ὥστε, ὅταν φθάσουμε στήν ἐπίσημη ἀποδοχή, νά εἶναι μειωμένες οἱ ἀντιδράσεις. Ὅπως γράφτηκε παλαιότερα «ἡ ἕνωση γίνεται ἤδη σταδιακά, ἔχει προχωρήσει οὐσιαστικά μέ συμπροσευχές, συλλείτουργα καί ἀμοιβαία ἐκκλησιαστική ἀναγνώριση, εἰς τρόπον ὥστε τό κοινό Ποτήριο, ὅταν ἔλθει ἐπισήμως, νά ἀποτελεῖ ἁπλῶς μία ἐπισφράγιση καί ἐπικύρωση τῆς γενομένης ἤδη ἑνώσεως»13. Ὑπάρχει πλῆθος μαρτυριῶν περί τοῦ ὅτι στά πλαίσια τῶν ἐκδηλώσεων «εὐχαριστιακῆς φιλοξενίας», ὅπως ὀνομάζουν πιό εὔηχα τό «κοινό ποτήριο», τήν διακοινωνία (interkommunio), ἀλλά καί ἐκτός αὐτῶν τῶν ἐκδηλώσεων, ἑτερόδοξοι κληρικοί προσφέρουν τήν Θεία Κοινωνία σέ Ὀρθοδόξους καί ἀντίστροφα Ὀρθόδοξοι κληρικοί σέ ἑτεροδόξους, ἰδιαίτερα στήν Ὀρθόδοξη Διασπορά σέ Εὐρώπη καί Ἀμερική. Τό κακό παράδειγμα τῆς βλάσφημης αὐτῆς μεταχείρισης τοῦ μεγάλου μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας, πού ἀποτελεῖ καί «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ» ἀποδοχή καί ἀθώωση τῶν αἱρέσεων, τό ἔδωσε ὁ πατριάρχης Ἀθηναγόρας, τόν ὁποῖο πιστά ἀκολουθεῖ τό Φανάρι μέχρι σήμερα, σέ μερικά δέ καί τόν ἔχει ξεπεράσει. Στόν ἀείμνηστο π. Γεώργιο Μεταλληνό, μεγάλη μορφή τῆς σύγχρονης Ἐκκλησίας καί Θεολογίας, ὀφείλουμε τήν ἀπομαγνητοφώνηση καί δημοσίευση τῆς προσφώνησης πού ἀπηύθυνε ὁ πατριάρχης Ἀθηναγόρας πρός Ὀρθοδόξους ἱερεῖς τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀμερικῆς καί τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Γερμανίας στό Φανάρι τόν Αὔγουστο τοῦ 1971. Ἀναφερόμενος στήν ἄρση τοῦ σχίσματος τοῦ 1054 πού συμφωνήθηκε τό 1965 μεταξύ Ρώμης καί Κωνσταντινούπολης διερωτᾶται ὁ Ἀθηναγόρας: Ἀφοῦ γυρίσαμε στό 1054, «διατί δέν ξαναγυρίζουμε καί εἰς τό Ἅγιον Ποτήριον;». Θεωρεῖ ὅτι εἶναι ἀπολύτως δικαιολογημένο τό «κοινόν Ποτήριο», γι᾽ αὐτό καί προσθέτει: «Ἤδη εἰς τήν Ἀμερικήν μεταλαμβάνετε πολλούς ἀπό τό Ἅγιον Ποτήριον, καί καλά κάνετε. Καί ἐγώ ἐδῶ, ὅταν ἔρχωνται Καθολικοί ἤ Προτεστάνται καί ζητοῦν νά μεταλάβουν, τούς προσφέρω τό Ἅγιον Ποτήριον. Καί εἰς τήν Ρώμην τό ἴδιο γίνεται καί εἰς τήν Ἀγγλίαν καί εἰς τήν Γαλλίαν»14.
Μέ αὐτήν τήν ἄνωθεν πατριαρχική εὐλογία δέν εἶναι περίεργο ὅτι ἡ «κόκκινη γραμμή» τοῦ «κοινοῦ ποτηρίου» ἔχει ἤδη καταπατηθῆ ἀπό πολλούς μέ ἐλάχιστη ἤ μηδαμινή ἀντίδραση. Ἄλλος κληρικός, ὁ ἀείμνηστος π. Κωνσταντῖνος Παλαιολογόπουλος, ἱεροκήρυκας τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Καλαβρύτων καί Αἰγιαλείας, παραδίδει τή μαρτυρία τοῦ πρωτοσυγγέλλου τότε (2006) τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἰταλίας, ὁ ὁποῖος ἀποκάλυψε εἰς τόν Γέροντα π. Ἀρσένιο Κομπούγια τά ἑξῆς: «Ἔχουν συμφωνήσει οἱ Ὀρθόδοξοι μέ τήν παπική κούρια καί ἔχουν ὑπογράψει τήν ἕνωσιν. Δέν ἐξαγγέλλουν ὅμως τό γεγονός ὑπολογίζοντας εἰς τάς τυχόν ἀντιδράσεις τοῦ πιστοῦ λαοῦ»15.
Ἔτσι ἐξηγεῖται γιατί στό Φανάρι γίνονται δεκτοί οἱ πάπες, ὡσάν νά εἶναι κανονικοί Ὀρθόδοξοι ἐπίσκοποι, μέ λειτουργικά θυμιάματα καί ὕμνους, λειτουργικούς ἀσπασμούς, συμφορέματα καί τιμητικές προσφωνήσεις. Ἔτσι ἐξηγεῖται καί γιατί πρόσφατα ὁ μητροπολίτης Σικάγου Ναθαναήλ ὑπό τόν νέο ἀρχιεπίσκοπο Ἀμερικῆς Ἐλπιδοφόρο, συνέστησε στούς ἱερεῖς νά προσφέρουν τήν Θεία Κοινωνία σέ ὅλους χωρίς περιορισμό16. Ξεχνάει μήπως κανείς τήν ταπεινωτική εἰκόνα πού κυκλοφορεῖ ἀκόμη στό Διαδίκτυο, στήν ὁποία ὁ «Ὀρθόδοξος» μητροπολίτης Γερμανίας Αὐγουστῖνος χρίεται μέ ἔλαιο ἤ ὕδωρ ἀπό παπικό ἐπίσκοπο, καί τοῦ κόσμου τίς ἄλλες καθημερινές ἀσχήμιες τοῦ πατριάρχου Βαρθολομαίου καί τῶν λοιπῶν πατριαρχικῶν;
Συμμεριζόμαστε γι᾽ αὐτό τήν ὀργή καί τήν λύπη τοῦ σεβαστοῦ καί ἀγαπητοῦ ἐν Χριστῷ ἀδελφοῦ καί συλλειτουργοῦ π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ, ὁ ὁποῖος σέ σχετική συνέντευξή του εἶπε τά ἑξῆς:
«Ἐφαρμόζουμε μία ἐκκλησιαστική πολιτική, λέμε. Ὑπάρχουν ὅρια στήν ἐκκλησιαστική πολιτική. Ὁ Ἀθηναγόρας ὁ μακαρίτης πρῶτος τά ξεπέρασε αὐτά τά ὅρια. Ἄν εἴμαστε σήμερα σ᾽ αὐτό τόν κατήφορο, ὀφείλεται στόν Ἀθηναγόρα. Ἔλεγε, τούς κοινωνῶ ὅλους δέν ὑπάρχει τίποτα· ἄρα ἀπό τό 1965 ὑπάρχει -στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο- κοινωνία, ἡ intercommunio (διακοινωνία) μέ τούς αἱρετικούς, Παπικούς Προτεστάντες. Λέει ὁ Σακαρέλος· ἔγινε ἡ Ἕνωση17. Καί πράγματι ἔγινε ἡ Ἕνωση.
… Ἤ ὅταν τόν ὑποδέχονται (τόν Πάπα) ὡς «εὐλογημένον ἐρχόμενον ἐν ὀνόματι Κυρίου», ὡς Χριστόν δηλαδή, καταλαβαίνετε τί σημαίνει· ὁ ἄλλος (ὁ Πάπας) νά βλασφημεῖ (ὄχι ὡς πρόσωπο, ὡς θεσμός), κι ἐσύ νά τοῦ λές «εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου». Τότε κάθεσαι καί λές· ρέ παιδιά, τρελλαθήκαμε ὅλοι; Ἤ τρελλαθήκαμε, ἤ εἴμαστε διαβολοκίνητοι καί κακοί (!) Πῶς τολμῶ ἐγώ νά τό κάνω αὐτό τό πρᾶγμα. Θά μοῦ πεῖς· πολύ εὐαίσθητος εἶσαι παπα-Γιώργη. Εἴμαστε ἁμαρτωλοί, πού εἴμαστε. Γιατί φορτώνουμε (ἐπί πλέον τήν ψυχή μας);
Στό μυστήριο τοῦ μικτοῦ γάμου (πού τελεῖται ἀπό παπικό ἱερέα) δέν μπορῶ νά παραβρεθῶ, σέ ἄθεσμο μυστήριο πού δέν εἶναι μυστήριο. Χωρίς νά τό αἰσθάνομαι ὅτι εἶναι μυστήριο… Ἕνας Ὀρθόδοξος πού ξέρει τά πράγματα δέν θά ἀνέχεται νά ἀκούει βλαστήμιες. Διότι, ὅταν λέει, «τοῦ ἁγιωτάτου Πατρός ἡμῶν Πάπα», εἶναι ὅλες οἱ βλαστημίες, γιά τίς ὁποῖες μίλησα προηγουμένως. Ἄν δέν τό καταλαβαίνει κανείς, καί δηλητήριο νά παίρνει, τό καταπίνει χωρίς νά αἰσθάνεται ὅτι εἶναι δηλητήριο. Τά ἀποτελέσματα θά ἔλθουν μετά. Αὐτό δέν εἶναι αὐστηρότης, τό ῾῾χαίρειν αὐτῷ μή λέγητε᾽᾽ τοῦ Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου. Στόν πλανεμένο νά λές ῾῾χαίρετε᾽᾽. Καλημέρα θά τοῦ πῶ. Ἀλλά μήν τοῦ δώσεις τήν χαρά ὅτι ἔχει σωτηρία ἐκεῖ πού εἶναι. (Ὅταν τόν Πάπα) τόν ἀναγνωρίζω ὡς Ἐπίσκοπο τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καί τόν Παπισμό ὡς Ἐκκλησία. Ὁπότε ἡ Ἕνωση ἔγινε. Τό καταλάβατε; Τόν ἀναγνωρίζω ὡς Ἐπίσκοπο τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Μακάρι νά εἶναι. Ἄν δέν εἶναι ὅμως; Δέν βλαστημῶ;»18.
