Β΄ Μια Απολογία-Ομολογία Πίστεως κατά του Οικουμενισμού (που το κόστος της ήταν η "καθαίρεση"), συκοφαντείται συνειδητά από γνωρίζοντας, και κακοποιείται από τους αγνοούντας



Β΄ ΜΕΡΟΣ



 

ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΟΝ  ΥΠΟΜΝΗΜΑ

ΠΡΟΣ ΤΟ  ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΟΝ  ΣΥΝΟΔΙΚΟΝ

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ


Τοῦ Ἀρχιμανδρίτη π. Εὐθύμιου  Τρικαμηνᾶ

    Προλογικὸ σημείωμα ἀπὸ τὴν «Πατερικὴ Παράδοση»
                        
Πρόσφατα, γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ ἐπανῆλθαν στὸ φῶς τῆς δημοσιότητος τὰ ψεύδη ποὺ διαδίδονται στὴν Μητρόπολη Δημητριάδος (ἐκεῖ ὅπου λειτουργεῖ πλέον ὁ ἀδίκως καθαιρεθεὶς π. Εὐθύμιος Τρικαμηνᾶς), ἀλλὰ καὶ στὴ Μητρόπολη Λαρίσης (ὅπου ἐξομολογεῖ ὁ π. Εὐθύμιος) σχετικά μὲ τὴν διάτρητη καταδικαστικὴ ἀπόφαση τοῦ πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου ἐκκλησιαστικοῦ δικαστηρίου· καὶ ἐπανῆλθαν στὴν δημοσιότητα διὰ γραφίδος Βολιώτισσας δημοσιογράφου, ἡ ὁποία ἔτσι συμμετέχει στὴ διασπορὰ ἀνακριβειῶν καὶ ἀναπαραγωγὴ ψευδῶν εἰδήσεων.  Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο ἀποφασίσαμε νὰ δημοσιοποιήσουμε τὸ Ἀπολογητικὸ Ὑπόμνημα τοῦ π. Εὐθύμιου, ὥστε νὰ παύσουν οἱ κακοθελητὲς νὰ χρησιμοποιοῦν ἀνυπόστατες πληροφορίες, κατασκευασμένες κατηγορίες κλπ.
Ἡ ἀπόφαση αὐτή,  μὲ τὴν ὁποία  ἐπέβαλε τὸ Συνοδικὸ Δικαστήριο τὴν ποινὴ τῆς καθαιρέσεως στὸν Ἀρχιμανδρίτη π. Εὐθύμιο Τρικαμηνᾶ, προσεβλήθη στὸ Ἀνώτατο Δικαστήριο τοῦ Κράτους, στὸ Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας, διὰ ὑποβολῆς ἐκ μέρους του Αἴτησης Ἀκύρωσης, στὴν ὁποία περιλαμβάνονται οἱ λόγοι γιὰ τοὺς ὁποίους ὁ Ἱερομόναχος ζήτησε τὴν ἀκύρωση τῆς ἐπιβληθείσης ποινῆς.
Μὲ τὸ Ὑπόμνημα του ὁ π. Εὐθύμιος ἀπαντᾶ μὲ ἀτράνταχτα στοιχεῖα στὶς ψευδέστατες, κακόβουλες καὶ στημένες κατηγορίες ποὺ τοῦ ἀπηύθηναν. Εἶναι ἀναγκαῖο νὰ τονίσουμε ὅτι ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς ὑποθέσεώς του (τοῦ Δ’ Τμήματος τοῦ ΣτΕ) διετύπωσε τὴν ἄποψή του ἐπ’ ἀκροατηρίῳ, ἀπευθυνόμενος ἀπό τὴν ἕδρα του πρὸς τὸν Πρόεδρο του ΣτΕ καὶ ἀναλύοντας τοὺς λόγους τῆς αἰτήσεως ἀκυρώσεως, ὅτι οἱ τέσσερεις τουλάχιστον λόγοι ἔπρεπε νὰ γίνουν δεκτοὶ καὶ κατὰ συνέπεια νὰ ἀκυρωθεῖ ἡ καταδικαστικὴ συνοδικὴ ἀπόφαση τῆς καθαιρέσεως, ἐὰν βεβαίως ξεπερνοῦσε τὸ ΣτΕ τὸ παραδεκτὸ τῆς κρινομένης ὑποθέσεως.
Ἴσως, ἐὰν κριθεῖ  ἀπαραίτητο, δημοσιεύσουμε ἐν συνεχείᾳ καὶ μέρος τῆς δικογραφίας τῆς κρινομένης ὑποθέσεως τοῦ π. Εὐθυμίου, ὥστε νὰ κατανοηθεῖ καὶ ἀπὸ τὸν πιὸ ἁπλὸ πιστό, τὸ στημένο τοῦ Ἐπισκοπικοῦ Δικαστηρίου, τῶν Συνοδικῶν Δικαστηρίων κλπ.

