24 Ιουνίου: Μνήμη αγίου Αθανασίου του Παρίου. Απόσπασμα από το σύγγραμμα του αγίου Αθανασίου για τον άγιο Μάρκο τον Ευγενικό

Ὁ ἅγ. Ἀθανάσιος ὁ Πάριος τιμάει τὸν ἅγ. Μᾶρκο τὸν Εὐγενικό, τὸν ὁποῖο κατηγοροῦν οἱ Οἰκουμενιστὲς ὡς φανατικό. Ὁ Ἅγιος γιὰ τὸν Πάπα: "μη θεωρώντας τον Πάπα ως δικό του κριτή σ’ όλα ή ως επίσκοπο, αλλά βλέποντάς τον όπως ήταν, δηλαδή ως εχθρό της αλήθειας και πολέμιο του Θεού" Οἱ Οἰκουμενιστές: "τὸν μακαριώττο καὶ ἁγιώτατο πεφιλημένο ἀδελφό ἡμῶν Πάπα Ρώμης" Κι ὅμως οἱ ἱερεῖς στὴν πλειοψηφία τους ἀκολουθοῦν τοὺς Οἰκουμενιστὲς καὶ ἀψηφοῦν τὸν Ἅγιο.


ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΡΙΟΥ

ΕΓΚΩΜΙΟ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΜΑΡΚΟ ΤΟΝ ΕΥΓΕΝΙΚΟ

Άγιος Μάρκος ο Ομολογητής

      […]Πήγε εκεί, στη Σύνοδο Φεράρας-Φλωρεντίας, ο γενναίος, μεταφέροντας ο ίδιος το φρόνημα των Πατέρων του και τη σοφία του αποστόλου Παύλου. Και λέω του αποστόλου Παύλου, γιατί στ’ αλήθεια βρίσκω μεγάλη ομοιότητα με εκείνον, σ’ αυτόν τον εύστροφο και συνετότατο άγιο.

      Καθόταν εκεί σοβαρός και σπουδαίος, στον υψηλό και επαρμένο του θρόνο ο δήθεν διάδοχος του Πέτρου, μάλλον με τρόπο κατά τον οποίο ονομάζεται διάδοχος στο φως το σκοτάδι κι η αρρώστια διάδοχος της υγείας κι η παρανομία διάδοχος της λογικής, κατά τον μεγάλο θεολόγο Γρηγόριο. Και γύρω απ’ αυτόν βρίσκονταν οι δικοί του καρδινάλιοι κι οι πιο έγκριτοι από τους επισκόπους του. Κι ο Πάπας [κατά τη Σύνοδο Φεράρας-Φλωρεντίας Πάπας ήταν ο Ευγένιος ο Δ΄]σκεφτόταν να τον αφήσει όρθιο τον Μάρκο τον επίσκοπο Εφέσου, ως δήθεν υπεύθυνο, σύμφωνα με την τάξη των κρινόμενων. Αλλά εκείνος ο μέγας νους, έχοντας πίστη στην ελευθερία της συνείδησής του και μη θεωρώντας τον Πάπα ως δικό του κριτή σ’ όλα ή ως επίσκοπο, αλλά βλέποντάς τον όπως ήταν, δηλαδή ως εχθρό της αλήθειας και πολέμιο του Θεού, βλέποντάς αυτόν, είπε: «Εγώ υποφέρω από τα νεφρά μου και τα πόδια και δεν μπορώ να στέκομαι».

     Κι αμέσως κάθισε. Ο Πάπας, λοιπόν, για να τα πούμε με συντομία, ώστε να μην εκτείνουμε περιττά το λόγο, τον κάλεσε να επιλέξει το γρηγορότερο, ένα από τα δύο, ή να υπακούσει στην απόφαση της συνόδου και να δεχτεί και την γενόμενη ένωση ή, αν δεν το κάνει αυτό, να είναι έτοιμος να καθαιρεθεί και να αποκηρυχθεί ως αιρετικός, όπως έπαθαν και όσοι έδειξαν απείθεια στις παλιές Οικουμενικές Συνόδους. Δεν γνωρίζουμε τι απάντησε ο άγιος στο πρώτο. Αλλά αισθανόμαστε ότι θα έδωσε ικανοποιητικές απαντήσεις στα λόγια του Πάπα. Και βέβαια ποιος αμφιβάλλει, ότι ο περίφημος εκείνος επίσκοπος Εφέσου απάντησε και τότε για ποιες αιτίες, ούτε στην βδελυρή απέναντι στον Θεό ληστρική σύνοδό του δεν πείθεται, ούτε την κακώς και παράλογα γενόμενη ψευδοένωσή του δέχεται;

Και για την καταδίκη με την οποία τον φοβέρισε, ευχαριστούμε τα μέγιστα τον ιστορικό, που μας άφησε γραμμένη εκείνη τη σοφότατη κι αληθινά πληρέστατη από το Άγιο Πνεύμα απάντηση, την οποία πρέπει ν’ αναφέρουμε αυτούσια, γιατί προξενεί μεγάλη χαρά στους ευσεβείς αναγνώστες η θαυμάσια παρρησία και σύνεση της αξιοθαύμαστης, εκείνης, ψυχής:

    «Οι Σύνοδοι», λέει, «καταδίκαζαν αυτούς που δεν υπάκουαν στην Εκκλησία και έπαιρναν θέση ενάντια σ’ αυτήν, υπέρ κάποιας [αιρετικής] διδασκαλίας, κηρύττοντάς την κι αγωνιζόμενοι υπέρ αυτής της αιρέσεως. Γι’ αυτό κι αυτούς τους ονόμαζαν ‘’αιρετικούς’’ και καταδίκαζαν πρώτα την αίρεση και έπειτα αυτούς που την υποστήριζαν.

