ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ «ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ» — ΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΓΝΩΜΑΤΕΥΣΙΣ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΙΑ (του αγ. αρχιμανδρίτου Ιουστίνου Πόποβιτς εν έτει 1974)

Γνωμάτευση του αγ. Ιουστίνου που γράφθηκε κατόπιν αιτήματος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Σερβίας σχετικά με το αν μπορεί η Ορθόδοξη Εκκλησία να συμμετάσχει στις «οικουμενικές ακολουθίες» που διοργάνωναν οι ρωμαιοκαθολικοί της Γιουγκοσλαβίας στα πλαίσια της «εβδομάδος εν τη ενότητι», δηλ. αυτό που κάνουν σήμερα όλες οι Εκκλησίες τουλάχιστον του εξωτερικού με πρωτοπόρο την Γερμανία (το κείμενο από εδώ).
Πανιερώτατοι Πατέρες,
Τὴν στάσιν της ἔναντι τῶν αἱρετικῶν — καὶ αἱρετικοὶ εἶναι ὅλοι οἱ μὴ Ὀρθόδοξοι — ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἔχει καθορίσει ἅπαξ διὰ παντός, διὰ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ τῶν ἁγίων Πατέρων, δηλαδὴ διὰ τῆς ἁγίας Θεανθρωπίνης Παραδόσεως, τῆς μοναδικῆς καὶ ἀναλλοιώτου.
Συμφώνως πρὸς αὐτὴν τὴν στάσιν, εἰς τοὺς Ὀρθοδόξους εἶναι ἀπηγορευμένη κάθε συμπροσευχὴ καὶ κάθε λατρευτικὴ ἐπικοινωνία μετὰ αἱρετικῶν. Διότι «τὶς μετοχὴ δικαιοσύνη καὶ ἀνομία; τὶς δὲ κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος; τὶς δὲ συμφώνησις Χριστῷ πρὸς Βελίαρ; ἡ τὶς μερὶς πιστῶ μετὰ ἀπίστου;» (Β΄ Κορινθ. 6, 14-15). Ὁ 45ος κανὼν τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων ὁρίζει: "Ἐπίσκοπος ἡ πρεσβύτερος..., αἱρετικοῖς συνευξάμενος μόνον, ἀφοριζέσθω· εἰ δὲ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς, ὡς κληρικοῖς ἐνεργήσαί τι, καθαιρείσθω". Αὐτὸς ὁ ἱερὸς Κανῶν τῶν ἁγίων Ἀποστόλων δὲν προσδιορίζει ποία ἀκριβῶς προσευχὴ ἡ ἀκολουθία ἀπαγορεύεται, ἀλλὰ ἀπαγορεύει κάθε κοινὴν μεθ' αἱρετικῶν προσευχήν, ἔστω καὶ τὴν κατ' ἰδίαν ("συνευξάμενος"). Εἰς δὲ τὰς οἰκουμενιστικὰς κοινὰς προσευχὰς μήπως δὲν γίνωνται καὶ ἀδρότερα καὶ εὐρύτερα τούτων; Ὁ 32ος κανὼν τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου ὁρίζει: «Ὅτι οὐ δεῖ αἱρετικῶν εὐλογίας λαμβάνειν, αἵτινὲς εἰσιν ἀλογίαι μᾶλλον ἡ εὐλογίαι». Μήπως ὅμως δὲν συμβαίνει εἰς τὰς κοινὰς οἰκουμενιστικὰς συναντήσεις καὶ συμπροσευχὰς νὰ εὐλογοῦν αἱρετικοὶ ρωμαιοκαθολικοὶ ἐπίσκοποι καὶ ἱερεῖς, προτεστάνται πάστορες, ἀκόμη δὲ καὶ γυναῖκες;
Αὐτοὶ καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι σχετικοὶ κανόνες τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καὶ τῶν ἁγίων Πατέρων ἴσχυον ὄχι μόνον κατὰ τὴν παλαιὰν ἐποχήν, ἀλλ' ἐξακολουθοῦν νὰ εἶναι ἐν ἀπολύτῳ ἰσχύϊ καὶ σήμερον, δι' ὅλους ἡμᾶς τοὺς συγχρόνους ὀρθοδόξους Χριστιανούς. Ἰσχύουν ἀναμφιβόλως καὶ διὰ τὴν θέσιν μας ἔναντι τῶν ρωμαιοκαθολικῶν καὶ προτεσταντῶν. Διότι ὁ μὲν ρωμαιοκαθολικισμὸς εἶναι πολλαπλῆ αἵρεσις, περὶ δὲ τοῦ προτεσταντισμοῦ τί νὰ εἴπωμεν; Καλλίτερον νὰ μὴ ὁμιλῶμεν. Ἤδη ὁ Ἅγιος Σάββας εἰς τὴν ἐποχήν του, ἐπτάμισυ αἰῶνας πρίν, δὲν ὠνόμαζεν ἄραγε τὸν ρωμαιοκαθολικισμὸν «λατινικὴν αἵρεσιν»; Καὶ πόσα ἀπὸ τότε νέα δόγματα δὲν ἐπενόησεν ὁ πάπας καὶ «ἀλαθήτως» ἐδογμάτισε! Δὲν χωρεῖ ἀμφιβολία, ὅτι διὰ τοῦ δόγματος περὶ τοῦ ἀλαθήτου τοῦ πάπα, ὁ ρωμαιοκαθολικισμὸς κατέστη παναίρεσις.