«Πατερικὴ Παράδοση»



 ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΟΝ ΥΠΟΜΝΗΜΑ

ΠΡΟΣ ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΟΝ ΣΥΝΟΔΙΚΟΝ

ΔΙΑ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥΣ, ΔΙΑΚΟΝΟΥΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΧΟΥΣ

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ.

 ΕΠΙ ΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΗΤΗΡΙΟΥ


Β΄ ΜΕΡΟΣ

3) Διά τήν γ' κατηγορίαν (ἐπί τυρείᾳ καί φατρίᾳ)  δέον νά ληφθοῦν ὑπ' ὄψιν τά ἀκόλουθα:
Κατ' ἀρχάς ὁ ἀγών τῶν Λαρισαίων διά τήν δικαίωσιν τοῦ κανονικοῦ των Μητροπολίτου  κ. Θεολόγου, εἶχε ἀρχίσει πολύ πρίν ἔλθω ἐγώ στήν Λάρισα, παίρνοντας ἀπολυτήριο ἀπό τήν Μητρόπολι Δημητριάδος. Ἐγώ ἁπλῶς ἐρχόμενος συμμετεῖχα σ' αὐτόν, ἐπειδή εἶχα διαπιστώσει ὅτι ὄχι μόνον εἶναι δίκαιος, ὄχι μόνον εἶναι σύμφωνος μέ ὅλη τήν ὀρθόδοξο Παράδοσι, τό νά συμμετέχη δηλαδή καί ὁ λαός καί νά ἔχη τόν τελικό λόγο γιά τό ποιός θά εἶναι ὁ ποιμένας του, ἀλλά ἐπί πλέον τήν πάσης φύσεως  ἀφύπνησι τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ τήν θεωρῶ ὡς τήν τελευταία ἐλπίδα στόν κατήφορο τόν ὁποῖο ἔχουν ὁδηγήσει οἱ Ἐπίσκοποι τήν Ἐκκλησία, γιά τόν ὁποῖο καί θά ἀναφερθῶ ἐκτενῶς κατωτέρω στό θέμα τῆς μνημονεύσεως.  Ὅσον ἀφορᾶ τό ὅτι εἶναι παράδοσις ὀρθοδοξότατη ὁ λαός νά ἀντιδρᾶ ὅταν προσπαθοῦν νά τοῦ ἐπιβάλλουν ποιμένες οἱ ὁποῖοι δέν τόν ἐκφράζουν, ἤ τούς θεωρεῖ κατευθυνόμενους καί προσπαθοῦν νά ἐπιβληθοῦν μέ τήν βοήθεια τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας, καθώς ἐπίσης ἐξεγέρσεις καί κινητοποιήσεις τοῦ λαοῦ ὅταν ἐπιβουλεύονται τήν ὀρθόδοξο πίστι του, κοιτᾶξτε τόν βίο τοῦ ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, τόν βίο τοῦ ἁγ. Ἀθανασίου τοῦ Μεγάλου καί ὅλη τήν ἐκκλησιαστική ἱστορία, ἡ ὁποία εἶναι κυριολεκτικά γεμᾶτη ἀπό τέτοιες περιπτώσεις. Θά σᾶς καταγράψω ἐνδεικτικά δύο - τρία  τέτοια περιστατικά ἐπεμβάσεων τοῦ λαοῦ, πέραν ἀπό τούς βίους τῶν δύο προαναφερθέντων μεγάλων ἁγίων μας, τούς ὁποίους σχεδόν καθημερινά ὑπεράσπιζε ὁ λαός ἀπό τίς εἰς βάρος των ἐπιβουλές καί ἀδικίες, γιά νά καταδειχθῆ ὅτι οἱ ἐπεμβάσεις αὐτές τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ εἶναι ἐκ τῆς Θείας Προνοίας καί ἄν δέν ὑπῆρχαν, δέν θά ὑπῆρχε πρό πολλῶν αἰώνων ἡ Ὀρθοδοξία, τήν ὁποία ἐσεῖς σήμερα ξεπουλήσατε στήν Εὐρώπη καί τήν θυσιάσατε στόν βωμό τῆς ἐκκοσμικεύσεως καί τῆς φιλαυτίας.

