Η ΣΤΑΣΗ ΜΑΣ ΕΝΑΝΤΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ
ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
Ε΄ μέρος
ΕΓΚΥΡΑ καὶ ΑΚΥΡΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ
καὶ παραδείγματα Ἀποτειχίσεως πρὸ τοῦ ΙΕ΄ Κανόνος τῆς ΑΒ Συνόδου
Τοῦ Παναγιώτη Σημάτη
Ἡ καινοφανὴς διδασκαλία περὶ ἀκύρων μυστηρίων καταρρέει ὡς χάρτινος
πύργος ἀπὸ τὰ παραδείγματα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας, ἀλλὰ κάποιοι τὰ ἀντιπαρέρχονται
καὶ ἐπιμένουν ἀκόμα πεισματικὰ στὶς διδασκαλίες τους!
Βρισκόμαστε στὴν ἐποχὴ ποὺ ὁ Ἀρειανισμὸς μὲ τὴ συμπαράσταση τῆς ἐξουσίας, τῶν ἀρειανόφρονων αὐτοκρατόρων, προσπαθοῦν μὲ κάθε
τρόπο νὰ ἐπιβάλλουν τὶς κακοδοξίες τους. Ἀλλὰ ὁ ἀγώνας τῶν Ὀρθοδόξων, μὲ ἡγέτη
τὸν διωκόμενο Μ. Ἀθανάσιο, συνεχίζεται ἀμείωτος ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν.
Σημαντικότατο ρόλο σ' αὐτὸν τὸν κατὰ τῶν αἱρετικῶν ἀγώνα, ἔπαιξε ἡ συμπαράσταση
τῶν Ἐπισκόπων τῆς Ρώμης.
Ἔτσι, τὸ 343 συνεκλήθη σύνοδος τῶν Ὀρθοδόξων στὴ Σαρδική, ἡ ὁποία
ἀποκατέστησε τοὺς παρόντες ἐκεῖ καθηρημένους Ὀρθοδόξους ἐπισκόπους καὶ πῆρε
ἀποφάσεις γιὰ «τὴν
οὐσιαστικὴ διασφάλιση τῶν διαδικασιῶν κρίσεως τῶν ἐπισκόπων τῆς Ἀνατολῆς» (Φειδᾶ, ὅπ. παρ.,
σελ. 494). Ἡ Σύνοδος αὐτὴ -μὲ παρέμβαση τοῦ
Μ. Ἀθανασίου- δὲν συνέταξε νέο Σύμβολο Πίστεως, ἀφοῦ «ὁ Μ. Ἀθανάσιος
θεωροῦσε ἀπαράδεκτη τὴν τακτικὴ τῶν ἀρειανοφρόνων, οἱ ὁποῖοι σὲ κάθε τοπικὴ
σύνοδο συνέτασσαν σύμβολα πίστεως μὲ σκοπὸ τὴν ἐξουδετέρωση τοῦ συμβόλου τῆς
Νικαίας» (Φειδᾶ,
ὅπ. παρ., 495).
Οἱ ἀρειανόφρονες, τώρα, συνεκάλεσαν «σύνοδο στὴν Ἀντιόχεια (344), ἡ ὁποία καθαίρεσε τὸν
Στέφανο καὶ ἐξέλεξε ὡς διάδοχό του τὸν Λεόντιο» (Φειδᾶ, ὅπ. παρ., 495). «Παρὰ τὸ
γεγονὸς ὅτι δὲν ἀποδέχτηκαν τὶς ἀποφάσεις τῆς Σαρδικῆς, οἱ ἀρειανόφρονες τῆς
Ἀνατολῆς ἔδειξαν μετριοπάθεια καὶ δὲν ἀντέδρασαν κατὰ τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ Μ.
Ἀθανασίου στὴν Ἀλεξάνδρεια (Ὀκτ. 346), ὅπου ἔγινε δεκτὸς ἀπὸ τὸ λαὸ μὲ μεγάλο
ἐνθουσιασμό» (Φειδᾶ, ὅπ. παρ., 496).
