Ο σκοπός που φορέσαμε το ράσο δεν ήταν επαγγελματικός, αλλά πνευματικός. Γι’ αυτό υποστήκαμε αυτή την οικονομική θυσία για λόγους πνευματικούς και χριστιανικούς και ορθής πίστης. (π. Μιχαήλ Δαμανάκης)
Πέντε Σφακιανοί παπάδες (ή έξι): Νικόλαος Γιαννουλάκης (ενορία Ασφέντου/Βουβά/Αγ. Νεκταρίου), Κωσταντής Χομπίτης (ενορία Νίμπρου/Κομητάδων), Μιχάλης Δαμανάκης (ενορία Σκαλωτής/Αργουλέ), αδέρφια Γιώργης (ο πρεσβύτερος – Αγιά Ρουμέλη/Λουτρό/Λιβανιανά/Αη-Γιάννης) και Παναγιώτης (ενορία Ασκύφου) Χιώτηδες, Νικόλας Παπαδόσηφος (ο νεώτερος – ενορία Πατσιανού/Καλλικράτη), όλοι χειροτονημένοι στα Σφακιά.
Αποσπάσματα από κοινή τους συνέντευξη στο περιοδικό «Αντί» (τεύχος 79, Σεπτέμβριος 1977, ψηφιακή βιβλιοθήκη Παντείου Παν/μίου https://pandemos.panteion.gr/items/e6f98cf3-e407-4121-bae6-b2db954288dd) :
«Όταν κάποιος άγιος πέθανε και παρουσιάστηκε στα χέρια του Θεού, τότε του είπε: ναι μεν είσαι αναμάρτητος αλλά τα χέρια σου είναι άδεια. Σκεφτήκαμε λοιπόν, επειδή δεν είχαμε με τι άλλο να γεμώσομε τα χέρια μας. Και σκεφθήκαμε να τα γεμώσομε με πράξεις. Πράξεις που να δικαιώνουν και την ύπαρξή μας και να δικαιώνουν και την αποστολή μας» (Παπαδόσηφος).
«Οι ιερείς της επαρχίας Σφακίων ξεκινήσαμε από τα εκκλησιαστικά. Oι περισσότεροι, ορισμένοι μάλλον, λένε ότι θα πρέπει ο ιερεύς να μένει στο θυμιατὸ του και μόνο. Αυτό δεν είναι σωστό. Εμείς, πάλι, θεωρήσαμε ότι είναι πρέπον και λογικό να ξεκινήσουμε από δω. Και πράγματι στα περισσότερα χωριά της επαρχίας έχουν κτισθεί καινούργιες εκκλησίες και αρχίσαμε από το «εκ Θεού άρχεσθαι». Δεν φτάνει όμως το θυμιατήρι» (Χομπίτης).
«Ένας, ο σπουδαιότερος λόγος, ο οποίος μας συνένωσε είναι κατ’ αρχάς η αφιλοχρηματία.
Διότι δε μας πειράζει αν ένας εξ ημών λειτουργεί στην ενορία του άλλου. Ή όταν έχει ο ένας ανάγκη προσπαθούμε πως θα τον βοηθήσουμε οι άλλοι κατά τη δύναμή μας. Αυτό ήταν το πρώτο κίνητρο που μας συνένωσε. Ύστερα ήρθαν τα άλλα μόνα τους σιγά σιγά» (Παπαδόσηφος).«Δεν υπάρχουν «τυχερά» (…) δεν παίρνουμε πράμα, τίποτε (…) Av επιμείνει κανείς μπορούμε να πάρουμε ένα ελάχιστο, 100 δρχ. ας πούμε (…) Για να μην προσβάλομε τον άλλο» (παπα-Γιώργης).
«Η δωρεάν θρησκεία εδώ στην επαρχία μας είναι μια πραγματικότητα. Κι αυτό συμβαίνει όχι επειδή δεν έχουμε οικονομικάς ανάγκας αλλά επειδή πιστεύουμε ότι τα «τυχερά» είναι ένα καρκίνωμα μέσα στον οργανισμό της εκκλησίας. Τη βλάφτει τα μέγιστα και γι’ αυτό αποφασίσαμε να το καταργήσουμε. Ο σκοπός που φορέσαμε το ράσο δεν ήταν επαγγελματικός, αλλά πνευματικός. Γι’ αυτό υποστήκαμε αυτή την οικονομική θυσία για λόγους πνευματικούς και χριστιανικούς και ορθής πίστης. Tο «τυχερό» όμως είναι και αντίθετο με το Ευαγγέλιο, το οποίο μας λέγει «δωρεάν ελάβατε, δωρεάν δότε τήν χάρι και την ευλογία τον Θεού». Πώς λοιπόν εμείς οι τελετουργοὶ των θείων μυστηρίων θα γίνουμε και έμποροι των θείων μυστηρίων; Αυτό είναι απαράδεκτο. Για να έχουμε ήσυχη τη συνείδησή μας ακολουθήσαμε το πνεύμα του Ευαγγελίου και την διδασκαλία που κήρυξε ό ίδιος ο Χριστός, οι Πατέρες της Εκκλησίας και οι Απόστολοι. Γι’ αυτό ακριβώς καταργήσαμε τα «τυχερά» . Δεν το σήκωνε η συνείδηση μας. (…) Είναι προτιμότερο για κάθε παπά, εφ’ όσον δεν του αρκεί ο μισθός του, να εργαστεί χειρωνακτικά και να συμπληρώσει έτσι το εισόδημα του. Διότι τα «τυχερά» είναι σκάνδαλο. Κι όποιος ποιεί το σκάνδαλο - κατά τους λόγους του Ευαγγελίου - θα πρέπει να δέσει μια μυλόπετρα στο λαιμό του και να πέσει στη θάλασσα (…) Ευχόμεθα ολόψυχα, όπως το ταχύτερο δυνατό ο ελληνικός λαός και όλοι οι λαοί του κόσμου λύσουν τα προβλήματά τους, μέσα στα πλαίσια της κοινωνικής δικαιοσύνης και του κοινωνικού χριστιανισμού. Ευχόμεθα επίσης, όπως το δυνατό ταχύτερο επιτύχομε την εθνική μας ανεξαρτησία και την ελευθερία του ελληνικού λαού» (παπα-Μιχάλης).