     Εγώ, όμως, δεν κηρύσσω δικό μου δόγμα. Ούτε καινοτόμησα σε κάτι, ούτε παίρνω θέση υπέρ κάποιου ξένου και νόθου δόγματος. Αλλά τηρώ το ακέραιο το δόγμα που παρέλαβε και κατέχει συνεχώς η Εκκλησία, από τον ίδιο τον Σωτήρα μας Ιησού Χριστό και το οποίο κατείχε κι η αγία Ρωμαϊκή Εκκλησία πριν από το Σχίσμα, μαζί με τη δική μας αγία Ανατολική Εκκλησία· την οποία ευσεβή δόξα και πρωτύτερα διαρκώς επαινούσατε και στην παρούσα σύνοδο πολλές φορές την επαινέσατε και κανείς δεν μπορεί να τη μεμφθεί ή να την κατηγορήσει για κάτι.

     Αν, λοιπόν, αυτήν διεκδικώ και απ’ αυτήν δεν θέλω να παρεκκλίνω, πώς θα μπορούσα να κριθώ με δίκη, με την οποία καταδικάζονται οι αιρετικοί; Πώς κάποιος που σκέφτεται υγιώς και με ευσέβεια, θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο εναντίον μου; Θα έπρεπε, βέβαια, πρώτα να καταδικάσει το δόγμα το οποίο πιστεύω. Αν, όμως, αυτό θεωρείται ευσεβές και Ορθόδοξο, πώς εγώ είμαι άξιος καταδίκης;»

             ΕΓΚΩΜΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΕΦΕΣΟΥ

     Στ’ αλήθεια δεν μπορώ να μη φωνάξω, ω Μάρκε! Στόμα και όργανο του Πνεύματος! Εύγε και πάλι εύγε, για τη λαμπρή κι αξιοθαύμαστη απάντησή σου! Ποιος την άκουσε και δεν χειροκρότησε από χαρά; Ποιανού η καρδιά δεν σκιρτά απ’ τον θαυμασμό με ευχαρίστηση; Τι σκέφτεστε, αγαπητοί αδελφοί; Είναι τάχα αυτή μία απάντηση, για να την προσπεράσει κανείς χωρίς θαυμασμό κι απορία;   

     Στις προηγούμενες διαλέξεις μεταξύ των ορθοδόξων και λατίνων αντιπροσώπων, ήταν προς εξέταση και συζήτηση το δόγμα των Λατίνων. Γι’ αυτό κι όπως είπε ο βασιλιάς, ήταν ο καθένας ελεύθερος να λέει και να υπερασπίζεται τη γνώμη του. Αλλά αφού όλοι από κοινού δέχτηκαν τη λατινική γνώμη ως καλή κι ορθή, έγινε συνοδικός όρος γι’ αυτό και υπογράφτηκε απ’ όλους. Κι αφού έγινε καθολική σύναξη και λειτουργία, ο όρος διαβάστηκε και στις δύο γλώσσες και κηρύχτηκε ώστε να τ’ ακούσουν όλοι ως «άγια» την ψεύτικη γνώμη των Λατίνων. Και με όλους τους επισκόπους ντυμένους με τα ιερά άμφια, έγινε η πολυπόθητη από αυτούς ένωση των Εκκλησιών, με ωδές και ύμνους και ψαλμούς. Όταν λοιπόν έγιναν όλα αυτά, και η ονομαζόμενη ως «οικουμενική σύνοδος» έλαβε όλη την ισχύ και την εξουσία, ποιος είχε στο εξής στόμα να μουρμουρίσει την παραμικρή λέξη, είτε ότι δεν αποφάσισε σωστά, είτε ότι αυτός φρονούσε ορθότερα και καλύτερα; Όλοι εκείνοι που πρωτύτερα εδώ κι εκεί και φανερά και κρυφά στέναζαν και μέμφονταν και δεν δέχονταν αυτά που μελετούνταν για την ψευδοένωση, όλοι λέω, όσοι βρίσκονταν εκεί μετά απ’ αυτά, σώπασαν και κανείς δεν τόλμησε στο εξής να πει το παραμικρό κατά της ένωσης.

     Μόνο αυτός ο θαυμάσιος και πριν και μετά, στέρεα θεμελιωμένος στην ακέραιη γνώμη των Πατέρων του, πρώτα στην ανατροπή του ψευδωνύμου και κάκιστου «όρου», εξέθεσε σαν υψηλή στήλη της Ορθοδοξίας, την ομολογία της πίστης που παρέλαβε από τους προγόνους του. Κι έπειτα, όπως ακούσατε, με λαμπρή φωνή και υψηλό φρόνημα, κηρύττει την αλήθεια κι ομολογεί με θάρρος, πως μόνο το δικό του δόγμα ήταν ακέραιο κι ορθό κι αληθινό, το οποίο, λέει, παρέλαβε και κατέχει η Εκκλησία από τον ίδιο τον Σωτήρα μας Χριστό και γι’ αυτό είναι σ’ όλα άμεμπτος κι ακατηγόρητος, απ’ όσους έχουν μυαλό. Κι αυτά λέω, τα κηρύσσει με λαμπρότητα, πού τάχα; Και μπροστά σε ποιον; Μέσα στο ανακτορικό παλάτι του Πάπα, ενώπιον εκείνου του δήθεν ισόθεου Πάπα. Μόνος, απομονωμένος, ολομόναχος αυτός, ανάμεσα στους περήφανους καρδιναλίους και στους άλλους πρεσβευτές και υποστηρικτές του Πάπα.