   α) «Μετά τήν ἑξαετῆ πατριαρχεία τοῦ Τιμοθέου, τόν ὁποῖο οἱ μοναχοί καί ὁ λαός τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀποστρεφόταν, ἐπειδή ἀναθεμάτιζε τήν Σύνοδο τῆς Χαλκηδόνος, ἀνῆλθε στόν θρόνο ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Καππαδόκης (518-520).  Κατά τήν διάρκεια τῆς θείας Λειτουργίας τῆς Κυριακῆς 15-7-518 ὁ νέος πατριάρχης πιέσθηκε μέ ἐντυπωσιακό τρόπο ἀπό τόν ἀγανακτισμένο λαό, πού φώναζε:
   «Ἀκοινώνητοι διατί μένονεν; ἐπί τοσαῦτα ἔτη διατί οὐ κοινωνοῦμεν; ἐκ τῶν χειρῶν σου κοινωνῆσαι θέλομεν... ὀρθόδοξος εἶ, τίνα φοβῆσαι;... Ἰουστῖνε Αὔγουστε TU VINKAS (νίκα), τήν Σύνοδον Χαλκηδόνος ἄρτι (ἀμέσως) κήρυξον... Ἀνάθεμα Σεβήρῳ τῷ Μανιχαίῳ... Τόν ἐπίβουλο τῆς Τριάδος ἔξω βάλε... Εἰ φιλεῖς τήν πίστιν, Σεβῆρον ἀναθεμάτισον... Πολλά τά ἔτη τοῦ βασιλέως, ἀδελφοί Χριστιανοί, μία ψυχή, πίστις ἐστίν, οὐκ ἔνι (ἐπιτρέπεται) ἁπλῶς.  Ἡ ἁγία Μαρία, Θεοτόκος ἐστίν... Ἀνάθεμα Σεβήρῳ, φανερῶς εἰπέ... Οὐ κατέρχῃ, ἐάν μή ἀναθεματίσῃς... Οὐκ ἀναχωρῶ, ἐάν μή κηρύξῃς· ἕως ὀψέ ὧδε ἐσμέν... Τῶν ἐν Χαλκηδόνι πατέρων τήν σύναξιν αὔριον κήρυξον».
   Ὁ ἱερός πατριάρχης ἀναγκάσθηκε νά ἀνταποκριθῇ στά ἐπίμονα αἰτήματα τοῦ λαοῦ.  Ἀφοῦ τούς βεβαίωσε, ὅτι δέχεται ὅλες τίς Οἰκουμενικές Συνόδους, κηρύχθηκε ἡ σύναξις τῶν Πατέρων διά Σαμουήλ διακόνου ὡς ἑξῆς: «Γνωστοποιοῦμε στήν ἀγάπη σας, ὅτι αὔριο ἐπιτελοῦμε τήν μνήμη τῶν ἐν ἁγίοις Πατέρων καί ἐπισκόπων γενομένων, τῶν κατά τήν Χαλκηδονέων μητρόπολιν συναχθέντων... συναγόμεθα δέ καί ἐνταῦθα». Οἱ πιστοί ὅμως ἐπέμεναν καί φώναζαν γιά πολλή ὥρα νά ἀναθεματισθῇ καί ὁ Σεβῆρος. Πράγματι, ὁ πατριάρχης καί οἱ παρόντες ἐπίσκοποι ἀναθεμάτισαν τόν Σεβῆρο, καί ἔπειτα ὁ λαός ἀνεχώρησε.
 Τήν ἑπομένη ἡμέρα (Δευτέρα 16-7-518) καί ἐνῶ ἐπιτελεῖτο ἡ μνήμη τῶν ἁγίων Πατέρων στήν ἐκκλησία, τά πλήθη φώναζαν πάλι πρός τόν πατριάρχη: «Τούς ἐν ἐξορίᾳ διά τήν πίστιν, τῇ ἐκκλησίᾳ.... Σεβῆρον τόν Ἰούδαν ἔξω βάλε... Εὐφήμιον καί Μακεδόνιον, τῇ ἐκκλησία. Τά συνοδικά εἰς Ρώμην ἄρτι (ἀμέσως) ἀπέλθωσι... Εὐφημίου καί Μακεδονίου τά ὀνόματα ἄρτι ταγῇ (νά ταχθοῦν ἀμέσως)... Τάς τέσσαρας Συνόδους τοῖς διπτύχοις.  Λέοντα τόν ἐπίσκοπον Ρώμης τοῖς διπτύχοις... Τά δίπτυχα ἄρτι φέρε... Ἐάν μή ἄρτι οὐδείς ἐκβαίνει, μαρτύρομαί σε τάς θύρας κλείω...». 