Οὐσιαστικά βρισκόμαστε στήν ἴδια ἐκκλησιαστική κατάσταση πού βρέθηκαν οἱ Ὀρθόδοξοι μετά τήν ψευδοσύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας, ὅταν οἱ λατινόφρονες κληρικοί καί θεολόγοι προσπαθοῦσαν νά ἐπιβάλουν τήν «ἕνωση» στό ὀρθόδοξο πλήρωμα, ἐνῶ ἡ Ὀρθόδοξη παράταξη μέ ἀρχηγούς τόν Ἅγιο Μᾶρκο Εὐγενικό καί κατόπιν τόν μαθητή καί διάδοχό του στόν ἀντιλατινικό ἀγώνα Γεώργιο Σχολάριο, τόν μετέπειτα πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο, ἀντιδροῦσε σθεναρά καί ἀντιστεκόταν. Συγκυριακά μάλιστα ὑπάρχει καί πάλι ὁ ἴδιος, ἐξ ἀνατολῶν κίνδυνος, οἱ Τοῦρκοι, τήν ἀντιμετώπιση τοῦ ὁποίου δέν ἐστήριζαν οἱ λατινόφρονες στήν δύναμη καί προστασία τοῦ Θεοῦ καί στήν δική τους συνέργεια, ἀλλά στήν βοήθεια τοῦ πάπα καί τῶν Δυτικῶν, μέ τό βαρύ τίμημα τῆς προδοσίας τῆς πίστεως καί τῆς συνακόλουθης ἐγκατάλειψης τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἀποσύρει καί κλείνει τήν προστατευτική του ὀμπρέλα, ὅταν ἐμεῖς κλίνουμε στήν ἀσέβεια τῶν αἱρέσεων. Καί αὐτό ἔγινε τελικῶς ὅταν στίς 12 Δεκεμβρίου τοῦ 1452, τήν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος, παρουσίᾳ τοῦ ἀποστάτη Ὀρθοδόξου, πρώην μητροπολίτη Ρωσίας Ἰσιδώρου, καί τώρα καρδιναλίου τοῦ πάπα, ἔγινε συλλείτουργο στήν Ἁγία Σοφία Παπικῶν καί Ὀρθοδόξων, καί ἀνανεώθηκε ἡ ἕνωση τῆς Φερράρας – Φλωρεντίας, ἡ ὁποία παρά τήν ὑπογραφή της δέν εἶχε ἐφαρμοσθῆ.
Ἀποφράδα ἡμέρα δέν εἶναι μόνον ἡ 29η Μαΐου τοῦ 1453 πού ἔπεσε ἡ Πόλη στούς Τούρκους, εἶναι καί ἡ 12 Δεκεμβρίου τοῦ 1452 πού ἔπεσε ἡ Ὀρθοδοξία καί προδόθηκε στά χέρια τῶν Παπικῶν, γιατί ἔτσι χάθηκε ἠ σκέπη καί προστασία τοῦ Θεοῦ καί τῆς Ὑπερμάχου Στρατηγοῦ, τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Εἰς μάτην ἀγωνιζόταν ὁ μοναχός τώρα Γεννάδιος Σχολάριος νά ἀποτρέψει τήν προδοσία καί νά πείσει ὅτι μποροῦν καί μέ τίς δικές τους δυνάμεις καί τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, χωρίς τήν προδοσία τῆς πίστεως, νά σώσουν τήν Πόλη, ἡ ὁποία ὅμως κοιμόταν καί δέν καταλάβαινε οὔτε τόν ἕνα κίνδυνο, τῶν Τούρκων, οὔτε τόν ἄλλο, τῆς ὑποταγῆς στόν πάπα, τῆς προδοσίας τῆς πίστεως. Προσπαθεῖ ὁ Γεννάδιος, νά πείσει τήν πολιτική καί ἐκκλησιαστική ἡγεσία ὅτι πρέπει νά ξυπνήσουν νά ἀφυπνίσουν τήν Πόλη, τελικῶς ὅμως διωκόμενος, συκοφαντούμενος καί σωματικά ἀπειλούμενος ἀπό τούς λατινόφρονες κλείνεται στό κελλί του καί σιωπᾶ. Εἶναι συγκλονιστική ἡ ἐκτίμησή του γιά τήν ἀνάγκη ἀφύπνισης καί ἀντίστασης, στό νά στηριχθοῦν στίς δικές τους δυνάμεις καί νά μή πιστεύουν στά παραμύθια γιά ἐξωτερική βοήθεια, στά παπικά χρήματα, πού συνδέονται μέ τήν προδοσία τῆς ἀλήθειας: «Ἐξυπνίσαι τήν πόλιν ἅπασαν δεινῶς ὑπνώττουσαν καί τό δεινόν ἐπιόν οὐκ αἰσθανομένην, οὗ τήν ἀπαλλαγήν καί σώμασι καί χρήμασι καί πᾶσι τρόποις ἐξωνησάμενοι ἄν, ὡς οἱ ἁπανταχοῦ σωφρονοῦντες»19.
6. Ἀνάγκη ἐπείγουσα ἀφύπνιση καί ὀρθόδοξης ἀντίστασης. Τί δέον γενέσθαι;
Τώρα ἀνανεώνουμε τήν ἕνωση τῆς Φερράρας-Φλωρεντίας, συμπροσευχόμενοι, συλλειτουργοῦντες καί συναυλιζόμενοι μέ τούς Παπικούς, πιστεύοντες ὅτι δέν μᾶς χωρίζουν δογματικές διαφορές καί ἀπορρίπτοντες πλειάδα ὁμολογητῶν Ἁγίων, σύμπασα τήν Ὀρθόδοξη Παράδοση, πού θεωρεῖ αἵρεση τόν Παπισμό, περνοῦμε τήν κόκκινη γραμμή τοῦ «κοινοῦ ποτηρίου», ἐκκλησιοποιοῦμε τόν Παπισμό, τόν Προτεσταντισμό καί τίς ἄλλες αἱρέσεις στήν ψευδοσύνοδο τοῦ Κολυμπαρίου, στήν αἵρεση τοῦ ὁποίου προσθέτουμε τό Οὐκρανικό σχίσμα, πού δέν εἶναι ἁπλό σχίσμα, ἀλλά ἔχει καί ἐκκλησιολογικές δογματικές διαστάσεις. Παρ᾽ ὅλα αὐτά ὅμως οἱ συνειδήσεις τῶν περισσοτέρων κληρικῶν, ἰδιαίτερα τῶν ἐπισκόπων, εἶναι σέ ὑπνώττουσα κατάσταση. Δέν κουνιέται φύλλο. Καί τά δύο χειρότερα ἐκκλησιολογικά δεινά, ἡ αἵρεση καί τό σχίσμα, κυκλοφοροῦν ἀνενδοίαστα στόν αὐλόγυρο τῆς Ἐκκλησίας, ἐντός τῶν τειχῶν της (intra muros).
Κάποιοι ἀπό ἐμᾶς προλάβαμε καί ἀσφαλισθήκαμε μέ τήν εὐλογημένη ἀποτείχιση, ὑψώσαμε ὀρθόδοξο τεῖχος, κάστρα Ὀρθοδοξίας, γιά νά προφυλαχθοῦμε ἀπό τήν αἵρεση καί τούς αἱρετικούς, τούς νέους λατινόφρονες, τούς νέους Βέκκους καί Καλέκες καί Βαρλαάμ, πού ἔχουν καταλάβει τήν διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας, γιά νά προφυλάξουμε, νά σώσουμε, καί ὅσους ἀπό τό ποίμνιο βλέπουν τόν κίνδυνο καί ζητοῦν βοήθεια. Δέν ἀποτειχισθήκαμε ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἀποτειχισθήκαμε ἀπό τήν αἵρεση, ἀπό τούς αἱρετικούς ἐπισκόπους, ἐφαρμόζοντας τούς Ἱερούς Κανόνες καί ἀκολουθώντας τό παράδειγμα πολλῶν καί μεγάλων Ἁγίων πού ἔπραξαν τό ἴδιο20. Δέν βγήκαμε ἐκτός ἐκκλησίας, ὅπως κακόβουλα καί σκόπιμα διαδίδουν οἱ αἱρετικοί Οἰκουμενιστές, γιά νά ἀνακόψουν τήν Ὀρθόδοξη ἀντίσταση, καί ὅσοι ἀμαθεῖς ἀγνοοῦν τήν κανονική παράδοση, τήν ἱστορία καί τήν δογματική τῆς Ἐκκλησίας. Μέ τήν διακοπή τῆς μνημόνευσης τῶν ὀνομάτων τῶν ἐπισκόπων πού ἔλαβαν μέρος στήν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης, ὅσων τήν ὑποστηρίζουν καί ὅσων εἶναι φανεροί Οἰκουμενιστές δηλώνουμε δύο πράγματα: α) ὅτι ἐν πρώτοις ἐμεῖς δέν πιστεύουμε αὐτά πού πιστεύει ὁ μνημονευόμενος οἰκουμενιστής ἐπίσκοπος, ὁ Κωνσταντινουπόλεως, ὁ Ἀθηνῶν, ὁ Δημητριάδος, ὁ Μεσσηνίας κ.ἄ. καί β) δέν ἐπιθυμοῦμε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί ὅλων τῶν Ἁγίων νά λέμε ψέματα, νά βεβαιώνουμε ὅτι ἡ σύνοδος καί ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος «ὀρθοτομοῦν τόν λόγον τῆς ἀληθείας». Ὅπου λειτουργεῖ ἐπίσκοπος, αὐτό τό ψέμα λέγει τό ἐκκλησίασμα, ὅταν ἀκούει καί συμφωνεῖ μέ τό λεγόμενο, ἀπό μέν τούς ἐπισκόπους τῆς κάτω Ἑλλάδος τό «Ἐν πρώτοις μνήσθητι Κύριε τῆς Ἱερᾶς ἡμῶν συνόδου, τῆς ὀρθοτομούσης τόν λόγον τῆς σῆς ἀληθείας», ἀπό δέ τούς ἐπισκόπους τῶν λεγομένων «Νέων Χωρῶν» τό «Ἐν πρώτοις μνήσθητι Κύριε τοῦ πατριάρχου ἡμῶν Βαρθολομαίου καί τῆς Ἱερᾶς ἡμῶν Συνόδου, τῶν ὀρθοτομούντων τόν λόγον τῆς ἀληθείας». Ὅσοι ἐκκλησιάζονται ἐκεῖ πού ἀκούγονται καί λέγονται αὐτά βεβαιώνουν ὅτι καί αὐτοί εἶναι αἱρετίζοντες οἰκουμενιστές, ἔχουν τήν ἴδια πίστη μέ τόν μνημονευόμενο ἐπίσκοπο καί ψεύδονται ἐνώπιον τῆς Αὐτοαληθείας, τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ, τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καί ὅλων τῶν Ἁγίων. Ἀλλά καί ὅπου δέν λειτουργεῖ ἐπίσκοπος, ἀλλά μόνον ἱερεύς, καί μνημονεύει τοῦ οἰκουμενιστοῦ ἐπισκόπου του ἰσχύουν ὅσα παραπάνω ἐλέχθησαν.