    Έτσι ντροπιάζοντας αντί να ντροπιαστεί, κατακρίνοντας αντί να κατακριθεί και νικώντας αντί να νικηθεί, δείχνοντας μάλιστα ως ανόητο και δυσσεβή τον αλαζόνα Πάπα, βγήκε νικητής, θριαμβευτής και στολισμένος με το λαμπρότατο στεφάνι της ομολογίας. Τώρα, αν η θεία Πρόνοια δεν διαφύλαττε την πανόσια ζωή του Μάρκου, για την μετέπειτα συγκρότηση της Εκκλησίας, πώς ήταν δυνατόν μια τέτοια και τόσο μεγάλη παρρησία κι αντίσταση, να μη γίνει αιτία να βάψει την αρχιερατική του στολή με το ίδιο του το αίμα; Βέβαια κανείς δεν πρόκειται ν’ αμφιβάλλει γι’ αυτό. Γιατί αν έναν απλό επίσκοπο, του οποίου η φωνή όπως είπαμε, δεν ακούστηκε ποτέ μέσα στη Σύνοδο, όρμησαν να τον σκοτώσουν, μόνο γιατί άκουσαν ότι δεν δέχεται την ένωση, πώς επρόκειτο να υπομείνουν τον μόνο φανερό δικό τους εχθρό, αν επρόκειτο να καθαιρεθεί και να αποκηρυχτεί ως αιρετικός και πολέμιος της Εκκλησίας; Ποιος δεν ξέρει τ’ αποτελέσματα του δήθεν τυφλού ψευδοϊερού ζήλου τους; Ποιος δεν ξέρει ότι όποιος παπικός τον σκότωνε, θα θεωρούσε πως προσφέρει λατρεία στον Θεό;

        ΡΗΤΟΡΙΚΑ ΕΓΚΩΜΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΜΑΡΚΟ ΤΟΝ ΕΥΓΕΝΙΚΟ1


[1.  Είναι πραγματικότητα ότι οι αιρετικοί παπικοί αντιμάχονται μόνιμα την Ορθόδοξη πίστη, φυσικά αυτό άλλοτε το κάνουν με βάρβαρο τρόπο και απάνθρωπο (Σταυροφορίες, Ιερά Εξέταση) και άλλοτε με ήπιο και πλάγιο τρόπο. Ένα από τα ύπουλα όπλα τους είναι η προπαγάνδα. Αυτή γίνεται μέσα από τα βιβλία τους, τα σχολεία τους και τα κηρύγματα που εξαπέλυαν τότε αλλά και τώρα προς τους ορθοδόξους. Έτσι με βάση τις επιστημονικές δήθεν μελέτες τους που έχουν κάνει στις σχολές τους μέμφονται με πλάγιο τρόπο την αγιότητα και την πνευματική ζωή των ορθοδόξων αγίων που ξεσκέπασαν και ξεσκεπάζουν με τους λόγους και τις πράξεις τους την αίρεσή τους. Στόχαστρό τους έχουν γίνει ο άγιος Φώτιος, ο άγιος Καβάσιλας, ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, και φυσικά και ο άγιος Μάρκος.

    Γι’ αυτό τον λόγο ο  άγιος Αθανάσιος ο Πάριος καταφεύγει συχνά σε εγκώμια προς τον άγιο Μάρκο. Συγκεκριμένα σ’ αυτό το εγκώμιο συγκρίνει τις πράξεις του αγίου Μάρκου με τους παλαιότερους αγίους για να μη μείνει στους ορθοδόξους χριστιανούς καμιά αμφιβολία για την πνευματική ζωή του Αγίου Μάρκου. Επίσης παραθέτει και την εμπειρία και άλλων μελών της εκκλησίας συχνά γι’ αυτό τον σκοπό, για να χτυπήσει την συκοφαντία, την υποτίμηση, την συσκότιση, την στρέβλωση που παρατηρείται μόνιμα να διοχετεύεται από τους αιρετικούς προς τους ορθοδόξους και πολλές φορές κάποιοι δυτικόπληκτοι σπουδασμένοι γίνονται καλοθελητές των παπικών και μάς τα φέρνουν και στην εκκλησία μας.]

     Πόσα και ποια, λοιπόν, εγκώμια, συνθεμένα και δουλεμένα με όλη τη ρητορική ευγλωττία θα ήταν αρκετά, για να στεφανώσουν εκείνη την αγία κεφαλή του Μάρκου, την οποία αυτός πρόλαβε και στόλισε με το αμάραντο στεφάνι της ομολογίας; Με ποιους από τους παλιούς ήρωες της ευσέβειας, αν παραβληθεί αυτός, βρίσκεται κατώτερος κι όχι ίσος και, αν δεν φανεί τολμηρό, και μεγαλύτερος και λαμπρότερος από πολλούς;

      Ας με συγχωρήσει αμέσως, παρακαλώ, ο Ααρών, εκείνος ο πρώτος και μέγας ιερέας του παλαιού Νόμου. Αυτός, λοιπόν, όχι μόνο υποχωρεί στις απαιτήσεις του εβραϊκού λαού, αλλά και φτιάχνει αυτός ο ίδιος το γλυπτό άγαλμα και δείχνοντας στο πλήθος το καλούπι, έβγαλε διακήρυξη λέγοντας: «Αυτοί είναι οι θεοί σου, Ισραήλ». Και περισσότερο ακόμα, γιατί διέταξε να τελέσουν και γιορτή στο νέο εκείνο είδωλο. Αλλά όχι, ποτέ αυτός ο μέγας ιερέας της χάριτος ο Μάρκος, μη γένοιτο να φανταστούμε πως μπορεί να πάθαινε ποτέ κάτι τέτοιο. Αλλ’ αντιστάθηκε μ’ όλες τις δυνάμεις του στις πιέσεις όλων. Ούτε συνέταξε, ούτε υπέγραψε τον όρο, τον, στ’ αλήθεια, γλυπτό και δημιούργημα της ανθρώπινης διάνοιας. Δεν κήρυξε, αλλά αποκήρυξε μάλιστα, ως ψευδή κι αλλότρια κι αιρετική διδασκαλία τη λατινική γνώμη. Κι εκείνη τη μαύρη γιορτή της ένωσης, όχι μόνο δεν την τέλεσε εκείνος, αλλά θρηνούσε μάλλον κι έκλαιγε, για την ντροπή και την καθαίρεση της θεοπαράδοτης πίστης, κατ’ ιδίαν και μακριά, κλεισμένος στο κελί του.