   Ὁ ἅγιος Ἰωάννης προσπάθησε νά καθησυχάσῃ τόν λαό λέγοντας, ὅτι ἡ πίστις δέν κινδυνεύει πλέον καί ὑποσχέθηκε, ὅτι γιά τά αἰτήματά τους θά ἀποφασίσῃ ἡ Ἐνδημοῦσα Σύνοδος.  Οἱ πιστοί ὅμως ἔκλεισαν τίς πόρτες καί ἐπέμεναν νά φωνάζουν. Ἔτσι ὁ ἱερός Ἰωάννης ἀναγκάσθηκε νά λάβῃ τά δίπτυχα καί διέταξε νά ἐνταχθοῦν σ' αὐτά οἱ τέσσερις ἅγιες Σύνοδοι καί τά ὀνόματα τῶν ἁγίων Εὐφημίου, Μακεδονίου καί Λέοντος Ρώμης.
   Τότε ὁ λαός μέ ἕνα στόμα φώναξε: «Εὐλογητός Κύριος ὁ Θεός τοῦ Ἰσραήλ ὅτι ἐπεσκέψατο καί ἐποίησε λύτρωσιν τῷ λαῷ αὐτοῦ» (Λουκ. α', 68). Μετά δέ τήν ἀνάγνωσι τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου καί ἀκριβῶς κατά τήν ὤρα τῶν διπτύχων τά πλήθη πῆγαν μέ πολλή ἡσυχία γύρω ἀπό τό ἅγιο θυσιαστήριο καί ἄκουγαν.  Μόλις λοιπόν ἄκουσαν τά ὀνόματα τῶν ἱερῶν Συνόδων καί τῶν ἁγίων πατριαρχῶν πού προαναφέραμε, τότε ὅλοι ζητωκραύγασαν: «Δόξα σοι Κύριε»· καί ἔπειτα συνεχίσθηκε ἡ θεία Λειτουργία μέ κάθε εὐταξία.
 Τέσσερις ἡμέρες ἀργότερα συνῆλθε ἡ Ἐνδημοῦσα Σύνοδος, στήν ὁποία ἔλαβαν μέρος σαρανταένας ἐπίσκοποι καί πενῆντα ἡγούμενοι Μονῶν τῆς Κωνσταντινουπόλεως.  Στήν Σύνοδο αὐτή διαβάστηκε ἐπιστολή πού ὑπέγραψαν πενηνταέξι ἀρχιμανδρῖται τῆς βασιλευούσης. 

       Οἱ μοναχοί παρακαλοῦσαν τούς ἐπισκόπους διά τῆς ἐπιστολῆς τους αὐτῆς νά ἐπικυρώσουν ἐγγράφως τίς ἐκβοήσεις τοῦ λαοῦ πρός τόν πατριάρχη καί τίς προσφωνήσεις τοῦ ἱεροῦ Ἰωάννου πρός τόν λαό - δηλαδή τήν ἀναγραφή στά δίπτυχα τῶν ἱερῶν Συνόδων καί πατριαρχῶν, πού προαναφέραμε. Ζητοῦσαν ἀκόμη νά ἀναθεματισθῇ ὁ Σεβῆρος καί νά ἀνακληθοῦν στίς θέσεις τους ὅσοι κληρικοί, μοναχοί καί λαϊκοί ἐξωρίσθηκαν, ἐπειδή ὑπεράσπιζαν τούς ἱερούς πατριάρχες Εὐφήμιο καί Μακεδόνιο.
   Πράγματι ἡ Σύνοδος ἀποδέχθηκε ὅλα τά ἀνωτέρω αἰτήματα καί ἀποφάσισε τήν ἀνακομιδή στήν Κωνσταντινούπολι τῶν λειψάνων τῶν δύο εὐσεβῶν πατριαρχῶν»  (Νικόδ. Μήλια, Τῶν ἱερῶν Συνόδων... συλλογή, τόμος β' σελ. 302 -305).

