Περί ιερωσύνης κεφ. ιε: Είναι κακό και η αποβολή των χρησίμων από το ιερατείο, και η εισδοχή των αχρείων.
Θέλεις να σου αναφέρω και άλλο είδος αυτής της μάχης, η οποία είναι γεμάτη από κινδύνους; Πρόσεξε λοιπόν, στρέψε την προσοχή σου στις δημοτικές εορτές, κατά τη διάρκεια των οποίων, σύμφωνα με την κανονική παράδοση, γίνονται οι εκλογές των εκκλησιαστικών προεστώτων. Θα ιδής τον επίσκοπο να αντιμετωπίζη τόσες κατηγορίες όσο είναι το πλήθος του ποιμνίου. Όλοι οι εκλέκτορες διασπώνται σε πολλές παρατάξεις και θα μπορούσε να ιδή κάποιος τα μέλη του συνεδρίου των πρεσβυτέρων ούτε μεταξύ τους, αλλά ούτε και προς τον επίσκοπο να ομογνωμονούν. Αντίθετα, ο καθένας συντάσσεται με τον εαυτό του, ο μεν αυτόν, ο δε εκείνον προτιμώντας. Αίτιο δε αυτής της καταστάσεως είναι ότι δεν αποβλέπουν όλοι σε ένα, το οποίο και μόνο θα έπρεπε να προσέχουν, την αρετή δηλαδή της ψυχής, αλλά αντίθετα τίθενται και άλλες προϋποθέσεις για την κατάληψη του επισκοπικού αξιώματος.
Άλλος λέγει ότι ο υποψήφιος θα πρέπει να εγκριθή γιατί κατάγεται από περιφανή οικογένεια, άλλος προκρίνει τον υποψήφιο που διαθέτει πολύ πλούτο με το σκεπτικό ότι έτσι δεν θα χρειάζεται να τρέφεται από τις εκκλησιαστικές προσόδους, άλλος πάλι ότι προσήλθε στην Εκκλησία εγκαταλείποντας κάποια αιρετική φατρία. Και ο μεν ένας προτιμά τον φιλικά προς αυτόν διακείμενο, ο δε άλλος τον συγγενή του, άλλος δε πάλι προσπαθεί να επιβάλη από τους υποψηφίους εκείνον που είναι κόλακας, στον κατάλληλο όμως κανείς δεν θέλει να προσβλέψη, ούτε να ελέγξη τα ψυχικά χαρίσματα των υποψηφίων. Από την πλευρά μου εγώ τόσο πολύ απέχω από το να θεωρώ τα ανωτέρω προσόντα αξιόπιστα για την εκλογή των ιερέων, ώστε και στην περίπτωση που κάποιος επεδείκνυε τόση πολλή ευλάβεια, ικανή για την κατάληψη του ιερατικού αξιώματος, ούτε και αυτόν ακόμη να μη τολμώ να τον εγκρίνω, αν μαζί με την ευλάβεια δεν διαθέτει και πολλή σύνεση.
Διότι γνωρίζω πολλούς, οι οποίοι όλη τους τη ζωή την αφιέρωσαν στην ησυχία, την άσκηση και τη νηστεία, σε όλα δε αυτά ευδοκιμούσαν και ευχαριστούσαν τον Θεό για όσο χρονικό διάστημα ήσαν μόνοι τους και μεριμνούσαν για την ατομική τους ηθική ανέλιξη, προσέθεταν μάλιστα στην αύξηση της ασκητικής εμπειρίας καθημερινά πολλά θετικά στοιχεία. Όταν όμως εισήλθαν στον κόσμο και αναγκάσθηκαν να επανορθώσουν τα αρνητικά στοιχεία του λαού, τότε άλλοι μεν αποδείχθηκαν τελείως ανεπαρκείς για την αποστολή αυτή, άλλοι δε αφού αναγκάσθηκαν να επιμείνουν στο έργο αυτό εγκατέλειψαν την ακρίβεια περί την πίστη και όχι μόνο τους εαυτούς τους ζημίωσαν τα μέγιστα, αλλά και τους άλλους δεν ωφέλησαν σε κάτι. Αλλά και ούτε όταν κάποιος έμεινε για όλη του τη ζωή στο κατώτερο αξίωμα του ιερατείου και έφθασε σε προχωρημένο γήρας, αυτόν θα πρέπει να ανεβάσουμε στο αρχιερατικό αξίωμα, από σεβασμό και μόνο προς την ηλικία του. Γιατί άραγε θα πρέπει να γίνη αυτό, αν παρά την παρέλευση της ηλικίας εξακολουθεί να μένη ακατάλληλος; Και δεν τα είπα όλα αυτά τώρα θέλοντας να ατιμάσω το γήρας, ούτε επιθυμώντας να νομοθετήσω τον αποκλεισμό από το επισκοπικό αξίωμα των προερχομένων από το μοναχικό τάγμα (διότι συνέβη πολλοί από αυτούς να διαλάμψουν στο αξίωμα αυτό), αλλά προσπαθώντας να αποδείξω ότι εάν ούτε η ευλάβεια καθ᾿ εαυτή, ούτε το γήρας θα μπορούσαν να θεωρηθούν ικανά για να αναδείξουν τον άξιο να καταλάβη το αρχιερατικό αξίωμα, πόσο μάλλον λιγότερο οι προηγούμενες προϋποθέσεις.