Πρέπει νά γίνει ἀντιληπτό ἀπό ὅσους δέν ἀντέδρασαν μετά ἀπό τήν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης, διότι κάτι ἴσως δέν κατάλαβαν καλά ἤ ἐδειλίασαν, ὅτι ἔχουν μερίδιο εὐθύνης γιά τίς μετέπειτα ἐξελίξεις, γιά τό Οὐκρανικό Σχίσμα, πού τείνει νά ἐξελιχθεῖ σέ πανορθόδοξο σχίσμα. Ἄν ἡ ἀντίδραση γιά τό Κολυμπάρι ἦταν πιό ἰσχυρή, ἄν ἄδειαζαν οἱ ναοί ὅπου λειτουργοῦν Κολυμπαριστές ἐπίσκοποι καί ἱερεῖς ἤ ἀκόμη καί ἄν ἐγίνετο ἔντονη διά λόγου ἀποδοκιμασία τοῦ αἱρετίζοντος, ὅπως συχνά συνέβη στήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, δέν θά τολμοῦσε ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος νά προσθέσει στήν αἵρεση τοῦ Κολυμπαρίου τό σχίσμα ἤ καλύτερα τήν σχισματοαίρεση τῆς Οὐκρανίας. Ἔχει φορτισθῆ πολύ τό ἐκκλησιολογικό κλίμα, ἔχει ἀποτεθῆ μεγάλο φορτίο, μεγάλο βάρος, στούς ὤμους τῶν ὀρθοφρονούντων κληρικῶν, ἰδιαίτερα τῶν ἐπισκόπων. Μακάρι νά ἀνελάμβαναν κάποιοι ἐπίσκοποι νά σηκώσουν αὐτό τό βάρος, ὅπως τό ἐσήκωσαν οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως τό ἐσήκωσε ὁ Ἅγιος Νικόλαος ἐναντίον τῶν εἰδωλολατρῶν καί ἐναντίον τῆς αἱρέσεως τοῦ Ἀρείου, γι᾽ αὐτό καί ἡ Ἐκκλησία τόν ἐγκωμιάζει λέγουσα: «Σύ καί τό βάρος τῆς ἡμέρας ἐβάστασας»21.
Γιά ὅσους δέν κατάλαβαν τόν αἱρετίζοντα χαρακτήρα τοῦ Κολυμπαρίου καί καθησύχασαν τίς συνειδήσεις τους ὅτι ἐπρόκειτο γιά μία σύνοδο κανονικῶν ἐπισκόπων, πού κατά τούς ἰσχυρισμούς των ἔλαβαν ἀποφάσεις «ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι», λησμονοῦντες ὅτι πάμπολλες σύνοδοι ἐπισκόπων στήν ἱστορία ἔλαβαν ἀποφάσεις «ἐν πονηρῷ πνεύματι», καί δικαιολογοῦντες τήν δική τους ἀπραξία καί ἀτολμία κατηγόρησαν ἀθεολόγητα καί ἄδικα ὅσους ἀντιδράσαμε μέ τήν ἀποτείχιση ὅτι δῆθεν προκαλοῦμε σχίσμα, οἰκονόμησε ὁ Θεός, ἤ ἐπέτρεψε καλύτερα, οἱ τοῦ Κολυμπαρίου νά ἑνωθοῦν μέ πραγματικό σχίσμα, νά ἔλθουν σέ πλήρη κοινωνία μέ καθηρημένους καί ἀναθεματισμένους σχισματικούς, ἀληθινά καί πραγματικά σχισματικούς, τούς ὁποίους ἀπέκοψε ἀπό τό σῶμα της μέ συνοδική ἀπόφαση μεγάλη καί ἰσχυρή Ἐκκλησία, αὐτή τῆς Ρωσίας, ἡ ὁποία ἀπόφαση ἰσχύει γιά ὅλη τήν Ἐκκλησία καί ἀναγνωρίσθηκε ἀπό ὅλη τήν Ἐκκλησία. Ἄν τήν αἵρεση στό Κολυμπάρι δέν τήν διέκριναν πολλοί, τώρα τά πράγματα εἶναι ὁλοφάνερα. Δέν μπορεῖ κανείς εὔκολα νά ἰσχυρισθεῖ ὅτι δέν βλέπει, δέν ἀκούει, δέν καταλαβαίνει. Ἡ κοινωνία μέ τούς σχισματικούς καί ἡ ἀναγνώριση τῶν σχισματικῶν τῆς Οὐκρανίας γίνεται δημόσια καί διακηρύσσονται δημόσια «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ». Στήν αἵρεση τοῦ Κολυμπαρίου προστέθηκε τό σχίσμα τοῦ Οὐκρανικοῦ ψευδοαυτοκεφάλου, τό δεύτερο μεγάλο κακό γιά τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, χειρότερο μάλιστα καί ἀπό τήν αἵρεση κατά τήν γνωστή γνώμη τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι τό νά προκαλέσει κανείς σχίσμα δέν εἶναι μικρότερο κακό ἀπό τό νά πέσει σέ αἵρεση, ὅτι τίποτε δέν ἐξοργίζει τόν Θεό τόσο ὅσο τό σχίσμα καί ὅτι οὔτε τό αἷμα τοῦ μαρτυρίου μπορεῖ νά ἐξαλείψει αὐτήν τήν ἁμαρτία22.
Εἶναι γι᾽ αὐτό δικαιολογημένη ἡ ἀγωνία καί ἡ ἀνησυχία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος, γιά τό τί πρέπει νά γίνει, τί πρέπει νά κάνουν οἱ πιστοί γιά νά ἀποφύγουν τήν κοινωνία μέ τήν αἵρεση τοῦ Κολυμπαρίου καί τώρα μέ τό σχίσμα τῆς Οὐκρανίας, πῶς πρέπει νά ἀντιδράσουν, νά ἀντισταθοῦν.
Δέν θά παραθέσουμε τό πλῆθος τῶν Ἁγιογραφικῶν καί Πατερικῶν μαρτυριῶν πού μᾶς συνιστοῦν νά ἐξέλθουμε, νά χωρισθοῦμε ἀπό αἱρετικά καί σχισματικά περιβάλλοντα, νά ἀπομακρυνθοῦμε ἀπό ψευδοδιδασκάλους καί ἀπό ψευδοποιμένες, πού οὐσιαστικά εἶναι προβατόσχημοι λύκοι. Ὅλην αὐτήν τήν διδασκαλία τήν ἔχει συνοψίσει ἡ Ἐκκλησία στούς Ἱερούς Κανόνες πού ἀποτελοῦν «Πηδάλιο» πλεύσης τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως προσφυῶς ὀνόμασε τήν συλλογή τους στό σχετικό βιβλίο ὁ Ἅγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης.
Σχετικά μέ τήν αἵρεση λοιπόν καί τούς αἱρετικούς ὅλων τῶν ἐποχῶν, στούς ὁποίους περιλαμβάνονται καί οἱ ἀρχαῖοι Μονοφυσίτες (Κόπτες, Ἀρμένιοι, Αἰθίοπες, Συροϊακωβίτες κ.ἄ.) καί οἱ νεώτεροι Παπικοί καί Προτεστάντες, ἡ Ἐκκλησία τούς ἔχει καταδικάσει συνοδικά καί ἀναθεματίσει, πολύ περισσότερο καί τήν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, καταδικασμένη στίς δοξασίες της ἀπό παλαιές συνόδους καί Πατέρες καί ἀπό συγχρόνους Ἁγίους. Σχετικά λοιπόν μέ τήν αἵρεση ὁδηγούς ἔχουμε τόν 31ο Ἀποστολικό Κανόνα καί τόν 15ο Κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου τοῦ Μ. Φωτίου (861). Ὁ Ἀποστολικός Κανόνας ἀπαγορεύει στούς ἱερεῖς νά χωρίζονται ἀπό τόν ἐπίσκοπο καί νά λειτουργοῦν ἀνεξάρτητα σέ δικά τους θυσιαστήρια, σέ δικούς τους ναούς, ἐκτός καί ἄν ὁ ἐπίσκοπος χωλαίνει στήν εὐσέβεια καί στήν δικαιοσύνη, ἄν εἶναι αἱρετικός καί ἄδικος23. Τότε μπορεῖ ὁ ἱερεύς νά διακόψει κάθε σχέση καί κοινωνία μαζί του καί φυσικά τήν μνημόνευσή του στίς ἱερές ἀκολουθίες. Συμπληρωματικά ὁ 15ος Κανόνας τῆς Πρωτοδευτέρας διευκρινίζει ὅτι ἡ διακοπή τῆς μνημόνευσης τοῦ ἐπισκόπου, ὅταν δημόσια κηρύσσει κάποια αἵρεση καταδικασμένη ἀπό συνόδους καί Πατέρες, γίνεται καί πρίν ἀπό τήν συνοδική καταδίκη του, πρίν νά ἀποφασίσει δηλαδή κάποια σύνοδος ἄν εἶναι αἱρετικός. Τό σημαντικό ἐπίσης αὐτοῦ τοῦ Κανόνος βρίσκεται καί εἰς τό ὅτι ὁρίζει πώς οἱ κληρικοί ὅλων τῶν βαθμῶν καί ἀξιωμάτων, πρεσβύτεροι, ἐπίσκοποι καί μητροπολῖτες, πού διακόπτουν τήν μνημόνευση τῶν προεστώτων, πού ἀποτειχίζονται δηλαδή, ὄχι μόνον δέν πρέπει νά τιμωροῦνται, ἀλλά πρέπει καί νά τιμῶνται, διότι δέν κατέκριναν ἐπισκόπους, ἀλλά ψευδεπισκόπους καί ψευδοδιδασκάλους, καί διότι δέν θίγουν μέ σχίσμα τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ἀλλά ἐλευθερώνουν, γλυτώνουν τήν Ἐκκλησία ἀπό τίς διαιρέσεις καί τά σχίσματα24.