  β) «Ὁ Ὀρθόδοξος λαός λοιπόν ζητοῦσε τήν συνηθισμένη Ὀρθόδοξο διδασκαλία καί φώναζε δυνατά λέγοντας: «Βασιλέα ἔχουμε, ἐπίσκοπο δέν ἔχουμε».  Μέχρι σήμερα ὅμως ἔμεινε ἀτιμώρητη ἡ δοκιμασία τοῦ λαοῦ, τοῦ ὁποίου ἕνα μέρος συνελήφθηκε ἀπό τούς ὑπηρέτες καί κτυπήθηκε μέ διαφόρους τρόπους στόν χῶρο τῶν δικαστηρίων. Τά γεγονότα μάλιστα αὐτά, πού διεπράχθησαν μέσα στήν βασιλεύουσα πόλι, δέν ἔγιναν ποτέ οὔτε στά βαρβαρικά ἔθνη!
   Μερικοί πάλι πού ἤλεγξαν τόν Νεστόριο κατά πρόσωπο μέσα στήν ἁγιωτάτη ἐκκλησία ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, ὑπέμειναν μεγάλες ταλαιπωρίες.  Κάποιος δέ ἀπό τούς πλέον ἁπλοϊκούς μοναχούς - πυρπολούμενος ἀπό θεῖο ζῆλο- ἀναγκάσθηκε νά ἐμποδίσῃ τόν αἱρετικό κήρυκα τῆς ἀνομίας νά εἰσέλθῃ στήν ἐκκλησία κατά τήν ὥρα τῆς Θείας Λειτουργίας. Ὁ Νεστόριος τότε τόν κτύπησε καί τόν παρέδωσε στούς μεγαλοπρεπεστάτους ἐπάρχους...» (Οἱ ἀγῶνες τῶν μοναχῶν ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας, ἐκδ. Ἱ. Μονῆς ὁσ. Γρηγορίου ἅγ. Ὄρος σελ. 69) .