       Ο Φινεές, ο εγγονός του Ααρών, φλεγόμενος από ζήλο υπέρ του θείου Νόμου, εξόντωσε την ίδια στιγμή τον ισραηλίτη άρχοντα Ζαμβρί και τη Μαδιανίτιδα Χασβί, με την οποία αυτός θέλησε να πορνεύσει ενώπιον του Μωυσέως και  ενώπιον όλου του  ισραηλιτικού λαού, και η πράξη αυτή θεωρήθηκε δίκαια. Και για ανταμοιβή του ζήλου του, έλαβε ως αιώνιο προνόμιο το ιερατικό χάρισμα[βλ. Ἀριθμοί 25, 1-18]. Και ο δικός μας επίσκοπος Μάρκος Εφέσου, όχι έναν ή δύο, αλλά πολλούς «ισραηλίτες», δηλαδή ανατολικούς και μάλιστα από τους έγκριτους ποιμένες, που άλλαξαν γνώμη, και, κατά τη Γραφή, συμπεριφέρθηκαν άφρονα προς τον Θεό και καταγοητευμένοι από τη νοητή πορνική όψη της νοητής Χασβί μοίχευσαν με  αυτήν και προσέβαλαν το κάλλος της θείας πίστης, όχι έναν, λέω, ή δύο, αλλά πολλούς τέτοιους κι όλους εκείνους τους Λατινόφρονες, εξόντωσε και κατέσφαξε και μαζί με αυτούς και τη νοητή Μαδιανίτιδα και εννοώ τη δυτική Εκκλησία. Και με ποιον «σειρομάστη»; [Σειρομάστης: δόρυ ή λόγχη με ακίδες στραμμένες προς τα πίσω. Με αυτό αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη ότι ο Φινεές θανάτωσε τον ισραηλίτη εκείνο που θέλησε να πορνεύσει με την Μαδιανίτιδα και μάλιστα ενώπιον όλων]. Με την μάχαιρα του Πνεύματος, «τὸ ὁποῖο εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ» κατά τον θεοφόρο Απόστολο Παύλο. Επομένως, αν ο Φινεές τιμήθηκε τόσο, πόσο περισσότερο δοξάστηκε αυτός, που και περισσότερο από τον Φινεές ανδρειώθηκε, όχι μόνο γιατί τιμώρησε πολλούς, αλλά και γιατί είναι ομολογουμένως μεγαλύτερη, δηλαδή πιο σιχαμερή και πιο αποτρόπαιη πορνεία, η καινοτομία κι η ασέβεια και αίρεση στη θεία πίστη.

      Και ο Γεδεών υπήρξε θαυμάσιος. Γιατί παραδόξως, κατατρόπωσε τα πλήθη των αλλοφύλων, που σκέπαζαν σαν ακρίδες τις κοιλάδες και ήταν συσσωρευμένοι όπως η άμμος της θαλάσσης. Αλλά τουλάχιστον είχε μαζί του τριακόσιους εκλεκτούς άντρες, που με τριακόσιες σάλπιγγες στη δεξιά πλευρά κι άλλες τριακόσιες λαμπάδες στην αριστερή, όρμησαν νύχτα φωνάζοντας: «Ρομφαία τοῦ Κυρίου καὶ τοῦ Γεδεών» [Κριταί, 7,20]. Και σαλπίζοντας ταυτόχρονα και δυνατά με τις σάλπιγγες, αιφνιδίασαν, πανικόβαλαν και τελικά έτρεψαν σε φυγή όλο εκείνο το βάρβαρο στρατόπεδο.

      Πόσο, όμως, πιο θαυμαστός, θα πρέπει δίκαια να θεωρείται αυτός ο θείος αρχιστράτηγος, ο Εφέσου. Μόνος του, με μόνη τη δική του «σάλπιγγα», τη σάλπιγγα, εννοώ, της υψηλής του θεολογίας, την οποία ως δεξιά την είχε στα δεξιά του και με μόνη τη δική του λαμπάδα, το φως της κοσμικής σοφίας του εννοώ, την οποία είχε στ’ αριστερά ως αριστερή και όχι πέφτοντας ξαφνικά μέσα στη νύχτα, αλλά φανερά και από κοντά και αντιπαρατασσόμενος πολλές φορές σε πολλά και διάφορα πεδία μάχης, πότε, σε εκείνο του «καθαρτηρίου πυρός», πότε σε εκείνο της προσθήκης ‘’filioque’’ και τελευταίο εκείνο της απεραντοσύνης του λατινικού δόγματος και του αλαθήτου του Πάπα, με πολλές κι αλλεπάλληλες συμπλοκές, από τη μια σαλπίζοντας τα υψηλά δόγματα κι από την άλλη διατρανώνοντας και διασαφηνίζοντας τα θεία νοήματα με το φως της επιστήμης του, έπληξε καίρια, κατατρόπωσε και κατέβαλε ολοκληρωτικά τους εχθρούς της πίστης, που ομολογούσαν κι έλεγαν φανερά: «Fecimus nihil(:Λοιπόν, δεν καταφέραμε τίποτα!)».

      Ο Ιεφθάε πάλι, νίκησε τους Αμμωνίτες και ξεπλήρωσε το τάξιμο που έκανε στον Θεό, πως αν γυρίσει νικητής, θα του προσφέρει θυσία όποιον συναντήσει πρώτον να βγαίνει από το σπίτι του. Και βρήκε πρώτη τη μοναχοκόρη του να βγαίνει να τον προϋπαντήσει και πιστός στην υπόσχεσή του προς τον Θεό, σταθερά πρόσφερε εκείνη ολοκαύτωμα πνευματικό στον Κύριό του[Κριταί, 11, 30-40].