Σχετικά μέ τό σχίσμα ἐπίσης οἱ Ἱεροί Κανόνες εἶναι κατηγορηματικοί καί ἁπλοί, καί ἀπορεῖ κανείς γιά τήν εὐκολία μέ τήν ὁποία κάποιοι κληρικοί καί θεολόγοι τούς παρερμηνεύουν ἤ τούς ἀπορρίπτουν παντελῶς. Οἱ σχισματικοί τῆς Οὐκρανίας, ὅπως εἶναι γνωστό καί ἀναμφισβήτητο, εἶναι καθηρημένοι καί ἀναθεματισμένοι, πολλοί δέ ἀπό αὐτούς ἀχειροτόνητοι καί αὐτοχειροτόνητοι. Ὁ πρωτεργάτης τοῦ σχίσματος Φιλάρετος Ντενισένκο εἶχε κανονική ἱερωσύνη καί ἀποστολική διαδοχή, ὅταν ἐπί πολλές δεκαετίες ἦταν κανονικός ἐπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσσίας. Ὅταν ὅμως καθαιρέθηκε καί ἀναθεματίσθηκε, ἔχασε τήν ἱερωσύνη καί τήν ἀποστολική διαδοχή, καί ἑπομένως ὅσοι χειροτονήθηκαν ἀπό αὐτόν, ὅπως ὁ σχισματικός νέος μητροπολίτης Κιέβου Ἐπιφάνιος, τό κατασκεύασμα τοῦ Βαρθολομαίου, δέν ἔχει ἱερωσύνη οὔτε ἀποστολική διαδοχή. Ὁ Μ. Βασίλειος τό ἐξηγεῖ ὡραιότατα στόν 1ο ἀπό τούς Κανόνες του, τούς ὁποίους ἐπικύρωσε ἡ Ἐκκλησία συνοδικά καί ἰσχύουν διαχρονικά. Λέγει λοιπόν ὅτι αὐτοί πού φεύγουν ἀπό τήν Ἐκκλησία μέ τό σχίσμα δέν ἔχουν πλέον τήν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καί δέν μποροῦν ἑπομένως νά μεταδώσουν κάτι πού δέν ἔχουν. Διακόπτεται ἡ παροχή τῆς Χάριτος μέ τήν διακοπή τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς: «Οἱ δέ τῆς Ἐκκλησίας ἀποστάντες οὐκέτι ἔσχον τήν Χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐφ᾽ ἑαυτούς· ἐπέλιπε γάρ ἡ μετάδοσις τῷ διακοπῆναι τήν ἀκολουθίαν… οἱ δέ ἀπορραγέντες, λαϊκοί γενόμενοι, οὔτε τοῦ βαπτίζειν, οὔτε τοῦ χειροτονεῖν εἶχον ἐξουσίαν, οὔτε ἠδύναντο χάριν Πνεύματος Ἁγίου ἑτέροις παρέχειν, ἧς αὐτοί ἐκπεπτώκασι». Πολύ περισσότερο αὐτά ἰσχύουν γιά ὅσους ἀπό τούς σχισματικούς τῆς Οὐκρανίας εἶναι ἀχειροτόνητοι καί αὐτοχειροτόνητοι, δέν εἶχαν δηλαδή ποτέ τήν Χάρη τῆς Ἱερωσύνης καί τήν ἀποστολική διαδοχή. Εἶναι φοβερό νά σκέπτεται κανείς ὅτι στήν Οὐκρανία ὑπάρχει ὁ κανονικός ἐπίσκοπος Κιέβου Ὀνούφριος, ὁ ὁποῖος ἔχει, μόνον αὐτός, τήν ἀποστολική διαδοχή στή σειρά τῶν ἐπισκόπων τοῦ Κιέβου, καί παρά ταῦτα ἔρχεται ἡ Κωνσταντινούπολη καί φυτεύει ἕνα δεύτερο ἐπίσκοπο Κιέβου, χωρίς Ἱερωσύνη καί χωρίς ἀποστολική διαδοχή.
Οἱ Ἱεροί Κανόνες λοιπόν εἶναι κατηγορηματικοί καί αὐστηροί στήν ἀντιμετώπιση αὐτῶν πού κοινωνοῦν μέ τούς καθηρημένους καί σχισματικούς. Ὁ 10ος Κανών τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων ὁρίζει γιά ὅλους, κληρικούς καί λαϊκούς, ὅτι ὅποιος συμπροσευχηθεῖ μέ ἀκοινώνητο, ἀκόμη καί σέ σπίτι, πολύ περισσότερο σέ ἐκκλησία, αὐτός πρέπει νά ἀφορίζεται: «Εἴ τις ἀκοινωνήτω, κἄν ἐν οἴκῳ συνεύξηται, οὗτος ἀφοριζέσθω». Ὁ 11ος ἐπίσης Ἀποστολικός Κανών ὁρίζει ὅτι ο κληρικός πού θά συμπροσευχηθεῖ μέ καθηρημένο κληρικό πρέπει καί αὐτός νά καθαιρεῖται: «Εἴ τις καθηρημένῳ, Κληρικός ὤν, Κληρικῷ συνεύξηται, καθαιρείσθω καί αὐτός» Τήν σχετική ἐκκλησιαστική νομοθεσία συμπληρώνει ὁ 2ος Κανών τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ τοπικῆς συνόδου, ὁ ὁποῖος ἐκτός τοῦ ὅτι ὁρίζει τό πασίγνωστο, πώς ὅποιος κοινωνεῖ μέ ἀκοινώνητο θά εἶναι καί αὐτός ἀκοινώνητος, διευκρινίζει ὅτι οἱ ἀκοινώνητοι σχισματικοί δέν πρέπει νά γίνονται δεκτοί ἀπό ἄλλη ἐκκλησία: «Μή ἐξεῖναι δέ κοινωνεῖν τοῖς ἀκοινωνήτοις, μηδέ ἐν ἑτέρᾳ Ἐκκλησίᾳ ὑποδέχεσθαι τούς ἐν ἑτέρᾳ Ἐκκλησίᾳ μή συναγομένους. Εἰ δέ φανείη τις τῶν Ἐπισκόπων, ἤ Πρεσβυτέρων, ἤ Διακόνων, ἤ τις τοῦ Κανόνος τοῖς ἀκοινωνήτοις κοινωνῶν καί τοῦτον ἀκοινώνητον εἶναι, ὡς ἄν συγχέοντα τόν Κανόνα τῆς Ἐκκλησίας». Ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Αγιορείτης ἑρμηνεύοντας τό τελευταῖο κομμάτι τοῦ Κανόνος, τό «ὡς ἄν συγχέοντα τόν Κανόνα τῆς Ἐκκλησίας» θεωρεῖ ὅτι σημαίνει τήν παράβαση τῶν δύο Ἀποστολικῶν Κανόνων τούς ὁποίους ἀναφέραμε. Γράφει: «Ὅποιος δέ Ἐπίσκοπος ἤ Πρεσβύτερος ἤ Διάκονος ἤθελε συγκοινωνήσει μέ τούς τοιούτους ἀκοινωνήτους, ἤ ἐν οἴκῳ, ἤ ἐν Ἐκκλησίᾳ, νά γίνεται καί αὐτός ἀκοινώνητος ἀπό τούς ἄλλους, διά τί μέ τοῦτο ὁποῦ κάμνει συγχέει καί παραβαίνει τούς περί τούτου διοριζομένους Κανόνας τῆς Ἐκκλησίας, δηλ. τόν ι´ καί ια´ Ἀποστολικόν»25.
Ἀπαγορεύεται ἑπομένως αὐστηρά ἡ κοινωνία μέ τούς σχισματικούς, ἰδιαίτερα ἡ προσευχητική, ἡ λειτουργική. Ὅσοι κοινωνοῦν μέ ἀκοινωνήτους καθίστανται καί αὐτοί ἀκοινώνητοι, ἰδιαίτερα δέ ὅσοι κοινωνοῦν μέ καθηρημένους κληρικούς πρέπει νά καθαιροῦνται καί αὐτοί.
Γιά τήν ἐφαρμογή αὐτῶν τῶν Κανόνων πού εἶναι σαφέστατοι πρέπει νά ληφθοῦν ὑπ᾽ ὄψιν τά ἑξῆς. Οἱ δικοί μας κληρικοί, οἱ Ἑλλαδίτες, ἀλλά καί τῶν ἄλλων δικαιοδοσιῶν τῆς Κωνσταντινούπολης καί τῆς Ἀλεξάνδρειας, πού ἐκοινώνησαν προσευχητικά μέ τούς σχισματικούς τῆς Οὐκρανίας, οὐσιαστικά εἶναι ἀκοινώνητοι, καί πρέπει νά ἀποφεύγεται ἡ κοινωνία μέ αὐτούς, δηλαδή οἱ ἄλλοι κληρικοί καί οἱ λαϊκοί δέν πρέπει νά ἐκκλησιάζονται ἐκεῖ πού λειτουργοῦν ἤ νά ἔχουν ἄλλες σχέσεις. Οἱ κληρικοί μάλιστα πρέπει στά πλαίσια τῆς μή κοινωνίας νά διακόψουν τήν μνημόνευση, οἱ μέν ἐπίσκοποι τοῦ πατριάρχου καί τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, οἱ δέ πρεσβύτεροι καί διάκονοι τῶν ἐπισκόπων ὡς μή «ὀρθοτομούντων τόν λόγον τῆς ἀληθείας». Ἡ δικαιολόγηση τοῦ σχίσματος καί ἡ ἐκκλησιοποίησή του δέν εἶναι ὀρθοτόμηση τοῦ λόγου τῆς ἀληθείας. Ἀλλιῶς ψεύδονται ἐνώπιον τοῦ Θυσιαστηρίου. Πρέπει νά ἀποστασιοποιηθοῦν ἀπό αὐτούς, ὥστε μέ τήν διακοπή τῆς διακοινωνίας καί τούς ἴδιους νά ὠφελήσουν, γιατί θά διερωτηθοῦν γιά ποιό λόγο διακόπηκε ἡ κοινωνία καί ἡ μνημόνευση, ἀλλά καί τό ποίμνιο θά προφυλάξουν, ὥστε νά μήν ἐμπλακεῖ στό σχίσμα. Αὐτή ἡ κοινωνία μέ τό σχίσμα περιλαμβάνει βέβαια ὄχι μόνον ὅσους συμπροσευχήθηκαν μέ τούς σχισματικούς, ἀλλά καί ὅσους ἀναγνώρισαν ὡς κανονικό τό χορηγηθέν ψευδοαυτοκέφαλο εἴτε συνοδικά εἴτε προσωπικά.
Ἐνῶ ὅμως οἱ κοινωνοῦντες μέ τό σχίσμα εἶναι οὐσιαστικά ἀκοινώνητοι καί καθαιρετέοι, τυπικά εἶναι ὑπόδικοι σέ καθαίρεση, δέν εἶναι καθηρημένοι. Πρέπει νά συνέλθει σύνοδος γιά νά τούς καθαιρέσει. Μέχρι νά καθαιρεθοῦν, τά μυστήρια πού τελοῦν εἶναι ἔγκυρα, αὐτό ὅμως δέν δικαιολογεῖ τό νά συνεχισθεῖ ἡ κοινωνία μαζί τους. Τά διευκρινίζει αὐτά ἄριστα ὁ Ἅγιος Νικόδημος, ὅταν σέ σχόλιό του στόν 2ο Ἀποστολικό Κανόνα λέγει ὅτι, ὅταν οἱ Ἱεροί Κανόνες λέγουν «ἀφοριζέσθω» καί «καθαιρείσθω», δέν σημαίνει ὅτι αὐτομάτως ἐνεργεῖται ἡ καθαίρεση καί ὁ ἀφορισμός μέ τήν διάπραξη τοῦ παραπτώματος, ἀλλά πρέπει νά ἀκολουθήσει συνοδική ἀπόφαση ἀφορισμοῦ καί καθαιρέσεως. Μέχρι τότε οἱ πταίοντες εἶναι ὑπόδικοι σέ ἀφορισμό καί καθαίρεση καί ὄχι τυπικά ἀφορισμένοι καί καταδικασμένοι, ὄχι ἐνεργείᾳ ἀλλά δυνάμει. Λέγει ἐπί λέξει: «Ὅμως ἄν ἡ σύνοδος δέν ἐνεργήσει ἐμπράκτως τήν καθαίρεσιν τῶν ἱερέων, ἤ τόν ἀφορισμόν, ἤ ἀναθεματισμόν τῶν λαϊκῶν, οἱ ἱερεῖς αὐτοί καί οἱ λαϊκοί οὔτε καθηρημένοι εἶναι ἐνεργείᾳ οὔτε ἀφωρισμένοι ἤ ἀναθεματισμένοι, ὑπόδικοι ὅμως, ἐδῶ μέν εἰς τήν καθαίρεσιν καί τόν ἀναθεματισμόν, ἐκεῖ δέ εἰς τήν θείαν δίκην»26. Ἔτσι πρέπει νά ἐκληφθεῖ καί τό «ὁ κοινωνῶν ἀκοινωνήτῳ ἀκοινώνητος ἔσται» ἤ «ἀκοινώνητος ἔστω». Δέν λέγει «ἀκοινώνητος ἐστί», ὅτι δηλαδή ἀμέσως ἐνεργείᾳ καθίσταται ἀκοινώνητος, ἀλλά στό μέλλον θά καταστεῖ ἀκοινώνητος ἐνεργείᾳ μέ τήν συνοδική καταδίκη, δίνει ἐντολή νά καταστεῖ ἀκοινώνητος. Καί ἕνας ὑπόδικος πάντως πρέπει νά ἀντιληφθεῖ ὅτι ἔπταισε καί ὄχι νά δικαιολογοῦμε τό πταῖσμα του κοινωνοῦντες μαζί του, σάν νά μή συμβαίνει τίποτε, καί συντελοῦντες στό νά συνεχίσει ἀμετανόητος νά διαπράττει πταίσματα.
