Οι Άγιοι Παιδομάρτυρες του Γιαστρεμπάρσκο και του Σίσακ (1942)

Οι Άγιοι Παιδομάρτυρες του Γιαστρεμπάρσκο και του Σίσακ είναι μια ομάδα χιλιάδων ορθόδοξων παιδιών από τη Σερβία, τα οποία βασανίστηκαν και θανατώθηκαν το 1942 σε ειδικά στρατόπεδα συγκέντρωσης για παιδιά που είχε ιδρύσει το φασιστικό καθεστώς των Ουστάσι στην Κροατία, κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Σερβίας τους ανακήρυξε επίσημα Αγίους το 2022, ορίζοντας την ημέρα μνήμης τους στις 13 Ιουλίου

Κατά τη διάρκεια του πολέμου, στο ελεγχόμενο από τον Άξονα «Ανεξάρτητο Κράτος της Κροατίας» (NDH), εφαρμόστηκε μια συστηματική γενοκτονία εναντίον των Ορθόδοξων Σέρβων, των Εβραίων και των Ρομά

Σε αυτές τις επιχειρήσεις “παιδομαζώματος” βρέφη λίγων μηνών έως 14 ετών αποσπώνταν βίαια από τις μητέρες τους ,πολλές εκ των οποίων στέλνονταν στο διαβόητο στρατόπεδο Γιασένοβατς (Οι γονείς και τα μεγαλύτερα αδέλφια τους συχνά σκοτώνονταν ή στέλνονταν σε στρατόπεδα εργασίας τόσο εντός του NDH όσο και αλλού στην κατεχόμενη από τον Άξονα Ευρώπη) και μεταφέρονταν σε εξειδικευμένα παιδικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπως αυτά στο Γιαστρεμπάρσκο (Jastrebarsko) και στο Σίσακ (Sisak) αφήνοντάς τα  να πεθάνουν από την πείνα, τις τρομερές επιδημίες, τις κακές καιρικές συνθήκες και τα σωματικά βασανιστήρια.

Αυτά τα παιδιά μαρτύρησαν όχι μόνο λόγω της εθνικής τους ταυτότητας (Σέρβοι Ορθόδοξοι)  αλλά και εξαιτίας  του εκτεταμένου βίαιου “προσηλυτισμού” στον καθολικισμό που είχε επιβάλλει το φιλοναζιστικό  καθεστώς της Κροατίας στους υπο διωγμό Ορθοδόξους  Χριστιανούς.

Το “παιδικό” στρατόπεδο βρισκόταν στην πόλη Γιαστρέμπαρσκο , περίπου 37 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της πρωτεύουσας του NDH, Ζάγκρεμπ , και λειτούργησε από τις 12 Ιουλίου έως τον Οκτώβριο του 1942. Επικεφαλής της διοίκησης του στρατοπέδου ήταν μια μοναχή, η Αδελφή Μπάρτα Πουλχέριγια,  μέλος του καθολικού “τάγματος των θυγατέρων  της Φιλανθρωπίας του Αγίου Βικεντίου του Παύλου”.

Η Πουλχέριγια ήταν η κουνιάδα του Μίλε Μπούντακ , ανώτερου ιδεολόγου των Ουστάσι και υψηλόβαθμου αξιωματούχου του NDH. Το προσωπικό του στρατοπέδου αποτελούνταν από μέλη της Νεολαίας και γυναίκες της Ουστάσι. Σύμφωνα με τον Φούμιτς, οι απάνθρωπες πράξεις της Πουλχερία και άλλων μοναχών και ο ρόλος τους στους θανάτους πολλών παιδιών δεν έχουν έχουν  καταδικαστεί, από την Καθολική Εκκλησία . Η Πουλχερία πέθανε στην Αυστρία το 1981

Συνολικά 3.336 Ορθόδοξα Σερβόπουλα πέρασαν τις πύλες αυτών των στρατοπέδων

Η Ιερά Σύνοδος της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας αποφάσισε την ένταξή τους στο Αγιολόγιο, αναγνωρίζοντας τη θυσία τους και τιμά την μνήμη τους κάθε χρόνο στις 13 Ιουλίου, ημέρα που συνδέεται με τις πρώτες μεγάλες μεταγωγές παιδιών στα στρατόπεδα θανάτου το καλοκαίρι του 1942.