  γ) «Ἱερεύς τις ἠθέλησεν ἰδεῖν ὅπως γίνεται ἡ τοῦ πατριάρχου πρόβλησις· ὄνομα τῷ ἱερεῖ Θεοφύλακτος. Ἐδανείσατο οὖν ἵππον, οὐδέ γάρ ἐκέκτητο, καί ἦλθεν εἰς τά βασίλεια, καί ἰδών τήν πρόβλησιν, ἦλθε μεθ' ἡμῶν μέχρι καί τοῦ πατριαρχείου.  Εἶτα ὑπέστρεψεν εἰς τό ἴδιον οἴκημα, καί κατά τήν ὥραν τοῦ ἑσπερινοῦ ἐσήμανεν (ἦν γάρ ἡ ἑορτή τῆς Ἀναλήψεως), καί οὐδείς ἦλθεν εἰς τόν ναόν αὐτοῦ· ὡσαύτως καί εἰς τόν ὄρθρον, καί οὐδείς ἦλθε· ἐξεδέχετο δέ καί εἰς τήν ὥραν τῆς λειτουργίας, ἵνα φέρῃ τις αὐτῷ λειτουργίαν, καί οὐκ ἔφερε· διό οὐδέ ἐλειτούργησεν. Ἀγανακτήσας προσῆλθε τοῖς εἰωθόσιν ἐκκλησιάζεσθαι ἐν τῷ ναῷ καί ἠρώτα τίνος χάριν οὐκ ἦλθον ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ ἑορτῆς οὔσης; Οἱ δέ ἔλεγον αὐτῷ·  Διότι ἠκολούθησας καί σύ τῷ πατριάρχῃ καί ἐλατίνισας. Ἔλεγεν οὖν ὁ ἱερεύς· Καί πῶς ἐλατίνισα; ἐγώ ἀπήλθον ἁπλῶς ἵνα ἴδω τήν τάξιν μόνον ἥν οὐδέποτε εἶδον, καί οὔτε ἐφόρεσα οὔτε ἔψαλα οὔτε τι ἱερατικόν ἐποίησα. Πῶς οὖν ἐλατίνισα; Οἱ δέ εἶπον· Ἀλλ' ἀνεμίχθης καί συνωδοιπόρεις μετά τῶν λατινισάντων ἔμπροσθεν τοῦ λατινόφρονος πατριάρχου καί ἔφθανέ σοι ἡ εὐλογία αὐτοῦ. Τότε ἠγανάκτησεν, ἵνα δυσωπῇ αὐτούς μεθ' ὑποσχέσεων ἐνόρκων, ὡς οὐκέτι ἀπελεύσεται εἰς τόν πατριάρχην ἤ εἰς τούς πλησιάζοντας αὐτῷ, καί μόλις ἠδυνήθη καταπεῖσαι αὐτούς συνέρχεσθαι πάλιν εἰς τήν ἐκκλησίαν. Εἰ οὖν ὥσπερ ἥδυσμά τι προσετέθη τοῦτο τῷ λόγῳ, ἀλλ' οὖν καί ἐκ τούτου ἔξεστι τοῖς βουλομένοις τεκμαίρεσθαι ὁποίαν τινά διάθεσιν ἔχει Θεοῦ χάριτι περί τά ὑγιῆ τῆς Ἐκκλησίας δόγματα ὁ χριστιανικώτατος ὅδε λαός καί ὅπως ἀποστρέφεται καί μισεῖ τά νόθα τε καί ἀλλότρια». (Ἀπομνημονεύματα Σιλβέστρου Συρόπουλου, σελ. 556,  & 9).
  Θά ἤθελα νά σᾶς ἐρωτήσω, Ἅγιοι Δικαστές, ἄν θά ἐπιθυμούσατε νά εἴχατε στήν ἐξουσία σας ἕνα τέτοιο λαό. Ἕναν λαό ὁ ὁποῖος νά εἶναι εὐαίσθητος στά θέματα τῆς πίστεως, ἕνα λαό ὁ ὁποῖος νά πονᾶ γιά τήν Παράδοσί του καί γιά ὅ,τι κακό γίνεται στήν Ἐκκλησία καί ἐπί πλέον νά θέλη τόν Ἐπίσκοπό του πράγματι εἰς τύπον Χριστοῦ, δηλαδή νά τόν βλέπη καθημερινά νά θυσιάζεται καί νά σταυρώνεται γιά νά διαφυλάξη ὅ,τι παρέλαβε, δηλαδή τήν ἱερά παρακαταθήκη μας.
Πιστεύω πώς ἐσεῖς (καί ὄχι μόνο) θέλετε νά ποιμαίνετε ἀνθρώπους, νεκρούς κατά τήν ἀγωνιστικότητα, χλιαρούς κατά τό φρόνημα καί δουλοπρεπεῖς κατά τήν μεταξύ σας σχέσι. Αὐτή ὅμως ἡ σχέσις καί ἡ κατάστασις τοῦ λαοῦ ἡ ὁποία  θά ἦταν στά μέτρα σας, θά ἦταν σχέσις νεκροῦ μέ τόν νεκροθάφτη καί ἡ Ὀρθοδοξία θά ἦταν ἕνα ἀπέραντο νεκροταφεῖο, στό ὁποῖο θά ζοῦσαν (σωματικά) μόνον οἱ νεκροθάφτες καί τά κοράκια. Ἀπό αὐτῆς λοιπόν τῆς ἀπόψεως, ὅλοι αὐτοί οἱ ὁποῖοι ἀντιδροῦν στήν Λάρισα, φωνάζουν δέ καί διαμαρτύρονται γιά τό σάπιο ἐκκλησιαστικό κατεστημένο εἶναι οἱ εὐεργέτες  τοῦ  κ. Ἰγνατίου Λάπα, εἶναι αὐτοί οἱ ὁποῖοι πραγματικά τόν ἀγαποῦν καί ἀγαποῦν τήν Ἐκκλησία, καί οἱ ὁποῖοι δέν θέλουν νά κολασθῆ ἀπό τήν ἀρχομανία καί τόν δεσποτισμό του, ὁ ὁποῖος σάν σαράκι ἔχει διαβρώσει ὅλη τήν ἱεραρχία καί τήν ἔχει κάνει παίγνιο τοῦ διαβόλου. 