Στήν περίπτωση πάντως αὐτῶν πού ἐκοινώνησαν μέ τούς σχισματικούς τῆς Οὐκρανίας δέν περιμένουμε νά συγκαλέσουν οἱ ἴδιοι σύνοδο καί νά αὐτοκαταδικασθοῦν. Μᾶλλον θά δικαιώσουν τούς ἑαυτούς των, ἐκτός τοῦ ὅτι δέν πρόκειται ποτέ νά συγκαλέσουν πανορθόδοξη σύνοδο, διότι γνωρίζουν ὅτι ἡ συντριπτική πλειονότητα τῶν τοπικῶν ἐκκλησιῶν εἶναι ἐναντίον τους. Γιά τόν λόγο αὐτό φαντάζει ὡς οὐτοπική καί γραφική ἡ ἔκκληση πρός τόν πατριάρχη Βαρθολομαῖο νά συγκαλέσει πανορθόδοξη σύνοδο, ἀλλά συγχρόνως καί ἔμμεση φυγή ἀπό τήν εὐθύνη ἄλλων προκαθημένων καί τήν δυνατότητα πού ἔχουν νά συγκαλέσουν καί χωρίς τόν πατριάρχη Βαρθολομαῖο σύνοδο γιά νά ἐπιλύσει τό Οὐκρανικό πρόβλημα.
Ἄλλωστε, δέν ἀπουσιάζει καί συνοδική ἀπόφαση πού καταδικάζει σέ ἀκοινωνησία αὐτούς πού ἐκοινώνησαν μέ τούς σχισματικούς. Εἶναι αὐτή τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας, ἡ ὁποία μπορεῖ νά μήν εἶναι πανορθόδοξη, ἀλλά τοπική, εἶναι πάντως κανονικά κατοχυρωμένη καί ὀρθή, καί φλυαροῦν ἁπλῶς ὅσοι ὁμιλοῦν γιά «ἐργαλειοποίηση τῆς Θ. Εὐχαριστίας» καί γιά βλάσφημη ἐξάσκηση βίας διά μέσου τῆς Θ. Εὐχαριστίας. Δηλαδή οἱ Ἅγιοι Πατέρες πού διέκοπταν ἐν συνόδῳ, ὅπως ἔκανε ἡ Ρωσική Ἐκκλησία, τήν εὐχαριστιακή κοινωνία μέ τούς αἱρετικούς καί σχισματικούς, ἀλλά καί μέ ὅσους κοινωνοῦσαν μέ αὐτούς, χρησιμοποιοῦσαν ὡς ἐργαλεῖο τήν Θεία Εὐχαριστία καί ἀσκοῦσαν βία ἐναντίον τους; Τήν Θεία Εὐχαριστία πού εἶναι τό κατ᾽ ἐξοχήν μυστήριο τῆς ἑνότητος βλασφημοῦν ὅσοι προσβάλλουν αὐτήν τήν ἑνότητα, οἱ αἱρετικοί, οἱ σχισματικοί καί οἱ κοινωνοῦντες μέ αὐτούς. Ἑπομένως τά «ἔσται ἀκοινώνητος», ἤ «ἔστω ἀκοινώνητος», ἔχασαν τήν μελλοντική τους διάσταση καί ἔγιναν παρούσα πραγματικότης μέ τήν συνοδική ἀπόφαση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας, ἡ ὁποία εὐχόμαστε νά γίνει πανορθόδοξη.
Ὑπάρχει καί ἄλλος λόγος πού δικαιολογεῖ ὅσους θά διακόψουν τήν κοινωνία μέ αὐτούς πού ἀναγνώρισαν τό Οὐκρανικό ψευδοαυτοκέφαλο, τό ὅτι δέν πρόκειται γιά ἁπλό διοικητικό σχίσμα, γιά διαφορές δηλαδή στήν διοίκηση καί στίς δικαιοδοσίες, γιά δημιουργία μιᾶς ἄλλης διοίκησης κοντά σέ ἄλλη ὑφιστάμενη. Αὐτό τό ἁπλό διοικητικό σχίσμα θεωρεῖ ὁ Μ. Βασίλειος ἰάσιμο, σέ σχέση μέ τήν αἵρεση, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ σέ ὁλοκληρωτικό ρῆγμα, γιατί ἀλλοτριώνει ἀπό τήν πίστη, ἀπό τά δόγματα τῆς Ἐκκλησίας27. Στήν περίπτωση τοῦ Οὐκρανικοῦ ψευδοαυτοκέφαλου ἔχομε σύνθεση, συμπλοκή, ἕνωση αἱρέσεως καί σχίσματος, γι᾽ αὐτό σωστά χαρακτηρίσθηκε ὡς σχισματοαίρεση. Κατά τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας ἡ διοίκηση ἀσκεῖται συνοδικά καί ὄχι μοναρχικά, ὅπως στήν αἵρεση τοῦ Παπισμοῦ. Ἀποτελεῖ δογματική ἐκκλησιολογική παρέκκλιση, τοῦτ᾽ αὐτό αἵρεση, ἡ μή ἀναγνώριση τῆς αὐτοτελείας καί πληρότητας τῶν τοπικῶν ἐκκλησιῶν, ὅταν γι᾽ αὐτές ἀποφασίζει ἐκκλησιαστική ἀρχή ἐκτός τῶν κανονικῶν τους ὁρίων, ἕνας δῆθεν «πρῶτος χωρίς ἴσους», ὅπως συνέβη στήν Οὐκρανία μέ τήν ὑπερόρια ἐπέμβαση καί εἰσπήδηση τοῦ πατριάρχου Βαρθολομαίου. Ἡ αἵρεση προσλαμβάνει καί τριαδολογική διάσταση, ὅταν γιά τήν μοναρχία τοῦ «πρώτου» χρησιμοποιεῖται ἀνεπίτρεπτα ἡ μοναρχία τοῦ Πατρός μέσα στήν Ἁγία Τριάδα. Ἐπί πλέον ὑπάρχει καί ἄλλη ἐκκλησιολογική καί σωτηριολογική παρέκκλιση, ἑπομένως δογματική σέ θέματα πίστεως, νά ἀναγνωρίζεται ἱερωσύνη σέ ἀχειροτόνητους καί αὐτοχειροτόνητους, καί νά ἀνατίθεται σέ αὐτούς, χωρίς ἔγκυρη μυστηριακή Ἱεωσύνη, ἡ μετάδοση τῆς Χάριτος στούς πιστούς, τήν ὁποία ποτέ δέν παίρνουν. Ἐπειδή λοιπόν συμπλέκεται τό σχίσμα καί μέ αἱρετικές παρεκκλίσεις, δικαιολογεῖται ἡ διακοπή μνημόνευσης τῶν ὀνομάτων τῶν ἐπισκόπων πού τούς ἀναγνωρίζουν καί ἡ κοινωνία πρός αὐτούς ἀκόμη καί πρό συνοδικῆς διαγνώμης.
Ὑπάρχει ἄριστο πρόσφατο παράδειγμα Ἁγίου μέ οἰκουμενική τιμή καί προβολή, τοῦ ἰατροῦ Ἁγίου Λουκᾶ τῆς Κριμαίας, τοῦ ὁποίου λείψανα τιμῶνται καί στήν Ἑλλάδα, κτίζονται δέ καί ναοί πρός τιμήν του, δυστυχῶς ἀπό ἐπισκόπους οἱ ὁποῖοι δέν μιμοῦνται τό παράδειγμά του, ἀλλά μόνο μέ λόγια τόν τιμοῦν, γιά τό πῶς πρέπει νά ἀντιμετωπίζουμε κληρικοί καί λαϊκοί τό σχίσμα. Ὁ ἅγιος Λουκᾶς λοιπόν ὁ ἰατρός, ἀρχιεπίσκοπος Κριμαίας καί Συμφερουπόλεως, ὅπως μᾶς ἀποκάλυψε πρόσφατα σέ χαριτωμένη μελέτη του στό Διαδίκτυο ὁ π. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος28, ἦταν μέλος τῆς ἱεραρχίας τῆς κανονικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας ὑπό τόν πατριάρχη ἅγιο Τύχωνα, ὅαν μία ὁμάδα ἱερέων τῆς Πετρούπολης, παρακινούμενη ἀπό τούς ἄθεους κυβερνῶντες, τούς Μπολσεβίκους, ἵδρυσαν πραξικοπηματικά τό 1922 σχισματική ἐκκλσία πού τήν ὀνόμασαν «Ζωντανή Ἐκκλησία», γιά νά διαλύσουν ἐκ τῶν ἔνδον τήν κανονική Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας, ὅπως πράττουν καί τώρα οἱ ἄθεοι τῆς Εὐρώπης καί τῆς Ἀμερικῆς μαζί μέ τό Βατικανό, γιά νά διαλύσουν τήν Ὀρθοδοξία. Φοβερή σύμπτωση καί ὁμοιότητα μέ τά σημερινά: Ἡ Κωνσταντινούπολη ἐπρόδωσε καί τότε τήν κανονική Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας, τόν ἅγιο πατριάρχη Τύχωνα, καί ἀναγνώρισε τήν «Ζωντανή Ἐκκλησία» τῶν σχισματικῶν. Ὁ Ἅγιος Λουκᾶς συνελήφθη ἀπό τούς κομισάριους τῶν Μπολσεβίκων καί ὁδηγήθηκε στήν φυλακή. Ἀπό ἐκεῖ κατόρθωσε νά βγάλει ἔξω μέ ἔμπιστό του ὑπάλληλο τήν διαθήκη του καί νά τήν διαδώσει στούς πιστούς, ὥστε νά ἀποφύγουν μέ κάθε τρόπο τήν σχισματική παράταξη. Ἔγραφε:
«Ἡ ῾῾Ζωντανή Ἐκκλησία᾽᾽, ὅπως τήν ὀνομάζουν οἱ ἐκπρόσωποί της, δέν εἶναι Ἐκκλησία, ἀλλά ἕνα ἄγριο θηρίο, πού ἔχει ὅλα τά γνωρίσματα τῆς ἀγριότητος. Σᾶς ἱκετεύω καί σᾶς παρακαλῶ νά τηρεῖτε τούς λόγους μου… Νά μήν φύγετε ἀπό τόν δρόμο, πού σᾶς δείξαμε. Ἄν σᾶς ἁρπάζουν τούς ναούς καί τούς δίνουν στήν ὀργάνωση αὐτή μήν ἀντιδρᾶτε. Αὐτό ἄφησε ὁ Θεός νά γίνει πρός τό παρόν. Μήν ξεγελιέστε μέ τίς ἐξωτερικές ὁμοιότητες μέ μᾶς, πού τηροῦν οἱ ἐκπρόσωποι τῆς ὀργάνωσης, στίς ἀκολουθίες καί στή Λειτοργία. Νά ξέρετε ὅτι δέν εἶναι κανονικές. Νά πηγαίνετε στούς ναούς ὅπου λειτουργοῦν ἄξιοι ἱερεῖς, οἱ ὁποῖοι δέν ὑποτάχθηκαν στίς ἐντολές τῆς σχισματικῆς αὐτῆς ὀργάνωσης. Ἀκόμη καί ἐάν ὅλοι οἱ ναοί πέσουν στά χέρια τους καί δέν ἔχετε ποῦ νά πᾶτε, καλύτερα νά μήν πᾶτε πουθενά, παρά σ᾽ αὐτούς. Νά μήν ἔχετε καμμιάν ἐπικοινωνία μέ τούς σχισματικούς, οὔτε νά ἐπιχειρήσετε διαλόγους μαζί τους. Νά μήν ἀντιστέκεστε στίς ἀρχές, πού γιά τίς ἁμαρτίες μας ἐπέτρεψε ὁ Θεός. Σᾶς παρακαλῶ ὅλους σας, ὅλα τά πιστά τέκνα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Τουρκεστάν, νά τηρεῖτε τίς ἐντολές μου, πού ἔχω γράψει στήν διαθήκη».