      Και ο θεόπνευστος Μάρκος, θυσίασε όχι θυγατέρα, αλλά την ίδια του την ψυχή με τη θέλησή του, αληθινά ζωντανή θυσία, θυσία αγία κι ευάρεστη. Και όχι γιατί νίκησε, αλλά για να νικήσει και να κατακτήσει οχυρώματα και υψώματα που σηκώνονταν κατά της αληθινής ορθοδόξου γνώσης του Θεού, αντιπαρατασσόμενος σε αρχές κι εξουσίες. Κι εγώ βέβαια, βρίσκω και σε άλλο σημείο τον Μάρκο λαμπρότερο και τιμιότερο από τον Ιεφθάε. Εκείνος, αφού νίκησε, πρόσφερε την θυγατέρα του. Αυτός, αφού επέστεψε νικητής, αναζωογόνησε (όπως πρόκειται να το δείξει η συνέχεια του λόγου), τη Νύμφη και μητέρα του την Εκκλησία, που νεκρώθηκε ψυχικά στην Ιταλία από το φαρμάκι του λατινισμού και την αποκατέστησε από την αρχή, κατά τον θείο Παύλο, στον Νυμφίο της Χριστό ένδοξη, αγία και άμωμη, μην έχοντας ούτε σπίλωμα, ούτε ρυτίδα, ή κάποιο από τα μιάσματα και βδελύγματα του αιρετικού παπισμού.

      Και του Δαβίδ το λαμπρό κατόρθωμα ποιο ήταν; Μονομάχησε με τον αλλόφυλο Γολιάθ που φαινόταν απίστευτος στο μέγεθος. Από το κεφάλι ως τα πόδια ήταν καλυμμένος με σίδηρο και χαλκό. Τ’ άρματά του, ακόμα κι όταν φαίνονταν από μακριά, προξενούσαν τρόμο κι η φωνή του πάγωνε το αίμα στις φλέβες, γιατί αποφάσιζε να κριθεί η συνολική νίκη με μία μονομαχία, στην οποία αυτός παρουσίαζε έτοιμο τον εαυτό του. Και λέγοντας ο απερίτμητος πολλά βλάσφημα λόγια, χλεύαζε την παράταξη του Ισραήλ.

     Κι από το άλλο μέρος ο Δαβίδ, έρχεται σε εκείνη τη φοβερή μονομαχία, νέος στην ηλικία, με γυμνό το σώμα απ’ άρματα πολέμου, μόνο με ένα ραβδί στο χέρι και με πέντε πέτρες λείες (δηλαδή ίσες και ομαλές) από το κοντινό ποτάμι, τις οποίες έβαλε στον ποιμενικό του σάκο. Βάζει μία από τις πέντε πέτρες στη σφεντόνα και την εκσφενδονίζει εναντίον του βάρβαρου με όλη του τη δύναμη. Και η πέτρα φεύγει και χτυπά την περικεφαλαία, δηλαδή το σίδηρο που σκέπαζε το κεφάλι και ταυτόχρονα ακόμα κι αυτό το περήφανο κεφάλι του γίγαντα. Και πέφτει ο απερίτμητος κάτω στη γη σαν δρυς.

      Αλήθεια, αξιοθαύμαστη ανδραγαθία. Ποιος δεν το ομολογεί; Μα τι μ’ αυτό; Στ’ αλήθεια, το κατόρθωμα αυτού του νέου Δαβίδ, δεν είναι σε τίποτα κατώτερο, για να μη φανώ τολμηρός ονομάζοντάς το κι ανώτερο. Γιατί, προσέξτε παρακαλώ, ο Δαβίδ μονομαχεί με τον δικό του γίγαντα ένας προς έναν και μία μόνο φορά και νικά. Εδώ, όμως, με τρεις, με περισσότερους, με όλους, με ψευδοσύνοδο που θέλει να λέγεται «οικουμενική» και όχι μία φορά, αλλά πάμπολλες, μόνος του ο Μάρκος και πάντοτε νικά. Ή τάχα δεν είναι νίκη και μάλιστα λαμπρότερη από κάθε ανθρώπινη νίκη, η αντίσταση και η καρτερία μέχρι τέλους, στους αγώνες της Ορθόδοξης πίστης;

Όπου, για να πω και πάλι τα λόγια του σοφότατου Σχολάριου: «Υπεράσπιζε το πατρικό δόγμα μόνος ανάμεσα στους Λατίνους, γιατί σε μας, που οφείλαμε να είμαστε σύμμαχοί του, αντί για τέτοιους, αλίμονο, έβρισκε εχθρούς, κι αντιστεκόταν μόνος του σε εκείνη την ανάξια λόγου [παπική] διδασκαλία, στην οποία οι άλλοι υποχώρησαν και αποδέχτηκαν με κάθε τρόπο».

      Αλλά και ως αληθινό μονομάχο θέλω να δούμε τον Μάρκο, με τον δικό του Γολιάθ, τον φοβερό και υπέρτατο για τους δυτικούς Πάπα. Ο Δαβίδ τουλάχιστον, είχε μαζί του ένα ραβδί, μία σφεντόνα και πέντε λείες πέτρες από τον παρακείμενο ποταμό μέσα στον ποιμενικό του σάκο και χρησιμοποιώντας αυτά και με την ενέργεια της θείας δύναμης, νίκησε. Ο Μάρκος δεν είχε τίποτα απ’ αυτά, γιατί δεν ήταν δυνατόν να του φανούν χρήσιμα στο δικό του πόλεμο. Αυτός, είχε για ραβδί τον δικό του σταυρό της κατά Χριστόν άσκησης, τον οποίο είχε σηκώσει από μικρή ηλικία και σ’ αυτόν πάντοτε στήριζε τις ελπίδες της σωτηρίας του. Για σφεντόνα είχε την ιερή του γλώσσα, ικανότατο όργανο της δεξιάς του Υψίστου.