Καὶ ἡ πολὺ ἐπαινουμένη Β΄ Βατικάνειος Σύνοδος οὐδὲν ἤλλαξεν οὔτε ὅσον ἀφορᾶ εἰς τὴν τερατώδη ταύτην αἵρεσιν, ἀλλά, τοὐναντίον, ἐπεκύρωσεν αὐτήν.
Ἕνεκα τούτου, ἂν εἴμεθα Ὀρθόδοξοι καὶ θέλωμεν νὰ παραμείνωμεν Ὀρθόδοξοι, τότε ὀφείλομεν καὶ ἡμεῖς νὰ τηρήσωμεν τὴν στάσιν τοῦ Ἁγίου Σάββα, τοῦ Ἁγίου Μάρκου Ἐφέσου, τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ Αἰτωλοῦ, τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Κροστάνδης καὶ τῶν λοιπῶν Ἁγίων Ὁμολογητῶν καὶ Μαρτύρων καὶ Νεομαρτύρων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἔναντι τῶν ρωμαιοκαθολικῶν καὶ τῶν προτεσταντῶν, ἐκ τῶν ὁποίων οὔτε οἱ μέν, οὔτε οἱ δέ, δὲν πιστεύουν ὀρθοδόξως εἰς τὰ δύο βασικὰ δόγματα τοῦ Χριστιανισμοῦ: εἰς τὴν Ἁγίαν Τριάδα καὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν.
Πανιερώτατε καὶ Ἅγιοι Συνοδικοὶ Πατέρες,
Ἕως πότε θὰ ἐξευτελίζωμεν δουλικῶς τὴν Ἁγίαν μας Ὀρθόδοξον Ἁγιοπατερικὴν καὶ Ἁγιοσαββιτικὴν Ἐκκλησίαν διὰ τῆς οἰκτρῶς καὶ φρικωδῶς ἀντιαγιοπαραδοσιακὴς στάσεώς μας ἔναντι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τοῦ λεγομένου Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν; Ἐντροπὴ καταλαμβάνει πάντα εἰλικρινῆ Ὀρθόδοξον, ἀνατραφέντα ὑπὸ τὴν καθοδήγησιν τῶν Ἁγίων Πατέρων, ὅταν ἀναγιγνώσκη, ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι Σύνεδροι τῆς 5ης Πανορθοδόξου Διασκέψεως τῆς Γενεύης (8-16 Ἰουνίου 1968) σχετικῶς πρὸς τὴν συμμετοχὴν τῶν Ὀρθοδόξων εἰς τὸ ἔργον τοῦ «Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν», ἔλαβον τότε τὴν ἀπόφασιν «ὅπως ἐκφρασθῇ ἡ κοινὴ ἐπίγνωσις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὅτι αὕτη ἀποτελεῖ ὀργανικὸν μέρος τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν».