Τίς ἡμέρες πού ὁ ἅγιος Λουκᾶς βρισκόταν στήν φυλακή ἔφθασε στήν Τασκένδη, ὅπου ἦταν φυλακισμένος, ὁ ἀντικανονικός ἐπίσκοπος τῶν σχισματικῶν Νικόλαος. Ὁ ἅγιος Λουκᾶς τόν χαρακτήρισε ὡς «βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως… ἑστός ἐν τόπῳ ἁγίῳ». Ἐξόριστος στήν πόλη Γενισέισκ τό 1924 μετέτρεψε ἕνα διαμέρισμα σέ ἐκκλησία, διότι ὅλοι οἱ ναοί εἶχαν πέσει στά χέρια σχισματικῶν. Ὅλοι οἱ ἱερεῖς ἀπό φόβο εἶχαν προσχωρήσει στό σχίσμα. Ἕνας μόνον διάκονος παρέμεινε πιστός στήν κανονική Ἐκκλησία, τόν ὁποῖο ὁ Ἅγιος Λουκᾶς ὑπερορίως χειροτόνησε πρεσβύτερο. Ὅταν ὑπάρχει γενική κατάλυση τῆς κανονικῆς τάξεως ἀπό τούς αἱρετικούς καί σχισματικούς, οἱ Ἱεροί Κανόνες χρησιμοποιοῦνται ἀπό αὐτούς ὅπως τούς συμφέρει· ἀπό κανόνες γίνονται κανόνια εἰς βάρος τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἔλεγε ὁ εὐλογημένος μακαριστός Γέροντας Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος. Τότε κατ᾽ οἰκονομίαν οἱ Ἱεροί Κανόνες πού ἀπαιτοῦν ὑπακοή καί εὐπείθεια στόν ἐπίσκοπο, ἀλλά καί ὅσοι εὐνοοῦν τούς καταληψίες τῆς Ἐκκλησίας, τούς αἱρετικούς καί σχισματικούς, δέν τηροῦνται, μέχρι νά ἐπανέλθει ἡ κανονική τάξη, διότι «ἐξ ἀνάγκης καί νόμου μετάθεσις γίνεται»29. Ὑπάρχουν πολλές περιπτώσεις Ἁγίων πού ἐνήργησαν ὑπερόρια, ὅταν ἡ Ἐκκλησία εἶχε καταληφθῆ ἀπό αἱρετικούς. Τό ἴδιο ἔπραξε σέ ἄλλη περίπτωση ὁ Ἅγιος Λουκᾶς, ὅταν κατά θαυματουργικό τρόπο ἕνας μοναχός ἀπό μακρινή πόλη ἐστάλη ἀπό τούς κατοίκους της, πού δέν ἤθελαν νά ποιμαίνονται ἀπό σχισματικούς ἱερεῖς, νά χειροτονηθεῖ ἀπό τόν Ἅγιο Λουκᾶ, ὅπως καί ἔγινε. Στό χειροτονητήριο ἔγγραφο ἔγραψε χαρακτηριστικά: «Μέ τό παρόν βεβαιώνω ὅτι ὁ μοναχός Χριστοφόρος, τόν Μάρτιο τοῦ 1924 χειροτονήθηκε ἀπό μένα ἱεροδιάκονος καί ἱερομόναχος γιά τό ποίμνιο τοῦ Κρασνογιάρσκ, πού διεφύλαξε τήν πίστη πρός τόν Παναγιώτατο Πατριάρχη Τύχωνα καί δέν προσχώρησε στό ἐκκλησιαστικό σχίσμα. Ὁ ἱερομόναχος πρέπει νά φροντίσει γιά τήν ἵδρυση ἐνορίας στό Κρασνογιάρσκ. Λόγῳ ἔλλειψης ἀρχιερατικῆς σφραγίδας, ἐπιθέτω τήν ἰατρική μου σφραγίδα. Ταπεινός Λουκᾶς, Ἐπίσκοπος Τασκένδης καί Τουρκεστάν. 20 Μαρτίου 1924 – Γενισέϊσκ». Φαντάζεται κανείς τόν Ἅγιο Λουκᾶ νά συμπροσεύχεται καί νά ἀναγνωρίζει τούς σχισματικούς τῆς «Ζωντανῆς Ἐκκλησίας», πού ἐνεκρώθη βέβαια, ὅπως ἀναγνωρίζουν πολλοί δικοί μας τήν νέα ψευδοαυτοκέφαλη ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας, πού καί αὐτή πρόκειται νά νεκρωθεῖ;30
Ἐγνώριζε ὁ Ἅγιος Λουκᾶς τήν στάση τῶν Ἁγίων ἀνά τούς αἰῶνες ἀπέναντι στίς αἱρέσεις καί τά σχίσματα καί αὐτούς ἀκολουθοῦσε. Περίλαμπρο παράδειγμα ἀντίστασης καί ἀπόρριψης τῆς σχισματοαίρεσης τοῦ Παπισμοῦ, καί ὅσων εἶχαν κοινωνία μαζί τους, ἀπέναντι δηλαδή στούς λατινόφρονες, τούς ὁποίους ἀκολουθοῦν οἱ σημερινοί φιλοπαπικοί καί Οἰκουμενιστές, καί παράδειγμα μίμησης γιά ὅλους μας εἶναι ὁ Ἅγιος Μᾶρκος Ἐφέσου ὁ Εὐγενικός, μέ τόν ὁποῖο κατακλείουμε τήν παροῦσα Διακήρυξη ἀγώνα καί ἀντίστασης. Γράφει πρός τόν ἱερομόναχο Θεοφάνη ὅτι οἱ ἐπίσκοποι πού τιμήθηκαν ἀπό τήν Ἐκκλησία καί ὑψώθηκαν περισσότερο ἀπό τήν ἀξία τους, αὐτοί τήν ἀτίμασαν καί τήν ἔβλαψαν μέ τό νά τήν ἀναμείξουν μέ αὐτούς πού εἶναι ἀποκομμένοι ἐδῶ καί πολλά χρόνια, ἔχουν σαπίσει καί ἔχουν δεχθῆ μύρια ἀναθέματα. Μέ τήν κοινωνία πού ἔχουν μέ αὐτούς σπιλώνουν, κηλιδώνουν τήν ἄσπιλη νύμφη τοῦ Χριστοῦ31. Δηλώνει ὅτι δέν θέλει νά ἔχει καμμία σχέση μέ τόν λατινόφρονα πατριάρχη καί παραγγέλλει ὅτι ἐπιθυμεῖ κατά τήν κηδεία του νά μή στείλει, γιά νά τόν τιμήσει δῆθεν, κάποιους ἀρχιερεῖς ἤ κληρικούς πού εἶναι σέ κοινωνία μαζί του, ὥστε νά συμπροσευχηθοῦν ἤ νά συμφορέσουν μέ τούς κληρικούς πού τόν ἀκολουθοῦσαν, μέ τούς ἀποτειχισμένους δηλαδή ἱερεῖς, καί νά φανεῖ ὅτι ἔστω καί μέ τόν τρόπο αὐτό βρίσκεται σέ κοινωνία μαζί του. Πιστεύει ὅτι ὅσο ἀπομακρύνεται ἀπό τόν πατριάρχη καί τούς ὁμοίους του, τόσο περισσότερο προσεγγίζει τόν Θεό καί τούς Ἁγίους καί ὅπως χωρίζεται ἀπό αὐτούς, ἔτσι ἑνώνεται μέ τήν ἀλήθεια καί τούς Ἁγίους Πατέρες καί Θεολόγους τῆς Ἐκκλησίας. Δέν πρέπει νά ἀναμείξουμε τά ἄμικτα. Θά εἴμαστε παντελῶς χωρισμένοι ἀπό αὐτούς, μέχρις ὅτου ὁ Θεός χορηγήσει τήν καλή εἰρήνη καί διόρθωση στήν Ἐκκλησία Του32. Πρέπει νά τούς ἀποφεύγει κανείς ὅπως ἀποφεύγει τά φίδια, γιατί εἶναι πολύ χειρότεροι, ὡς χριστοκάπηλοι καί χριστέμποροι33. Δέν χρειάζεται νά πεῖ κανείς πολλά. Ὅλοι οἱ διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας, ὅλες οἱ σύνοδοι καί ὅλη ἡ Ἁγία Γραφή παραινοῦν νά ἀποφεύγουμε τούς ἑτεροδόξους καί νά μήν ἔχουμε κοινωνία μαζί τους34.