     Αλλά και λίθους είχε αυτός ο νέος Δαβίδ, από τον κρυφό ποταμό της Αυτοσοφίας, που ήταν προ πολλού αποταμιευμένοι στην ποιμενική του ψυχή. Από πού ήταν αυτοί; Από την Παλαιά Διαθήκη, από το άγιο Ευαγγέλιο, από τις επιστολές των θεοσόφων Αποστόλων, από τις άγιες Οικουμενικές Συνόδους κι από τις ιερές Θεολογίες των αγίων και εγκρίτων Διδασκάλων. Αυτοί είναι εκείνοι οι νοητοί πέντε λίθοι του νέου Δαβίδ, οι στ’ αλήθεια λείοι και ομαλοί. Γιατί δεν υπήρχε σ’ αυτούς τίποτα στρεβλό ή παραμορφωμένο κατά τη Σοφία του Θεού. Και παρόλο που ήταν πέντε, ωστόσο μία ήταν η δύναμη, ένας ο νους, ένα το πνεύμα που μιλά για όλα κι αρκεί πολλές φορές κι ο ένας αντί για όλους. Κι έτσι πέφτει και με ένα απ’ αυτά ο νοητός Γολιάθ.

    Αυτά ήταν τα όπλα του δικού μας μονομάχου. Και τα όπλα της δικής μας στρατιάς, κατά τον Απόστολο, δεν είναι σωματικά, αλλά ικανά για να γκρεμίζουν οχυρώματα. Ο δικός του Γολιάθ, ο πάπας, δεν ήταν βέβαια τετράπηχυς ή πεντάπηχυς σε ύψος, όπως ήταν εκείνος του Δαβίδ. Αλλά η διπλή εξουσία του (θρησκευτική και πολιτική) τον ύψωνε στη φαντασία του ως τους ουρανούς, εκεί που επιθύμησε να τοποθετήσει κάποτε το θρόνο του ο δικός του συναποστάτης, ο εωσφόρος[Αυτοί οι χαρακτηρισμοί είναι κοινοί στις γνώμες των αγίων για τον Πάπα. Ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός και ο άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς το ίδιο λένε για τον Πάπα. Στηρίζουν αυτά τα συμπεράσματά τους και στο πλήθος των αιρετικών δογμάτων του παπισμού, αλλά κατά κύριο λόγο στα βασικά δύο δόγματα του πρωτείου και του αλαθήτου και στη διδασκαλία ότι ο πάπας είναι αντιπρόσωπος του Ιησού Χριστού, δηλαδή του Θεανθρώπου. Ενώ ο Ιησούς είναι παρών και κεφαλή στην Εκκλησία του πάντα και παντοτινά]. Και δεν είχε περικεφαλαία χάλκινη, αλλά τιάρα με τρεις κορώνες, που προκαλούσε θαυμασμό και κατάπληξη. Δεν ήταν θωρακισμένος με όπλα, αλλά είχε στρατεύματα περιφρούρησής του γύρω του και σε ολόκληρη την Ιταλία. Δεν έσειε κοντάρι, ούτε ξεγύμνωνε σπαθί. Αλλά τι είναι αυτά, μπροστά στην αθεότατη βλασφημία της αίρεσης του παπισμού; Ποιο κοντάρι μπορεί να καρφώσει βαθύτερα και πιο δυνατά από την αίρεση μέσα στην καρδιά; Ποιο σπαθί μπορεί να βρεθεί πιο κοφτερό, από την άρνηση της ευσεβούς πίστης; Κι αν αυτά τα θέλεις και αισθητά, ποια αμφιβολία υπάρχει, όλα τα δαιμονικά και ιδιαίτερα το πυρ και το δηλητήριο, μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν με ένα παπικό νεύμα, για την εξυπηρέτηση της εξάλειψης των πολέμιων της παπικής κοσμικής του υπεροχής;

     Αλλά παρόλο που ο Πάπας ήταν γίγας για την κοσμική εξουσία στην Δύση και φοβερός σε όλα, παρόλο που ο θάνατος έρεε από τον θρόνο του κράτους του, ο Μάρκος παρουσιάστηκε μπροστά του θαρραλέα κι εκσφενδόνισε από το θεοκίνητο στόμα του, τον λείο λίθο της Ορθόδοξης πίστης και ο λίθος, χωρίς να φοβηθεί καθόλου την τιάρα, διαπέρασε ως μέσα στο μυελό της παπικής κεφαλής και πέφτει σαν νεκρός, ακίνητος, άφωνος και χωρίς ενέργεια ο απερίτμητος στ’ αυτιά και την καρδιά, εκείνος που σαν άλλος Γολιάθ, με την εωσφορική του έπαρση, χλεύαζε όχι κάποια στρατιωτική παράταξη, αλλά τόσες πολλές και μεγάλες παρατάξεις του Θεού κι εννοώ τις άγιες κι Οικουμενικές Συνόδους, αθετώντας και διαστρέφοντας τα θεοδίδακτα δόγματα και νομοθετήματά τους.

     Και γιατί τάχα θα έλεγε κανείς, ότι αυτό το μέγα κατόρθωμα του ήρωά μας, είναι ελλιπέστερο από εκείνο του Δαβίδ κι όχι μάλιστα λαμπρότερο, αφού εκεί ο κίνδυνος, τότε τόσο ο κοινός, όσο κι ο προσωπικός, ήταν σωματικός κι εδώ ήταν ψυχικός. Εκεί προσωρινός κι εδώ αιώνιος, όπως ήταν και όλων των άλλων αγίων αγωνιστών; Ναι, βεβαιότατα έτσι είναι. Και γι’ αυτό κι ο Παύλος, ο μέγας Απόστολος, έλεγε: «ὅτι οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἡ πάλη πρὸς αἷμα καὶ σάρκα, ἀλλὰ πρὸς τὰς ἀρχάς, πρὸς τὰς ἐξουσίας, πρὸς τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρὸς τὰ πνευματικὰ τῆς πονηρίας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις(:Δεν διεξάγουμε πάλη με σάρκα και αίμα, αλλά με τις αρχές, τις εξουσίες, τους κοσμοκράτορες του σκοτεινού τούτου κόσμου, με τα πονηρά πνεύματα στους ουρανούς)»[Εφ.6,12].Θέλοντας να δείξει με αυτό ο δάσκαλος της οικουμένης, ότι η νίκη και ο πόλεμος των αγίων ξεπερνά κατά πολύ το μέτρο. Τέτοιον πόλεμο, λοιπόν, διεξήγε αυτός ο μακάριος και σύντριψε λαμπρά τον Πάπα, τον κοσμοκράτορα του σκότους αυτού του αιώνα, και εννοώ αυτής της νοητής και αισθητής δύσης.