Αὐτὴ ἡ ἀπόφασις εἶναι κατὰ τὴν ἀνορθοδοξίαν καὶ ἀντιορθοδοξίαν της ἀποκαλυπτικῶς φρικαλέα. Ἦτο ἄραγε ἀπαραίτητον ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, αὐτὸ τὸ πανάχραντον Θεανθρώπινον σῶμα καὶ ὀργανισμὸς τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ νὰ ταπεινωθεῖ τόσον τερατωδῶς, ὥστε οἱ ἀντιπρόσωποί της θεολογοι, ἀκόμα δὲ καὶ Ἱεράρχαι, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ Σέρβοι, νὰ ἐπιζητοῦν τὴν «ὀργανικὴν» μετοχὴν καὶ συμπερίληψιν εἰς τὸ Παγκόσμιον Συμβούλιον τῶν Ἐκκλησιῶν, τὸ ὁποῖον, κατ' αὐτὸν τὸν τρόπον γίνεται εἰς νέος ἐκκλησιαστικὸς «ὀργανισμός», μία «νέα Ἐκκλησία» ὑπεράνω τῶν Ἐκκλησιῶν, τῆς ὁποίας οἱ Ὀρθόδοξοι καὶ μὴ Ὀρθόδοξοι ἐκκλησίαι ἀποτελοῦν μόνο «μέλη» («ὀργανικῶς μεταξύ των συνδεδεμένα»!) Ἀλοίμονον, ἀνήκουστος προδοσία!
Ἀπορρίπτομεν τὴν ὀρθόδοξον θεανθρωπίνην πίστιν, αὐτὸν τὸν ὀργανικὸν δεσμὸν μετὰ τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου Ἰησοῦ καὶ τοῦ παναχράντου Τοῦ Σώματος – τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καὶ Πατέρων καὶ Οἰκουμενικῶν Συνόδων – καὶ θέλομεν νὰ γίνωμεν «ὀργανικὰ μέλη» τοῦ αἱρετικοῦ, οὐμανιστικοῦ, ἀνθρωποπαγοὺς καὶ ἀνθρωπολατρικοῦ συλλόγου, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖται ἀπὸ 263 αἱρέσεις, ἡ δὲ κάθε μία ἀπὸ αὐτὰς πνευματικὸς θάνατος!
Ὡς Ὀρθόδοξοι, εἴμεθα «μέλη Χριστοῦ». «Ἄρα οὗν τὰ μέλη τοῦ Χριστοῦ, ποιήσω πόρνης μέλη; Μὴ γένοιτο!» (Α΄ Κορινθ. 6, 15). Καὶ ἡμεῖς τοῦτο πράττομεν διὰ τῆς «ὀργανικῆς» συνδέσεώς μας μετὰ τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν, τὸ ὁποῖον οὐδὲν ἄλλο εἶναι εἰμὴ ἀναβίωσις τῆς ἀθέου ἀνθρωπολατρείας – εἰδωλολατρείας.
Εἶναι πλέον ἔσχατος καιρός, Πανιερώτατοι Πατέρες, ὅπως ἡ Ὀρθόδοξος Ἁγιοπατερικὴ καὶ Ἁγιοσαββίτικη Ἐκκλησία μας, ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων, τῶν ἁγίων Ὁμολογητῶν, Μαρτύρων καὶ Νεομαρτύρων, παύση νὰ ἀναμιγνύεται ἐκκλησιαστικῶς, ἱεραρχικῶς καὶ λατρευτικῶς μετὰ τοῦ οὕτω καλουμένου Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν καὶ ὅπως ἀρνηθεῖ διὰ παντὸς τὴν οἱανδήποτε συμμετοχὴν εἰς τὰς κοινὰς προσευχὰς καὶ τὴν λατρείαν (ἡ ὁποία λατρεία εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν εἶναι ὅλη ὀργανικῶς συνδεδεμένη εἰς μίαν ὁλότητα καὶ συγκεφαλαιοῦται εἰς τὴν θείαν Εὐχαριστίαν), καὶ γενικῶς τὴν συμμετοχὴν εἰς οἱανδήποτε ἐκκλησιαστικὴν πρᾶξιν, ἡ ὁποία ὡς τοιαύτη, φέρει ἐν ἑαυτῇ καὶ ἐκφράζει τὸν μοναδικὸν καὶ ἀνεπανάληπτον χαρακτῆρα τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, τῆς πάντοτε Μιᾶς καὶ Μοναδικῆς.