Ἐπίλογος
Δέν ἀρκοῦν αὐτά γιά νά ξυπνήσουν ἐπί τέλους κάποιοι καί νά ἀντιληφθοῦν ὅτι ὅσο εἶναι μαζί μέ τούς λατινόφρονες καί τούς Οἰκουμενιστές, μέ τόν πατριάρχη Βαρθολομαῖο καί τούς ὁμοίους του, εἶναι μακριά ἀπό τόν Θεό καί τούς Ἁγίους;
Γιά τήν «Σύναξη Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καί Μοναχῶν»
Ἀρχιμ. Μάξιμος Καραβᾶς
Καθηγούμενος Ἱ. Μ. Ἁγίας Παρασκευῆς Μηλοχωρίου Πτολεμαΐδος
Πρωτοπρ. Θεόδωρος Ζήσης
Ὁμότιμος Καθηγητής Θεολογικῆς Σχολῆς Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Κληρικός Ἱερᾶς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης
Πρωτοπρ. Νικόλαος Μανώλης
Κληρικός Ἱερᾶς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης
Πρωτοπρ. Φώτιος Βεζύνιας
Κληρικός Ἱερᾶς Μητροπόλεως Λαγκαδᾶ
·         1. Βλ. μεταξύ ἄλλων Πρωτοπρεσβύτερος Θεοδωρος Ζησης, Τό Οὐκρανικό Αὐτοκέφαλο. Ἀντικανονική καί διαιρετική εἰσπήδηση τῆς Κωνσταντινούπολης, Θεσσαλονίκη 2018, Ἐκδόσεις «Τό Παλίμψηστον». Πρωτοπρεσβύτερος Αναστασιοσ Γκοτσοπουλοσ, Συμβολή στόν Διάλογο γιά τό Οὐκρανικό Αὐτοκέφαλο, Θεσσαλονίκη 2019, Ἐκδόσεις «Τό Παλίμψηστον» Πρακτικa Ημερίδας: «Τό Οὐκρανικό Αὐτοκέφαλο καί ἡ Νέα Ἐκκλησιολογία τοῦ Φαναρίου», Θεοδρομία 21 (2019) διπλό τεῦχος, σελ. 161-528. Γιωργοσ Ν. Παπαθανασοπουλοσ, Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία σήμερα, Ἐναλλακτικές Ἐκδόσεις, Σειρά: Ἀντιπαραθέσεις 37, 2019.
·         2. Γιωργοσ Παπαθανασοπουλοσ, «Μεταδοτικό μικρόβιο τό παπικό πρωτεῖο…», Θεοδρομία 17 (2015) 155ἑ.
·         3. Βλ. «Ὑπόμνημα πέντε Μητροπολιτῶν κατά τῶν ἀποφάσεων τοῦ ΠΣΕ ἐν Πουσάν», Θεοδρομία 16 (2014) 88-92.
·         4. «Οὐκ ἐσμέν τῶν Πατέρων σοφώτεροι», Θεοδρομία 13 (2011) 635-638.
·         5. Βλ. Θεοδρομία 21 (2019) 312-368.
·         6. Αὐτόθι 21 (2019) ὁλόκληρο τό διπλό τεῦχος, σελ. 161-528.
·         7. Βλ. Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδωρου Ζηση, Οὐνία. Ἡ καταδίκη καί ἡ ἀθώωση, Θεσσαλονίκη 2002, σελ. 158-159.
·         8. Βλ. Πρωτοπρεσβύτερος Θεοδωροσ Ζησησ, Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος. Πρέπει νά ἐλπίζουμε ἤ νά ἀνησυχοῦμε;, Ἐκδόσεις «Τό Παλίμψηστον», Θεσσαλονίκη 2016. Του Αυτου, Μετά τήν «σύνοδο» τῆς Κρήτης. Ἡ διακοπή μνημοσύνου καί ἡ δικαστική μου δίωξη, Ἐκδόσεις «Τό Παλίψμηστον», Θεσσαλονίκη 2017. Δύο διπλά τεύχη τῆς Θεοδρομίας 18 (2016), 1-352 καί 18 (2016) 353-704 εἶναι ἀφιερωμένα στήν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης, τό δεύτερο μέ τίτλο στό ἐξώφυλλο «Οὔτε Ἁγία οὔτε Μεγάλη οὔτε Σύνοδος». Σέ διπλό τεῦχος ἐπίσης δημοσιεύθηκαν τά Πρακτικά Ἡμερίδος μέ τίτλο «Ὀρθοδοξία καί Κολυμπάρι. Δύο χρόνια μετά», Θεοδρομία 20 (2018) 161-376.
·         9. Βλ. σχετικῶς γιά τήν μετάλλαξη τῆς «συνόδου» ἀπό οἰκουμενική σέ πανορθόδοξη εἰς Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδωρου Ζηση, «Μεταλλαγμένη καί ἀλλοιωμένη ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος» καί «Ποιός καί γιατί ἄλλαξε τό χαρακτήρα τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου;», στό βιβλίο τοῦ ἰδίου, Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος. Πρέπει νά ἐλπίζουμε ἤ νά ἀνησυχοῦμε; ἐνθ᾽ ἀνωτ., σελ. 49-94 καί στήν Θεοδρομία 17 (2015) 3-9 καί 602-608.
·         10. Ἡ ἀναγνώριση ἔγινε μέ περίεργη διαδικασία, τήν ὁποία κατήγγειλαν πολλοί ἀρχιερεῖς, στίς 12 Ὀκτωβρίου τοῦ 2019. Δέν ἔγινε ψηφοφορία καί ἡ σύγκληση ἐπίσης ἐνεργήθηκε αἰφνιδιαστικά. Τίς παρατυπίες κατήγγειλε ἀμέσως ὁ μητροπολίτης Κυθήρων Σεραφείμ καί πρόσφατα ὁ μητροπολίτης Ἠλείας Γερμανός.
·         11. Ἀναγνώρισε μόνος του μέ πατριαρχικό γράμμα στίς 8 Νοεμβρίου 2019, χωρίς συνοδική ἀπόφαση, τό ψευδοαυτοκέφαλο τῶν σχισματικῶν τῆς Οὐκρανίας. Ἀνακοίνωσε ἁπλῶς τήν ἀπόφαση στούς ἀρχιερεῖς τῆς πατριαρχικῆς του δικαιοδοσίας.
·         12. Βλ. ὑποσημ. 7 παρούσας Διακήρυξης.
·         13. Βλ. Πρωτοπρεσβύτερος Θεοδωρος Ζησης, «Οὔτε αἵρεση οὔτε σχίσμα ὁ Παπισμός», Θεοδρομία 8 (2006) 460.
·         14. Βλ. «Αἱ πνευματικαί ὑποθῆκαι τοῦ Ἀθηναγόρου τοῦ Α´», Ὀρθόδοξος Τύπος, φ. 365 (13 Ἰουλίου 1979), σελ. 1, 3, 4.
·         15. Βλ. Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδωρου Ζηση, «Λόγος ἀληθείας καί παρρησίας», Θεοδρομία 8 (2006) 329-330.
·         16. Βλ. περισσότερα εἰς Ιερα Μητροπολισ Πειραιωσ, Γραφειον επι των Αιρεσεων και των Παραθρησκειων, «Ἡ μυστηριακή διακοινωνία μέ αἱρετικούς σέ ἐπίπεδο λαϊκοῦ Οἰκουμενισμοῦ», στό Διαδίκτυο 2/12/2019.
·         17 Ὁ π. Γεώργιος ἀναφέρεται σέ σειρά ἄρθρων πού ἐδημοσίευσε ὁ δικηγόρος καί θεολόγος Αθανασιοσ Σακαρελλοσ μέ τίτλο «Ἔγινεν ἀπό τό 1965 ἡ Ἕνωσις τῶν Ἐκκλησιῶν («ἐν κρυπτῷ καί παραβύστῳ»), στόν Ὀρθόδοξο Τύπο, φφ. 1676-1684 (9 Φεβρ. 2007 – 6 Ἀπρ. 2007). Τά ἄρθρα κυκλοφορήθηκαν καί σέ βιβλίο.
·         18. https://paterikiparadosi.blogspot.com/2016/12/blog-post_492.html
·         19. Βλ. ὅλο τό σχετικό ἀπόσπασμα τῆς ἐπιστολῆς πρός τόν πρωθυπουργό Λουκᾶ Νοταρᾶ, εἰς Θεοδωρου Ζηση, Γεννάδιος Β´ Σχολάριος. Βίος-Συγγράμματα-Διδασκαλία, Ἀνάλεκτα Βλατάδων 30, Πατριαρχικό Ἵδρυμα Πατερικῶν Μελετῶν, Θεσσαλονίκη 1988, σελ. 182 ἑἑ.
·         20. Βλ. σχετικῶς Πρωτοπρεσβύτερος Θεοδωροσ Ζησησ, Δέν εἶναι σχίσμα ἡ Ἀποτείχιση. Ὀφειλόμενες ἐξηγήσεις, Σειρά «ΚΑΙΡΟΣ» 24, Θεσσαλονίκη 2017. Γιά τίς δεκάδες τῶν Ἁγίων πού ἀποτειχίσθηκαν τό σωματεῖο «Ὀρθόδοξος Χριστιανικός Σύλλογος ῾῾῾Ἅγιος Ἰωσήφ ὁ Ἡσυχαστής᾽᾽» ἀφιέρωσε τό ἐπιτοίχιο ἡμερολόγιο τοῦ 2018 σέ σχετικές πληροφορίες ἀπό τόν βίο καί τή διδασκαλία τους μέ τίτλο «Ἡμερολόγιον 2018. Ἡ διακοπή μνημοσύνου στά συναξάρια τῶν Ἁγίων μας.»
·         21. Τροπάριο τῶν Στιχηρῶν τῆς Λιτῆς τοῦ Ἑσπερινοῦ: «Εὐ δοῦλε ἀγαθέ καί πιστέ». Τό ἴδιο καί στόν Ὄρθρο μετά τόν Ν´ Ψαλμό.
·         22. Εἰς Ἐφ. Ὁμιλ. 11, 4-5, PG 62, 85-87: «Οὐδέν οὕτως Ἐκκλησίαν δυνήσεται διαιρεῖν, ὡς φιλαρχία· οὐδέν οὕτω παροξύνει τόν Θεόν, ὡς τό Ἐκκλησίαν διαιρεθῆναι… Οὐδέ μαρτυρίου αἷμα ταύτην δύναται ἐξαλείφειν τήν ἁμαρτίαν… Διά τοῦτο λέγω καί διαμαρτύρομαι ὅτι τοῦ εἰς αἵρεσιν ἐμπεσεῖν τό τήν Ἐκκλησίαν σχίσαι οὐκ ἔλαττόν ἐστι κακόν».
·         23. 31ος Ἀποστολικός Κανών: «Εἴ τις Πρεσβύτερος, καταφρονήσας τοῦ ἰδίου Ἐπισκόπου, χωρίς συναγάγει, καί θυσιαστήριον ἕτερον πήξει, μηδέν κατεγνωκώς τοῦ Ἐπισκόπου ἐν εὐσεβείᾳ καί δικαιοσύνῃ, καθαιρείσθω, ὡς φίλαρχος. Τύραννος γάρ ἐστιν· ὡσαύτως δέ καί οἱ λοιποί Κληρικοί, καί ὅσοι ἄν αὐτῷ προσθῶνται, οἱ δέ λαϊκοί ἀφοριζέσθωσαν. Ταῦτα δέ μετά μίαν, καί δευτέραν, καί τρίτην παράκλησιν τοῦ Ἐπισκόπου, γινέσθω».