Ἐν τῷ μεταξὺ δυὸ Ἀρειανόφορνες Ἐπίσκοποι, ἐνῶ τὸ 347 ὑποστήριξαν «ἀντι-αρειανικὸ σύμβολο»,
μετὰ ἀπὸ λίγο ἀνέλαβαν δράση γιὰ τὴν ἐπικράτηση τοῦ Ἀρειανισμοῦ. Γράφει ὁ
Φειδᾶς: «Στὴν ἴδια περίοδο δύο γνωστοὶ ἀρειανόφρονες ἐπίσκοποι, οἱ
Οὐάλης Μουρσῶν τῆς Παννονίας καὶ Οὐρσάκιος Σιγγιδούνου, ἔλαβαν μέρος στὴ σύνοδο
τῶν Μεδιολάνων (347) καὶ ὑποστήριξαν ἀντιαρειανικὸ σύμβολο, τὸ ὁποῖο
ἐπέδωσαν στὸν ἐπίσκοπο Ρώμης Ἰούλιο μαζὶ μὲ τὴν διαβεβαίωση ὅτι δὲν θὰ μετέχουν
πλέον σὲ συνόδους ἐπισκόπων τῆς Ἀνατολῆς, χωρὶς τὴν γνώμη του». Ὅταν ὅμως δολοφονήθηκε ὁ ὀρθόδοξος αὐτοκράτορας τῆς
Δύσεως Κώνστας καὶ ἔγινε μονοκράτωρ ὁ Κωνστάντιος, ὁ τελευταῖος
«συνδέθηκε φιλικὰ μὲ τοὺς μετριοπαθεῖς ἀρειανόφρονες ἐπισκόπους Οὐρσάκιο
Σιγγιδούνου καὶ Οὐάλη Μουρσῶν, οἱ ὁποῖοι ἀνέλαβαν πλέον ἡγετικὸ ρόλο γιὰ τὴν δυναμικὴ ἐπιβολὴ τοῦ Ἀρειανισμοῦ ὄχι μόνο στὴν Ἀνατολή, ἀλλὰ καὶ
στὴ Δύση… Ἐν τούτοις, στὴν κρίσιμη αὐτὴ περίοδο γιὰ τὴν τύχη τοῦ ἀρειανισμοῦ
ἐπιβεβαιώθηκε ἡ πολλαπλῆ ἐσωτερικὴ διάσπαση τῶν ἀρειανοφρόνων σὲ Ἀνομοίους,
Ὁμοίους, Ὁμοιουσιανούς. Οἱ δύο τελευταῖες «παρατάξεις ἀπέκλειαν
τὴν παραδοχὴ τοῦ ὅρου “ὁμοούσιος” τοῦ συμβόλου τῆς Νικαίας μὲ τὸ πρόσχημα ὅτι
δὲν ἀναφερόταν στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ ὅτι εὐνοοῦσε σαβελλιανικὲς ἑρμηνεῖες τῆς
σχέσεως τοῦ Υἱοῦ πρὸς τὸν Πατέρα» (Φειδᾶ, ὅπ. παρ., 496-498).
Βλέπει κανεὶς κι ἐδῶ, αὐτὴν τὴν περίοδο, ποὺ συμφύρονται Ὀρθόδοξοι καὶ
Ἀρειανόφρονες Ἐπίσκοποι (μὴ καταδικασμένοι ἀκόμα ἀπὸ Σύνοδο) οὐδεμία
ἀμφισβήτηση ἐγείρεται περὶ τῆς ἱερωσύνης τους καὶ οὐδεὶς λόγος γίνεται τῶν μυστηρίων τους.
Ἡ διαπίστωση ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι αἱρετικός, ἀρκοῦσε γιὰ νὰ ἀποτειχιστοῦν ἀπὸ
αὐτὸν οἱ Ὀρθόδοξοι πιστοί.