Μὴ σμίγουσα ἐκκλησιαστικῶς μετὰ τῶν αἱρετικῶν, εἴτε ἂν εἶναι αὐτοὶ συγκεντρωμένοι πέριξ της Γενεύης, εἴτε πέριξ τῆς Ρώμης, ἡ Ὀρθόδοξος ἡμῶν Ἐκκλησία, κατὰ πάντα πιστὴ πρὸς τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους καὶ τοὺς ἁγίους Πατέρας, δὲν θὰ ἀρνηθῇ διὰ τοῦτο τὴν Χριστιανικήν της ἀποστολὴν καὶ τὸ εὐαγγελικόν της χρέος: ὅπως ἐνώπιον τοῦ συγχρόνου κόσμου, ὅσον τοῦ μὴ ὀρθοδόξου, τόσον καὶ τοῦ ἀπίστου, ταπεινῶς ἀλλὰ εὐθαρσῶς μαρτυρῇ περὶ τῆς Ἀληθείας, τῆς Παναληθείας, περὶ τοῦ ζῶντος καὶ ἀληθινοῦ Θεανθρώπου καὶ περὶ τῆς πανσωστικῆς καὶ παμμεταμορφωτικὴς δυνάμεως τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὁδηγουμένη ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ ἡ Ἐκκλησία μας, διὰ τοῦ ἁγιοπατερικοῦ πνεύματος καὶ χαρακτῆρος τῶν θεολόγων της, πάντοτε θὰ εἶναι «ἕτοιμη πρὸς ἀπολογίαν παντὶ τῷ αἰτοῦντι ἡμᾶς λόγον περὶ τῆς ἐν ἡμῖν ἐλπίδος» (Α΄ Πέτρ. 3, 15). Καὶ ἡ Ἐλπὶς ἡμῶν νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων καὶ εἰς ὅλην τὴν αἰωνιότητα εἶναι μία καὶ μοναδική: Ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστὸς ἐν τῷ Θεανθρωπίνω του σώματι, ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων. Οἱ Ὀρθόδοξοι θεολόγοι ὀφείλουν νὰ συμμετέχουν ὄχι εἰς «οἰκουμενικὰς κοινὰς προσευχάς», ἀλλ' εἰς θεολογικοὺς διαλόγους ἐν τῇ Ἀληθείᾳ καὶ περὶ τῆς Ἀληθείας, ὅπως διὰ μέσου τῶν αἰώνων ἔπραττον οἱ ἅγιοι καὶ θεοφόροι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τῆς Ὀρθοπιστίας εἶναι «μερὶς» μόνον τῶν σωζομένων» (πρβλ 7ος κανὼν Β΄ Ὄικουμ. Συνόδου).
Παναληθὲς εἶναι τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ ἁγίου Ἀποστόλου: «σωτηρία ἐν ἁγιασμῷ καὶ πίστει ἀληθείας» (Β΄ Θές. 2,13). Ἡ θεανθρωπίνη πίστις εἶναι ἡ πίστις τῆς Ἀληθείας. Ἡ Οὐσία αὐτῆς τῆς πίστεως εἶναι ἡ Ἀλήθεια, εἶναι ἡ μόνη Παναλήθεια, δηλαδὴ ὁ Θεάνθρωπος Χριστός. Ἡ δὲ θεανθρωπίνη ἀγάπη εἶναι «ἡ ἀγάπη τῆς Ἀληθείας» (Β΄Θες. 2,10). Ἡ οὐσία αὐτῆς τῆς ἀγάπης εἶναι ἡ Παναλήθεια, δηλ. ὁ Θεάνθρωπο Χριστός. Καὶ αὐτὴ ἡ Πίστις καὶ αὐτὴ ἡ Ἀγάπη εἶναι ἡ καρδία καὶ ἡ συνείδησις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Πάντα ταῦτα διεφυλάχθησαν ἀλώβητα μόνον ἐν τῇ ἁγιοπατερικῇ Ὀρθοδοξίᾳ, περὶ τῆς ὁποίας οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ εἶναι κεκλημένοι νὰ μαρτυροῦν ἀφόβως ἐνώπιον τῆς Δύσεως καὶ τῆς ψευδοπίστεώς της καὶ τῆς ψευδοαγάπης της.
Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου
Ἱερὰ Μονὴ Τσελιὲ 13/26 Νοεμβρίου 1974
Συνιστᾶ ἑαυτὸν ταῖς ἁγίαις ἀποστολικαῖς προσευχαῖς
τῆς Ὑμετέρας Πανιερότητος καὶ τῶν ἁγίων Πατέρων
τῆς Ἱερᾶς Συνόδου Ἀρχιερέων, ὁ ἀνάξιος
Ἀρχιμανδρίτης Ἰουστῖνος (Πόποβιτς)