Σε απάντηση, η Ρωμαιοκαθολική Αρχιεπισκοπή του Ζάγκρεμπ έστειλε επιστολή στον Σέρβο Πατριάρχη Πορφύριο διαμαρτυρόμενη για αυτήν  την αγιοκατάταξη, δηλώνοντας ότι «σε σχέση με αυτό το θέμα, η Ιερά Σύνοδος των Επισκόπων της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας έχει προφανώς αποδεχτεί ρητορική και κομμουνιστική προπαγάνδα , γεμάτη αναλήθειες και χειρισμούς, με τις οποίες επιχειρείται να κατηγορηθούν αθώοι άνθρωποι για τα φερόμενα βασανιστήρια και δολοφονίες παιδιών, χιλιάδες από τα οποία, χάρη στην αγάπη και τη φροντίδα των Κροατών Καθολικών, σώθηκαν από τον θάνατο και επέζησαν από τις δύσκολες συνθήκες του πολέμου» (Πληροφορίες κυρίως  απο την  wikipedia)

Όπως γράφει ο  Ιερομόναχος Παμφίλ Οσόκιν (Μοναχός της Αγίας Τριάδας-Λάβρας του Αγίου Σεργίου):

Το στρατόπεδο Γιαστρεμπάρσκο ονομαζόταν επίσημα «Καταφύγιο για Παιδιά Πρόσφυγες». Ένας από τους σκοπούς του στρατοπέδου ήταν να συγκεντρώσει παιδιά από άλλα στρατόπεδα και να τα κατηχήσει στο πνεύμα των Ουστάσι , κατά το πρότυπο των Γενίτσαρων. Τα παιδιά χωρίστηκαν σε διάφορες κατηγορίες. Τα μεγαλύτερα αναγκάζονταν να φορούν στολές με το γράμμα «U» (για τους Ουστάσι), να μελετούν ιστορία και να προσεύχονται σύμφωνα με τις καθολικές τελετουργίες.
Το τμήμα του στρατοπέδου που προοριζόταν για τα μικρότερα παιδιά και βρέφη, κυρίως κορίτσια, βρισκόταν στους κάτω θαλάμους του κάστρου που ανήκε στην ευγενή οικογένεια Ερντόντι. Στην πραγματικότητα, οι περισσότερες  φρικαλεότητες και οι πιο βάναυσες δολοφονίες Σέρβων παιδιών συνέβησαν ακριβώς σε αυτό το τμήμα του στρατοπέδου συγκέντρωσης.

Αυτό το τμήμα του στρατοπέδου τέθηκε υπό την επίβλεψη Καθολικών μοναχών από την Εκκλησία του Τάγματος του Αγίου Βικεντίου του Παύλου.
Οι μοναχές, οι οποίες είχαν αναλάβει την επίβλεψη των παιδιών, τα φέρονταν με σκληρότητα, και μερικές μάλιστα ενήργησαν ως βασανιστές των αθώων που υπέφεραν.

Στην εφημερίδα Vjesnik του Ζάγκρεμπ , στα φύλλα 24–26 της 26ης Δεκεμβρίου 1945, διαβάζουμε:
Στο Γιαστρεμπάρσκο, τα παιδιά ήταν καταδικασμένα σε βέβαιο θάνατο. Φτωχοντυμένα και αδύναμα, εμφανίζονταν ως ζωντανές σκιές και σκελετοί. Υποβάλλονταν σε κάθε είδους βασανιστήρια. Αν ένα παιδί έβρισκε μια κόρα ψωμιού ή «έκλεβε» ένα μήλο, τις περισσότερες φορές το ξυλοκοπούσαν μέχρι θανάτου. Όσοι προσπαθούσαν να δραπετεύσουν σκοτώνονταν.

Τα παιδιά κρατούνταν σε αφόρητες συνθήκες. Κοιμόντουσαν στο τσιμεντένιο πάτωμα, στερημένα τροφής, νερού και στοιχειωδών ειδών υγιεινής. Όταν τιμωρούνταν, ξυλοκοπούνταν με μαστίγια που είχαν μουλιάσει σε αλμυρό νερό, προκειμένου να επιβληθεί διπλό μαρτύριο στους πάσχοντες.
Η Σερβική Εκκλησία σε πολλούς ύμνους που αφιερώνει στους αγίουςαυτούς παιδομάρτυρες περιγράφει τα μαρτύριά τους.