·         24. 15ος Κανών Πρωτοδευτέρας: «Τά ὁρισθέντα περί Πρεσβυτέρων καί Ἐπισκόπων καί Μητροπολιτῶν, πολλῷ μᾶλλον ἐπί Πατριαρχῶν ἁρμόζει. Ὥστε εἴ τις Πρεσβύτερος ἤ Ἐπίσκοπος, ἤ Μητροπολίτης τολμήσοι ἀποστῆναι τῆς πρός τόν οἰκεῖον Πατριάρχην κοινωνίας, καί μή ἀναφέροι τό ὄνομα αὐτοῦ, κατά τό ὡρισμένον καί τεταγμένον, ἐν τῇ θείᾳ Μυσταγωγίᾳ, ἀλλά πρό ἐμφανείας συνοδικῆς καί τελείας αὐτοῦ κατακρίσεως, σχίσμα ποιήσοι· τοῦτον ὥρισεν ἡ ἁγία Σύνοδος πάσης ἱερατείας παντελῶς ἀλλότριον εἶναι, εἰ μόνον ἐλεγχθείη τοῦτο παρανομήσας. Καί ταῦτα μέν ἐσφράγισταί τε καί ὥρισται περί τῶν προφάσει τινῶν ἐγκλημάτων τῶν οἰκείων ἀφισταμένων προέδρων, καί σχίσμα ποιούντων, καί τήν ἕνωσιν τῆς Ἐκκλησίας διασπώντων. Οἱ γάρ δι᾽ αἴρεσίν τινα παρά τῶν ἁγίων Συνόδων, ἤ Πατέρων, κατεγνωσμένην, τῆς πρός τόν πρόεδρον κοινωνίας ἑαυτούς διαστέλλοντες, ἐκείνου δηλονότι τήν αἵρεσιν δημοσίᾳ κηρύττοντος, καί γυμνῇ τῇ κεφαλῇ ἐπ᾽ Ἐκκλησίας διδάσκοντος, οἱ τοιοῦτοι οὐ μόνον τῇ κανονικῇ ἐπιτιμήσει οὐχ ὑπόκεινται πρό συνοδικῆς διαγνώσεως ἑαυτούς τῆς πρός τόν καλούμενον Ἐπίσκοπον κοινωνίας ἀποτειχίζοντες, ἀλλά καί τῆς πρεπούσης τιμῆς τοῖς ὀρθοδόξοις ἀξιωθήσονται. Οὐ γάρ Ἐπισκόπων, ἀλλά ψευδεπισκόπων καί ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν, καί οὐ σχίσματι τήν ἕνωσιν τῆς Ἐκκλησίας κατέτεμον, ἀλλά σχισμάτων καί μερισμῶν τήν Ἐκκλησίαν ἐσπούδασαν ρύσασθαι».
·         25. Βλ. Αγιου Νικοδημου Αγιορειτου, Πηδάλιον τῆς νοητῆς νηός, τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησίας, Ἐκδοτικός Οἶκος «Ἀστήρ», Ἠλ. καί Ε. Παπαδημητρίου, Ἀθῆναι 1990, σελ. 408.
·         26. Αὐτόθι, σελ. 4-5, ὑποσημ. 2.
·         27. Βλ. 1ο Κανόνα Μ. Βασιλείου, Αὐτόθι, σελ. 587: «Αἱρέσεις μέν τούς παντελῶς ἀπερρηγμένους καί κατ᾽ αὐτήν τήν πίστιν ἀπηλλοτριωμένους. Σχίσματα δέ, τούς δι᾽ αἰτίας τινάς ἐκκλησιαστικάς καί ζητήματα ἰάσιμα πρός ἀλλήλους διενεχθέντας».
·         28. Πρωτοπρεσβύτερος Αγγελοσ Αγγελακοπουλοσ, Ἡ στάση τοῦ Ἁγίου Λουκᾶ, ἀρχιεπισκόπου Κριμαίας καί Συμφερουπόλεως, ἔναντι τῆς τότε σχισματικῆς «Ζωντανῆς Ἐκκλησίας» πρότυπο γιά τήν δική μας στάση ἔναντι τῆς Οὐκρανικῆς Σχισματοαίρεσης, στό Διαδίκτυο 27.11.2019.
·         29. Ἑβρ. 7, 12.
·         30. Τίς πληροφορίες αὐτές ἐντόπισε ὁ π. Ἄγγελος στό γνωστό βιβλίο τοῦ μητροπολίτου Ἀργολίδος Νεκταριου (Ἀντωνοπούλου), Ἀρχιεπίσκοπος Λουκᾶς. Ἕνας Ἅγιος Ποιμένας καί γιατρός χειρουργός, ἐκδ. Πορφύρα, Ἀθήνα 2017. Δυστυχῶς ὁ συγγραφεύς μέ τήν ἀναγνώριση τῶν σχισματικῶν τῆς Οὐκρανίας δέν μιμήθηκε τό παράδειγμα τοῦ Ἁγίου πού βιογράφησε. Τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τόν μητροπολίτη Βεροίας Παντελεήμονα, πού ἔκτισε μεγαλοπρεπῆ ναό προς τιμήν του.
·         31. Αγιου Μαρκου Ευγενικου, Τῷ τιμιωτάτῳ ἐν ἱερομονάχοις κῦρ Θεοφάνει, εἰς Ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός, Τά Εὑρισκόμενα Ἅπαντα Α´, Editura Pateres 2009, Βουκουρέστι, σελ. 224: «Οἱ τιμηθέντες καί ὑψωθέντες ὑπέρ ἀξίαν ὑπό τῆς τοῦ Θεοῦ ἐκκλησίας ἠτίμασαν αὐτήν καί ἠχρείωσαν, τοῖς ἐκ πολλῶν χρόνων ἀποκεκομμένοις καί σεσηπόσι καί μυρίοις ἀναθέμασιν ὑποκειμένοις αὐτήν καταμίξαντες καί διά τῆς πρός αὐτούς κοινωνίας τήν ἄσπιλον τοῦ Χριστοῦ νύμφην σπιλώσαντες».
·         32. Ἐπιτελεύτιοι Ὁμιλίαι, Αὐτόθι, σελ. 228-230: «Λέγω δέ περί τοῦ πατριάρχου, μήπως δόξῃ αὐτῷ προφάσει τάχα τιμῆς τῆς πρός ἐμέ ἐν τῇ κηδείᾳ τοῦ ταπεινοῦ μου τούτου σώματος ἤ καί ἐν τοῖς μνημοσύνοις μου στεῖλαί τινας τῶν ἀρχιερέων αὐτοῦ ἤ τοῦ κλήρου αὐτοῦ ἤ ὅλως τῶν κοινωνούντων αὐτῷ τινα συνεύξασθαι ἤ συμφορέσαι τοῖς ἐκ τοῦ ἡμετέρου μέρους ἱερεῦσι τοῖς πρός τά τοιαῦτα προκληθεῖσι, δοξάσαι ὡς οἱῳδήποτε τρόπῳ προσίεμαι, κἄν ἐν τῷ κρυπτῷ τήν αὐτοῦ κοινωνίαν… Πέπεισμαι γάρ ἀκριβῶς, ὅτι ὅσον ἀποδιίσταμαι τούτου καί τῶν τοιούτων ἐγγίζω τῷ Θεῷ καί πᾶσι τοῖς ἁγίοις, καί ὥσπερ τούτων χωρίζομαι, οὕτως ἑνοῦμαι τῇ ἀληθείᾳ καί τοῖς ἁγίοις πατράσι, τοῖς θεολόγοις τῆς ἐκκλησίας, ὥσπερ αὖ πείθομαι τούς συντιθεμένους τούτοις ἀποδιίστασθαι τῆς ἀληθείας καί τῶν μακαρίων τῆς ἐκκλησίας διδασκάλων. Καί διά τοῦτο λέγω· ὥσπερ παρά πᾶσάν μου τήν ζωήν ἤμην κεχωρισμένος ἀπ᾽ αὐτῶν, οὕτω καί ἐν τῷ καιρῷ τῆς ἐξόδου μου, καί ἔτι καί μετά τήν ἐμήν ἀποβίωσιν ἀποστρέφομαι τήν αὐτῶν κοινωνίαν καί ἕνωσιν, καί ἐξορκῶν ἐντέλλομαι, ἵνα μηδείς ἐξ αὐτῶν προσεγγίσῃ ἤ ἐν τῇ ἐμῇ κηδείᾳ ἤ τοῖς μνημοσύνοις μου, ἀλλ᾽ οὐδέ ἄλλου τινός τῶν τοῦ μέρους ἠμῶν, ὥστε συμφορεῖν ἐπιχειρῆσαι καί συλλειτουργεῖν τοῖς ἡμετέροις. Τοῦτο γάρ ἐστι τό τά ἄμικτα μίγνυσθαι. Δεῖ δέ παντάπασιν ἐκείνους εἶναι κεχωρισμένους ἡμῶν, μέχρις ἄν δώη Θεός τήν καλήν διόρθωσιν καί εἰρήνην τῆς Ἐκκλησίας αὐτοῦ».
·         33. Τοῖς ἀπανταχοῦ τῆς γῆς καί τῶν νήσων εὑρισκομένοις Ὀρθοδόξοις, 6, Αὐτόθι, σελ. 258: «Φευκτέον αὐτούς, ὡς φεύγει τις ἀπό ὄφεως, ὡς αὐτούς ἐκείνους ἤ κἀκείνων πολλῷ δήπου χείρονας, τούς χριστοκαπήλους καί χριστεμπόρους».
·         34. Ὁμολογία τῆς Ὀρθῆς Πίστεως, 5, Αὐτόθι, σελ. 424: «Καί τί δεῖ πολλά λέγειν; Ἅπαντες οἱ τῆς Ἐκκλησίας διδάσκαλοι, πᾶσαι αἱ σύνοδοι καί πᾶσαι αἱ θεῖαι γραφαί φεύγειν τούς ἑτερόφρονας παραινοῦσι καί τῆς αὐτῶν κοινωνίας διΐστασθαι. Τούτων οὖν ἐγώ πάντων καταφρονήσας, ἀκολουθήσω τοῖς ἐν προσχήματι πεπλασμένης εἰρήνης ἑνωθῆναι κελεύουσι; Τοῖς τό ἱερόν καί θεῖον σύμβολον κιβδηλεύσασι καί τόν Υἱόν ἐπεισάγουσι δεύτερον αἴτιον τοῦ ἁγίου Πνεύματος; Τά γάρ λοιπά τῶν ἀτοπημάτων ἐῶ τό γε νῦν ἔχον, ὧν καί ἕν μόνον ἱκανόν ἦν ἡμᾶς ἐξ αὐτῶν διαστῆσαι. Μή πάθοιμι τοῦτό ποτε, Παράκλητε ἀγαθέ, μηδ᾽ οὕτως ἐμαυτοῦ καί τῶν καθηκόντων λογισμῶν ἀποπέσοιμι· τῆς δέ σῆς διδασκαλίας καί τῶν ὑπό σοῦ ἐμπνευσθέντων μακαρίων ἀνδρῶν ἐχόμενος, προστεθείην πρός τούς ἐμούς πατέρας, τοῦτο εἰ μή τι ἄλλο, ἐντεῦθεν ἀποφερόμενος, τήν εὐσέβειαν».