Άλλοι μάλιστα θέτουν και άλλες προϋποθέσεις πιο άτοπες. Δηλαδή υπάρχουν κάποιοι, οι οποίοι συγκαταλέγονται στην τάξη του κλήρου είτε για να μη προσχωρήσουν σε αιρετικές ομάδες είτε για την πονηρία τους, για να μη προξενήση δηλαδή ο παραγκωνισμός τους μεγάλα κακά στο εκκλησιαστικό σώμα. Θα μπορούσε άραγε να γίνη κάτι πιο άνομο από αυτό; Όταν δηλαδή συμβαίνει άνθρωποι μοχθηροί και γεμάτοι από κακά να υπηρετούνται για όλα αυτά, για τα οποία θα έπρεπε να έχουν τιμωρηθή και να μη περάσουν καν το κατώφλι της Εκκλησίας, αντίθετα μάλιστα να ανεβαίνουν στο αρχιερατικό αξίωμα; Πες μου λοιπόν, μπορούμε να αναζητήσουμε την αιτία της οργής του Θεού, όταν πράγματα τόσο άγια και φρικοδέστατα στους ανθρώπους τα παρέχουμε για να τα λυμαίνονται άνθρωποι πονηροί και παντελώς ανάξιοι. Διότι όταν ανατίθεται η προστασία των ψυχών σε ακατάλληλους και ανάξιους ανθρώπους, τότε σε τι διαφέρει η Εκκλησία από τα παλιρροϊκά ύδατα του πορθμού του Ευρίπου;
Παλαιότερα γελούσα με τους κοσμικούς άρχοντες, διότι συνηθίζουν να διανέμουν τα διάφορα κρατικά αξιώματα όχι με βάση τις ψυχικές αρετές των υποψηφίων, αλλά με βάση τα χρήματα και το προχωρημένο της ηλικίας. Όμως, επειδή άκουσα ότι η παράλογη αυτή κατάσταση εισήχθη και στα εκκλησιαστικά πράγματα, έπαυσα πλέον να καταλογίζω βαρύτατη ευθύνη σ᾿ αυτούς. Συνεπώς, δεν είναι παράδοξο φαινόμενο που οι κοσμικοί άνθρωποι επιδιώκουν την καταξίωσή τους στα μάτια του πλήθους και κάνουν τα πάντα προκειμένου να κερδίσουν χρήματα, όταν εκείνοι οι οποίοι υποτίθεται ότι είναι απηλλαγμένοι από όλα αυτά δεν τηρούν καλύτερη στάση. Διότι ενώ ο αγώνας τους αφορά στην ουράνια πραγματικότητα, αυτοί ασχολούνται με τα ευτελή γήινα αντικείμενα, ή όταν πρόκειται να αποφασίσουν για την είσοδο κάποιου στο ιερατικό τάγμα, εκλέγουν ανθρώπους αλόγους και τους εμπιστεύονται τη διαχείριση των ουρανίων πραγμάτων, υπέρ των οποίων ο μονογενής Υιός του Θεού δεν παρέλειψε και τη δόξα του να κενώση και άνθρωπος να γίνη και μορφή δούλου να λάβη και να καταγελασθή και να ραπισθή και να υποστή τον επονείδιστο θάνατο της σάρκας.