     Αλλά θα ’ρθω και σε κείνους τους μεγάλους και φημισμένους σ’ όλη την οικουμένη ήρωες. Σ’ αυτούς εννοώ τους λαμπρούς αγωνιστές υπέρ της ευσέβειας. Άπειρο είναι βέβαια το πλήθος, τόσο των μαρτύρων, όσο και των ομολογητών και σχεδόν υπερβαίνουν κι αυτά τα άστρα στον αριθμό, οι γενναίοι στρατιώτες του Χριστού μου. Αλλά εγώ προς το παρόν, δεν θα προβάλλω, ούτε τα στρατεύματα των αγίων μαρτύρων, ούτε τα πλήθη των ομολογητών, που κατά καιρούς βασανίστηκαν σκληρά από τους άθεους αιρετικούς και πέθαναν λαμβάνοντας το στεφάνι του αγώνα και των οποίων και ο Μάρκος, όπως λαμπρά αποδείχτηκε παραπάνω, στάθηκε υπεράξιος μιμητής και σήμερα χορεύει στους ουρανούς στεφανωμένος, δόξα και καύχημα και άξιο συμπλήρωμα των θείων ομολογητών.

     Αλλά θέλω να παρουσιάσω εκείνους που έλαμψαν στα οικουμενικά κριτήρια, εκεί δηλαδή που η πίστη κρινόταν και δοκιμαζόταν οικουμενικά και γι’ αυτό ιδιαίτερα ανακηρύσσονται υπέρμαχοι της Ορθόδοξης πίστης. Και για να μη μιλώ για Ταράσιους, Ευτύχιους και Κυρίλλους, που δεν είναι ίσως γνωστοί στο πολύ κόσμο, μου αρκεί ένας, ο οποίος δεν υπάρχει τρόπος να διαφύγει της προσοχής κανενός Χριστιανού. Αυτός είναι το μέγα θαύμα του κόσμου, ο περιώνυμος και περιλάλητος Μέγας Αθανάσιος. Γιατί όλη σχεδόν η ζωή του υπήρξε ένας συνεχής αγώνας, με εξορίες, με φυγές, με διωγμούς υπέρ της πίστης. Ο ιερός Μάρκος αυτά όλα, όσον αφορά την επιλογή του και την γνώμη του, είχε τον διακαή ζήλο και την αξιοθαύμαστη, εκείνη, σταθερότητα στην πατροπαράδοτη ευσέβεια, τα δέχτηκε, όπως αποδείχτηκε από τα προηγούμενα και δεν μένει καμιά αμφιβολία. Σε τι λοιπόν εγώ, πρόκειται να θεωρήσω ότι υπάρχει κάποια υπεροχή του Μάρκου απέναντι στον άγιο Αθανάσιο; Ίσως κάποιος πρόκειται να κατηγορήσει τον λόγο μου για αυθάδεια, που τολμά να κάνει μια τέτοια σύγκριση. Αλλά εγώ είμαι βέβαιος, ότι εκείνος ο μέγας φωστήρας της οικουμένης, όχι μόνο δεν πρόκειται να οργιστεί, αλλά θα χαρεί μάλιστα, σαν καλός πατέρας που δοξάζεται από τον γιο του.

     Τι θέλω να πω δηλαδή; Ο μέγας Αθανάσιος απόκτησε φήμη, γιατί όταν ήταν ακόμα διάκονος του Πατριάρχη της Αλεξάνδρειας, Αλέξανδρου, σε εκείνη την πρώτη αγία Οικουμενική Σύνοδο, η οποία συγκλήθηκε ενάντια στη λύσσα του αθεότατου Αρείου, στάθηκε μέγας υπέρμαχος της Ορθοδοξίας κι έκανε εκεί διάλεξη με τον ασεβέστατο Άρειο και τον κατατρόπωσε με τα δόγματα της ευσέβειας κι όχι μόνο εκείνον, αλλά και τους δικούς του ομόφρονες. Τώρα, αν ο Μέγας Αθανάσιος πριν ακόμα ανέβει στο θρόνο έκανε εκείνους τους φοβερούς αγώνες και τους κατοπινούς πολέμους κατά των αιρετικών, αν, λέω, από τότε ήδη ονομάστηκε υπέρμαχος της Ορθόδοξης πίστης και πρόμαχος της Εκκλησίας και παντού διαδίδεται, όπως είπα, εκείνο το κατόρθωμα του αγίου, πόσο περισσότερο είναι δίκαιο, να διαδίδεται παντού η φήμη του θείου Μάρκου, που τόσο αγωνίστηκε για την αλήθεια;