  Θυμηθεῖτε ἄν θέλετε, Ἅγιοι Δικαστές,  τό παράδειγμα τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ μετέστρεψε ὅλη τήν Κων/πολι ἀπό ἀρειανική σέ ὀρθόδοξη, ἀφοῦ ἐκοπίασε ὅσον οὐδείς ἄλλος γιά τόν λαό του, πολεμώντας τούς αἱρετικούς, ἀφοῦ ἔδειξε ἔργῳ καί λόγῳ ἁπτά δείγματα πατρότητος καί ἔφερε τά στίγματα τοῦ Χριστοῦ ἐπάνω του, παραιτήθη ἀπό Πατριάρχης Κων/πόλεως, μόλις κάποιοι Ἐπίσκοποι στήν Σύνοδο ἀμφισβήτησαν τήν κανονικότητά του.
   Ἀντιθέτως  ὁ κ. Ἰγνάτιος Λάπας χωρίς νά προσφέρη τίποτα στόν λαό τῆς Λαρίσης, χωρίς νά δείξη τά σημάδια τῆς πατρότητάς του πρός αὐτούς τούς ὁποίους  λέγει ὅτι εἶναι παιδιά του, χωρίς νά ἐπιδείξη κανένα ἀπολύτως δεῖγμα ὅτι εἶναι  ὄντως εἰς τύπον Χριστοῦ, θέλει μέ τά ΜΑΤ, τίς κλοῦβες καί τήν κάλυψι καί εὐλογία τῆς Συνόδου νά ἑδραιωθῆ στέλνοντας στά δικαστήρια καί στίς φυλακές ὅσους ἔχουν ἀπομείνει μέ κάποιες ὀρθόδοξες ἀνησυχίες καί ὅσους ἔχουν κάποια γλυκειά νοσταλγία καί μιά κρυφή ἐλπίδα, μήπως καί δέν χαθῆ ἡ κοινωνία τῆς διαχρονικῆς μετά τῆς συγχρόνου Ἐκκλησίας.
    Ἀπό αὐτῆς λοιπόν τῆς ἀπόψεως καθημερινά κολάζει ὁ κ. Λάπας τούς Λαρισαίους, διότι αὐτούς οἱ ὁποῖοι κοιμοῦνται τούς ρίχνει τό ναρκωτικό τῆς ὑπακοῆς, τῆς καλοπέρασης καί τοῦ βολέματος, τῆς κανονικής ἐκλογῆς του ἀπό τήν Σύνοδο, τῆς παπικῆς ἰδέας, ὅτι ὅποιος δέν κάνει ὑπακοή στόν Ἐπίσκοπο εἶναι ἐκτός Ἐκκλησίας καί τούς δίδει ἔτσι τό εἰσιτήριο τοῦ αἰωνίου μετά θάνατον ὕπνου, καί σ' αὐτούς οἱ ὁποῖοι θέλουν νά μή δώσουν ὕπνο τοῖς ὀφθαλμοῖς των καί τοῖς βλεφάροις των νυσταγμόν ἕως οὗ εὕρουσι τόπον τῷ Κυρίῳ, σ' αὐτούς λέγω οἱ ὁποῖοι ἀνησυχοῦν γιά τόν κατήφορο στόν ὁποῖον ὁδηγοῦν καθημερινά οἱ Ἐπίσκοποι τήν ἐκκλησία, προβάλλει τήν ἐξουσία του καί τήν παπική του αὐθεντία, ἡ ὁποία μέ τήν βοήθεια τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας τούς ἀναγκάζει πολλές φορές νά παραφέρωνται, νά  αἰσθάνωνται ἀνεπίσκοποι καί ἀποίμαντοι καί ἐπί πλέον ὅτι τούς ἐγκατέλειψε ὁ Θεός, διότι τούς ἔστειλε ἀντί γιά προστάτη καί στήριγμα,  ἕναν παγερό ἐξουσιαστή, καί ἀντί γιά ἐπιστήμονα ἰατρό, ἕναν ἀγροῖκο χωριάτη.
 Καί βεβαίως γιά νά εἴμαστε δίκαιοι, δέν εἶναι ἀνεύθυνος καί ὁ λαός, διότι κατά τίς ἁμαρτίες του στέλνει ὁ Θεός καί ἀναλόγους ποιμένες.  Καί ἰσχύει καί ἐδῶ ἴσως αὐτό τό ὁποῖο ἀναφέρεται στούς πατέρες, ὅτι τότε πού ὁ Ἀττίλας λεηλατοῦσε καί κατέστρεφε τήν Ἰταλία, κάποιος ἀσκητής παρεκάλεσε τόν Θεό νά τόν πληροφορήση, γιατί ἔστειλε αὐτόν τόν αἱμοβόρο ληστή νά καταστρέψη τόν τόπο καί τοῦ ἀπεκάλυψε ὁ Θεός ὅτι τόν ἔστειλε αὐτόν, ἐπειδή δέν εὑρῆκε κανέναν χειρότερο. Νομίζω ὅτι ζεῖ μέ ψευδαισθήσεις, ὅτι ὀνειρεύεται καί αὐταπατᾶται, ὅταν στό κατηγορητήριο αὐτοαποκαλεῖται, ὁ κ. Ἰγνάτιος Λάπας, Μητροπολίτης Λαρίσης καί μάλιστα κανονικός καί πιστεύω ὅτι καί αὐτοί, οἱ ὁποῖοι τόν  στηρίζουν ἀπό τήν Σύνοδο, θά γελοῦν εἰς βάρος του μέ τά παθήματά του. 