Ο καθολικός κλήρος δεν επέτρεπε την ταφή των νεαρών μαρτύρων του στρατοπέδου σε κανονικά νεκροταφεία, επειδή ήταν παιδιά ορθόδοξων Σέρβων. Έτσι, θάφτηκαν σε ομαδικούς τάφους σε χωράφια έξω από τον χώρο του νεκροταφείου.
Ένα από τα ντοκουμέντα που δημοσιεύθηκαν σχετικά με τους θανάτους αθώων παιδιών στο στρατόπεδο Γιαστρεμπάρσκο είναι το σημειωματάριο του ντόπιου νεκροθάφτη Φράνιο Ίλοβαρ. 

Με εντολή της διοίκησης του στρατοπέδου, έθαψε τα νεκρά παιδιά και το κατέγραψε σε ημερολόγιο, λαμβάνοντας πληρωμή για την εργασία του. Τα τιμολόγια πιστοποιούνταν με την υπογραφή της Καθολικής μοναχής Γκαουντιέντσια (ειχε τον ρόλο της διαχειρίστριας), η οποία αργότερα καταδικάστηκε ως εγκληματίας πολέμου.
Το σημειωματάριο του Φράνιο Ίλοβαρ παραμένει ως μια οδυνηρή μαρτυρία για τα βάσανα των παιδιών σε αυτό το στρατόπεδο που διοικούνταν από τους Ούστασε. Στην πρώτη κιόλας σελίδα, καταγράφεται ότι στις 22 Ιουλίου 1942, έθαψε 107 παιδιά. Σύμφωνα με τον νεκροθάφτη, τα σώματα των παιδιών συσκευάστηκαν σε κουτιά και κιβώτια. Και για να χωρέσουν όσο το δυνατόν περισσότερα σε ένα κουτί, τα κιβώτια κλείστηκαν βίαια.

Στη συνέχεια ακολουθεί ένας λογαριασμός και μια απόδειξη:

Έλαβε 10.000 κούνα για το σκάψιμο τάφων για εκατό θαμμένα παιδιά.

Στην επόμενη σελίδα, μια άλλη σημείωση αναφέρει:

Τιμολόγιο για την ταφή—243 κορίτσια και 150 αγόρια—36.450 κούνα.

Το δεύτερο στρατόπεδο στο Σίσακ (Σισάτσκι) ονομάστηκε επίσημα Μεταβατικό Σπίτι για Πρόσφυγες.

Ο Δρ. Βέλιμιρ Ντέζελιτς, υπάλληλος του Κροατικού Ερυθρού Σταυρού, κατέθεσε ενώπιον της Επιτροπής για τη Διερεύνηση των Εγκλημάτων των Κατακτητών και των Συνεργατών τους. Δήλωσε ότι το στρατόπεδο του Σίσακ ήταν το πιο φρικτό:
Τα παιδιά, που τα έπαιρναν από τις μητέρες τους, τα έφερναν στο σπίτι και στη συνέχεια τα κλειδώναν σε δωμάτια μολυσμένα με κηλιδωτό τύφο και άλλες μεταδοτικές ασθένειες. Τα άφηναν χωρίς φαγητό και νερό μέχρι να πεθάνουν.
Τα παιδιά κρατούνταν σε μη θερμαινόμενα δωμάτια, λιμοκτονούσαν και υποβάλλονταν σε ιατρικά πειράματα.

Τα αποτελέσματα της νεκροψίας των αθώων παιδιών από το Σισάκ αποκάλυψαν ότι μία από τις αιτίες θανάτου ήταν η δηλητηρίαση με καυστικό νάτριο (υδροξείδιο του νατρίου), το οποίο προστέθηκε στο φαγητό τους.

Μια επιζήσασα κρατούμενη του στρατοπέδου, η Σμίλια Τίμσα, θυμήθηκε ότι κάποια ουσία είχε απλωθεί γύρω από το στόμα των παιδιών και ως αποτέλεσμα πέθαναν από αφόρητη δίψα.

Σύμφωνα με την μαρτυρία του Βελιμίρ Ντέζελιτς, ο επιστάτης του στρατοπέδου, Δρ. Αντούν Νάτζερ, δολοφόνησε μαζικά ορθόδοξα παιδιά με δηλητηριασμένες ενέσεις.

Στα στρατόπεδα, απαγορευόταν να αποκαλούνται τα παιδιά με το όνομά τους. Αντίθετα, κάθε παιδί φορούσε μια ετικέτα με έναν αριθμό στο στήθος του.