      Σε εκείνη την άγια πρώτη Οικουμενική Σύνοδο, το σύνολο των Πατέρων ήταν όχι μόνο ορθόδοξοι, αλλά και αγιότατοι και θαυματουργοί. Κι οι αιρετικοί, ήταν γενικά λίγοι, δέκα, ίσως και λίγο περισσότεροι. Ενώ σε αυτή τη μιαρή σύνοδο της Φλωρεντίας, το μεγαλύτερο μέρος ήταν κακόφρονες, πονηροί και σατανικοί και λίγοι ήταν οι Ορθόδοξοι και στο τέλος όλοι απέκλιναν κι εξαχρειώθηκαν. Επομένως, εκεί που ο Μέγας Αθανάσιος υπερασπιζόταν την ευσέβεια μαζί μ’ όλους, ο Μάρκος αγωνιζόταν μόνος του και πολεμούσε μόνος εναντίον όλων. Εκείνος ήταν ανάμεσα σε φίλους και πατέρες κι αδελφούς, ενώ αυτός, ανάμεσα σ’ εχθρούς, πολέμιους κι επίβουλους. Ποιος, λοιπόν, δεν βλέπει, ότι διαφέρει σχεδόν σε όλες τις περιστάσεις αυτό το κατόρθωμα και ξεπερνά κατά πολύ το μέτρο, εφόσον δεν είναι το ίδιο, να σηκώσουν ένα βάρος οι πολλοί και το ίδιο να το σηκώσει ένας κι μόνος του; «Γιατί υπεράσπιζε», λέει, «το πατρικό δόγμα, μόνος ανάμεσα στους Λατίνους».

     Αλλά, επειδή τόλμησε να συγκριθεί ο λόγος του επαίνου σ’ όλα του Μάρκου με τον μέγα δάσκαλο της οικουμένης και σε κάποιο βαθμό το κατόρθωσε, ήδη μου ήρθε στη μνήμη και το μέγα εγκώμιο, το οποίο πλέκει εξαιρέτως ο μέγας στη θεολογία Γρηγόριος, προς δόξα εκείνου του μεγάλου Αθανασίου. Κι επειδή δεν είναι γνωστό, θα το διηγηθώ με συντομία, γιατί ο δικός μας Μάρκος, δεν φαίνεται ελλιπής ούτε σ’ αυτό το μέγιστο κατόρθωμα.

      Ο Μέγας Αθανάσιος βρισκόταν εξόριστος στην Ιταλία από τους διωγμούς των Αρειανών. Κι εκείνη την εποχή, έγινε εκεί Σύνοδος Ορθόδοξων επισκόπων και δυτικών κι ανατολικών. Σε εκείνη τη Σύνοδο, όπου, όπως είπα, ήταν όλοι Ορθόδοξοι και ομόφρονες, επακολούθησε μεγάλη σύγχυση κι απ’ αυτή προέκυψε και σχίσμα μεταξύ των δυτικών και των ανατολικών. Η αιτία ήταν ότι οι δυτικοί έλεγαν κάποιες λέξεις που δεν τις δέχονταν οι ανατολικοί. Και το ίδιο οι ανατολικοί έλεγαν κάποιες άλλες λέξεις, τις οποίες η γλώσσα των  δυτικών, η λατινική, δεν τις έχει, αφού είναι περιορισμένη και φτωχή στα νοήματα. Γι’ αυτό οι δυτικοί, επειδή δεν καταλάβαιναν το νόημα των λέξεων, δεν τις δέχονταν. Επομένως κι οι ανατολικοί, φαίνονταν στους δυτικούς αιρετικοί, δηλαδή Αρειανοί κι οι δυτικοί αντίστοιχα φαίνονταν αιρετικοί στους ανατολικούς, δηλαδή Σαβελλιανοί. Και γι’ αυτό, όπως είπα, έγινε και μεγάλη ταραχή και λίγο έλειψε ν’ αποσχιστούν οι Εκκλησίες, παρόλο που στ’ αλήθεια και το ένα μέρος και το άλλο ορθά και σωστά φρονούσαν ως προς τα λεγόμενα.

      Τότε λοιπόν κι ο Μέγας Αθανάσιος, που ήταν παρών εκεί, έδωσε προσοχή και στο ένα μέρος και στο άλλο. Εξέτασε, δηλαδή, με ηρεμία κι επιμέλεια τα φρονήματα και των δύο πλευρών κι επειδή κατάλαβε πως ορθά φρονούν και τα δύο μέρη, τούς άφησε να λένε τα ονόματα εκείνα που έχει η κάθε γλώσσα, βεβαιώνοντας και το ένα μέρος και το άλλο, πως ορθά και σωστά φρονούν. Κι έτσι σταμάτησαν τα σκάνδαλα κι έγινε ειρήνη στις Εκκλησίες και διατηρήθηκε η ενότητα όπως και πριν.

     Αυτό είναι το μέγα έργο του μεγάλου Αθανασίου, το οποίο πάνω από τ’ άλλα θαυμάζει και επαινεί ο μέγας Γρηγόριος και για να πω τα ίδια του τα λόγια: «Αυτό», λέει, «είναι πιο ωφέλιμο από τους μεγάλους κόπους και τους λόγους και αυτό είναι προτιμότερο από πολλές αγρυπνίες και χαμαικοιτίες…». Λοιπόν, αν αυτό το κατόρθωμα το επαινεί τόσο πολύ ο Θεολόγος, πώς δεν είναι κι ο Μάρκος, ένας άλλος Αθανάσιος, που, αν και δεν κατόρθωσε περισσότερα, ωστόσο ενέργησε κι αυτός οπωσδήποτε το ίδιο θαυμάσια;

      Θέλετε ν’ ακούσετε κι αυτό; Οφείλω να το προσθέσω, γιατί το απαιτεί κι η συνέχεια της ιερής διήγησης για το πρόσωπό του, την οποία την διέκοψε προ πολλού το θαύμα των ηρωικών του αγώνων κι εμείς πρέπει αναγκαστικά να την ακολουθήσουμε, για να φτάσουμε και στο πανίερο τέλος της αγίας του ζωής[..].

            ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,

            επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΗ:

·       Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός: Η δράση και το εγκώμιό του γραμμένα από τον Άγιο Αθανάσιο τον Πάριο (απόδοση στη νεοελληνική: Βασιλάκη Ελένη), σελίδες 10-166, εκδόσεις Δ. Π. Νέστωρ