Και δεν σταματούν σ᾿ αυτά μόνο, αλλά κάνουν και άλλα πιο άτοπα, διότι όχι μόνο εγκρίνουν για το ιερατικό λειτούργημα αναξίους, αλλά αποβάλλουν από αυτό και τους κατάλληλους. Σαν να μην έφθανε δηλαδή το γήινο φρόνημά τους προσπαθούν να διασαλεύσουν την ασφάλεια της Εκκλησίας και να προκαλέσουν την οργή του Θεού και με την πιο πάνω αυθαιρεσία, η οποία δεν είναι λιγότερο κακή από την πρώτη. Πράγματι, νομίζω ότι είναι εξ ίσου κακό να αποβάλλονται οι χρήσιμοι και να εκλέγονται οι αχρείοι. Και τούτο γίνεται για να μην έχη τη δυνατότητα το ποίμνιο του Χριστού να εξασφαλίση από πουθενά ανακούφιση και πνευματική στήριξη. Δεν είναι λοιπόν αυτά άξια να κατακεραυνωθούν και να ριφθούν σε χειρότερη γέεννα από εκείνη που απειλεί εμάς για τις αμαρτίες μας; Ο Θεός όμως ανέχεται και υποφέρει όλα αυτά τα κακά, διότι δεν επιθυμεί τον θάνατο του αμαρτωλού, αλλά την επιστροφή του στην ποίμνη και τη ζωή του. Πόσο λοιπόν θα μπορούσε να θαυμάση κάποιος τη φιλανθρωπία του και να εκπλαγή από το έλεός του, όταν ενώ οι χριστιανοί διαφθείρουν την πίστη και την Εκκλησία του Χριστού περισσότερο από τους εχθρούς και τους αντιπάλους, ο αγαθός Θεός εξακολουθεί να τους αγαπά ακόμη και να τους καλή σε μετάνοια. Δόξα σε σένα Κύριε, δόξα σε σένα· πόσο βάθος έχει η φιλανθρωπία σου! Πόσος είναι σε σένα ο πλούτος της ανεξικακίας! Οι ευτελείς και άτιμοι, οι οποίοι δια του ονόματός σου κατέστησαν έντιμοι και περίβλεπτοι, χρησιμοποιούν την τιμή κατ᾿ εκείνου που την παρέχει, τολμούν τα ατόλμητα και υβρίζουν τα άγια, περιθωριοποιούντες και εκβάλλοντες τους σπουδαίους, ώστε οι πονηροί να μπορούν πλέον με πολλή ηρεμία και πλήρη ελευθερία να ανατρέπουν όσα επιθυμούν. Αν θέλης δε να ανεύρης τις αιτίες του κακού αυτού μπορείς να ανατρέξης στα προηγούμενα. Η ρίζα δηλαδή του κακού, η μητέρα θα μπορούσε να πει κάποιος, είναι μία, ο φθόνος. Οι αιτίες αυτές δεν έχουν κοινή αφετηρία, αλλά διαφέρουν. Έτσι, λοιπόν, λέγουν, ο μεν να εκβληθή, επειδή είναι νέος, ο δε επειδή δεν γνωρίζει να κολακεύη, ο άλλος επειδή διαφώνησε με τον δείνα, ή για να μη λυπείται ο δείνα βλέποντας να έχη εγκριθή άλλος από εκείνον που προτάθηκε από αυτόν, ή επειδή είναι χρηστός και επιεικής, ή επειδή είναι αυστηρός με τους αμαρτάνοντες ή για άλλη παρόμοια αιτία. Και όλοι αυτοί δεν στερούνται προφάσεων, όσων και αν θέλουν, μάλιστα αιτιώνται και το πλήθος των προτερημάτων κάποιου, όταν δεν μπορούν να εξεύρουν κάποια υποστατή αιτίαση. Μπορεί δηλαδή να προβάλουν την αιτίαση ότι δεν πρέπει κάποιος να άγεται αθρόον στο επισκοπικό αξίωμα, αλλά με ηρεμία και σταδιακά, πολλές δε ακόμη προφάσεις, όσες θέλουν, θα μπορούσαν να ανεύρουν. Εδώ θα ήθελα να θέσω και το καίριο ερώτημα· Τι λοιπόν πρέπει να κάνη ο επίσκοπος όταν έχει να αντιπαρέλθη τόσες αντιξοότητες; Πώς θα σταθή όρθιος μπροστά σε τόσα κύματα; Πώς θα αποκρούση τόσες επιθέσεις; Αν μεν αντιμετωπίση την κατάσταση κατόπιν ορθής κρίσεως, όλοι οι ανωτέρω θα γίνουν εχθροί και αντίπαλοι τόσο αυτού, όσο και των εκλεγέντων, προκαλούντες καθημερινά αναταραχή εναντίον του και προβάλλοντες προσκόμματα στους εκλεγέντες, μέχρι να καταφέρουν ή αυτούς τους τελευταίους να εκβάλουν ή τους δικούς τους υποψηφίους να επιβάλουν. Είναι δηλαδή κάτι παραπλήσιο με τον κυβερνήτη, ο οποίος μέσα στο ίδιο του το πλοίο έχει συνταξιδιώτες του και πειρατές, οι οποίοι επιβουλεύονται κάθε στιγμή αυτόν, τους ναύτες του και τους επιβάτες. Αν όμως ο επίσκοπος προτιμήση από τη σωτηρία του να ικανοποιήση την επιθυμία αυτών και δεχθή στο ιερατικό τάγμα εκείνους που δεν θα έπρεπε, τότε θα έχη για τους κακεντρεχείς αυτούς τον Θεό για εχθρό και τότε αλήθεια τι χειρότερο υπάρχει από αυτό. Αλλά και στην περίπτωση αυτή, η θέση του έναντι αυτών θα είναι δυσχερέστερη από πριν, αφού οι αντίπαλοί του πλέον θα συμπράττουν όλοι μαζί και θα καθίστανται ισχυρότεροί του. Όπως δηλαδή όταν σφοδροί αντίθετοι άνεμοι προσπέσουν ο ένας πάνω στον άλλο, το προ τινος ηρεμούν πέλαγος ξαφνικά γίνεται ταραγμένο και πολύ τρικυμιώδες, καταποντίζοντας τους ναυτιλλομένους, έτσι και η γαλήνη της Εκκλησίας, όταν δέχεται φθοροποιούς ανθρώπους γεμίζει από πολλή αναταραχή και ναυάγια πιστών ανθρώπων.