Αλλά το όνομα του Χριστού ήταν χαραγμένο στις φωτεινές ψυχές τους.
Μετά ταύτα είδον, και ιδού, ένα μεγάλο πλήθος, το οποίον ουδείς ηδύνατο να αριθμήσει, από παντός έθνους και φυλής και λαού και γλώσσας, ιστάμενοι ενώπιον του θρόνου και ενώπιον του Αρνίου, ενδυμένοι με λευκές στολές και φοίνικες στα χέρια τους… Ούτοι είναι οι εξερχόμενοι εκ της μεγάλης θλίψεως, και έπλυναν τας στολάς αυτών και ελεύκαναν αυτάς εν τω αίματι του Αρνίου (Αποκ. 7:9, 14).

Τα παιδιά-μάρτυρες άρχισαν να τιμούνται αμέσως μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ανεγέρθηκαν μνημεία στους τόπους θανάτου τους και δημοσιεύθηκαν πολλά βιβλία και απομνημονεύματα επιζώντων. 

Ωστόσο, ο θεολογικός στοχασμός της Εκκλησίας για το μαρτύριό τους ξεκίνησε πολύ αργότερα, κυρίως τη δεκαετία του 2010, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου βρίσκονταν τα στρατόπεδα.

Το κίνημα για την αγιοποίηση των παιδιών μαρτύρων προκάλεσε έντονη αρνητική αντίδραση από την κροατική επισκοπή και τους εκπροσώπους της Καθολικής Εκκλησίας, η οποία είχε αγιοποιήσει τον Επίσκοπο Alojzije Stepinac , τον πνευματικό εμπνευστή του NDH (Ανεξάρτητο Κράτος της Κροατίας), ο οποίος είχε ευλογήσει τους Ουστάσι να διαπράξουν γενοκτονία κατά του σερβικού πληθυσμού.

Παρά τις προσπάθειες να σβηστούν τα ίχνη αυτής της τραγωδίας, η Εκκλησία ανέλαβε την αποστολή της αποκατάστασης της ιστορικής δικαιοσύνης.

Υπό την καθοδήγηση του Επισκόπου Γεράσιμ (Πόποβιτς), η Επισκοπή Γκόρνι Κάρλοβατς πραγματοποίησε σχολαστική εργασία, συλλέγοντας εκτενές ιστορικό υλικό για τα φρικτά και πρωτοφανή βασανιστήρια αθώων παιδιών στο στρατόπεδο Γιαστρεμπάρσκο.

Στις 23 Μαΐου 2022, η Ιερά Σύνοδος των Επισκόπων της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας ενέκρινε το ακόλουθο ψήφισμα:

Με βάση την παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας και σύμφωνα με το Άρθρο 69, παράγραφος 8 του Συντάγματος της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, να καταταχθούν οι παιδομάρτυρες του Γιαστρεμπάρσκο και του Σίσακ στη χορεία των αγίων.
Τα άγια παιδιά δεν κήρυξαν κηρύγματα ούτε μπορούσαν να ομολογήσουν ανοιχτά την πίστη τους, ωστόσο το μαρτύριό τους έγινε μια σιωπηλή διακήρυξη του Χριστού.
Η πνευματική τους δράση βρήκε επίσης λειτουργική έκφραση: Η ημέρα της μνήμης της Εκκλησίας τους ορίστηκε η 30ή Ιουνίου  με το παλαιό ημερολόγιο ή η 13 Ιουλίου με το νέο ημερολόγιο και συντάχθηκε λειτουργική ακολουθία προς τιμήν των «Αγίων Παιδομαρτύρων του Γιαστρεμπάρσκο και του Σίσακ». Το 2023, η μνήμη τους συμπεριλήφθηκε στο ημερολόγιο της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Τα άγια παιδιά δεν έκαναν κηρύγματα, ούτε μπορούσαν να ομολογήσουν ανοιχτά την πίστη, αλλά τα βάσανά τους ήταν μια σιωπηλή μαρτυρία για τον Χριστό. 

Σαν αρνιά που οδηγούνται στη σφαγή, ακολουθούσαν το μονοπάτι του Σωτήρα, υπομένοντας βασανιστήρια χωρίς κακία ή αντίσταση. 

Τα δάκρυά τους, ανακατεμένα με τη δροσιά των αγρών του Γιαστρεμπάρσκο και του Σίσακ, έγιναν ζωντανό νερό που έθρεψε την ξερή γη του σερβικού λαού.

(απόσπασμα απο σχετική ανάρτηση της σελίδας “Άγιοι Μάρτυρες τής Ορθοδοξίας “στο facebook)

entaksis.gr