  Ὅπως καταλαβαίνετε,  Ἅγιοι Δικαστές, κανονικός καί μοιχεπιβάτης, κανονικός καί κλοῦβες και ΜΑΤ στίς μεγάλες  ἑορτές καί στίς λιτανεῖες, κανονικός καί νά στέλνη τά ἄτακτα παιδιά του στά δικαστήρια καί στά νοσοκομεῖα, κανονικός καί νά  ἀκούγωνται ἰαχές μέ τά «ἀνάξιος» καί τόσα ἄλλα, τέτοια κανονικότητα μόνο σέ βαθύτατο λήθαργο μπορεῖ κανείς νά φαντασθῆ. 
   Θά σᾶς μεταφέρω στό σημεῖο αὐτό, Ἅγιοι Δικαστές, μία θέσι τοῦ ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυστοστόμου γιά νά διαπιστώσετε ὅτι πράγματι ἐλυποῦντο τότε οἱ  Ἐπίσκοποι καί οἱ Χριστιανοί, ὄχι ὅμως γιά τούς θρόνους των, οὔτε φοβούμενοι μήπως χάσουν τήν «μπαστούνα» ἤ γιά ὁ,τιδήποτε ἄλλο ἐπίγειο καί φθαρτό, ἀλλά ἐλυποῦντο γιά τά προβλήματα καί τίς πληγές τῆς Ἐκκλησίας, τίς ὁποῖες ἐδημιουργοῦσαν οἱ Ἐπίσκοποι. «Ὅταν ἀκούσῃς ὅτι τῶν Ἐκκλησιῶν ἡ μέν κατέδυ (καταποντίσθηκε) ἡ δέ σαλεύεται, ἑτέρα χαλεποῖς περιαντλεῖται κύμασιν, ἄλλη τά ἀνήκεστα πέπονθεν (πάσχει ὀλέθρια, ἀνίατα), ἡ μέν λύκον ἀντί ποιμένος λαβοῦσα,  ἡ δέ πειρατήν ἀντί κυβερνήτου, ἡ δέ δήμιον ἀντί ἰατροῦ, ἄλγει μέν (νά πονᾶς καί νά θλίβεσαι), οὐ γάρ δεῖ τά τοιαῦτα ἀνωδύνως φέρειν, ἄλγει δέ μέτρον ἐπιθεῖσα τῇ λύπῃ».  (Ἐπιστολή πρός Ὀλυμπιάδα ΕΠΕ 37, 386).
   Βλέπετε λοιπόν γιατί πονοῦσε καί ἐθλίβετο ὁ ἅγιος; Βλέπετε ὅτι τό κακό αὐτό δέν εἶναι σημερινό ἀλλά ἀρχαῖο; Βλέπετε πόσο παραστατικά ἐκφράζεται γιά τούς κακούς Ἐπισκόπους; Δι' αὐτό λοιπόν ἀλγοῦν τόσα χρόνια τώρα οἱ Λαρισαῖοι καί ὁ Μητροπολίτης Λαρίσης, ἀντί νά τούς συγχαρῆ γιά τήν εὐαισθησία των καί τίς θυσίες τίς ὁποῖες κάνουν γιά τήν Ἐκκλησία, τούς θεωρεῖ ἐμπόδιο στόν δρόμο του καί σκουπίδια μέσα στήν Μητρόπολι.
Γιά νά συνοψίσω λοιπόν τά στήν τρίτην κατηγορίαν σέ βάρος μου ἀποδιδόμενα, θά μπορούσατε ἴσως νά μέ κατηγορήσετε ἐπί τυρείᾳ καί φατρίᾳ καί ὅτι ἐξεγείρω φανατικούς ὀπαδούς εἰς στάσιν ἐναντίον τοῦ φερομένου ὡς Μητροπολίτου Λαρίσης, ἄν αὐτός πρωτίστως εἶχε τηρήσει τούς Ἱερούς Κανόνες καί τήν Ὀρθόδοξο Παράδοσι στό θέμα τῆς ἐκλογῆς τοῦ Ἐπισκόπου (ψήφῳ κλήρου καί λαοῦ)  καί προσέτι ἄν εἶχε εὐαισθησία καί προσπαθοῦσε νά διορθώση τίς δογματικές παρεκκλίσεις στίς ὁποῖες ὁδηγοῦν οἱ σημερινοί  Ἐπίσκοποι τήν Ἐκκλησία. Ἄν δηλαδή αὐτός  ἦταν  σωστός σέ ὅλα αὐτά καί ἐγώ διαμαρτυρόμουν καί ἐστασίαζα, τότε καί μόνον τότε θά ἴσχυε ἡ παροῦσα παράγραφος τοῦ κατηγορητηρίου. Διότι κατά τόν ΚΣΤ' τῆς Στ' Οἰκουμενικῆς συνόδου καί τόν ΚΖ' τοῦ Μ. Βασιλείου, δέν ἠμπορεῖ νά εὐλογῆ, τούς ἄλλους αὐτός ὁ ὁποῖος χρεωστεῖ νά ἰατρεύη τάς πληγάς του.  Πολύ δέ περισσότερο δέν ἠμπορεῖ νά δικάζη τούς ἄλλους, νά ζητᾶ εὐθύνας ἀπό αὐτούς καί κυρίως νά παρουσιάζεται κατά τό δή λεγόμενο «ὡς ἀθώα περιστερά», ἐνῶ εἶναι στήν πραγματικότητα ὁ ὑπεύθυνος γιά ὅλη αὐτή τήν κατάστασι, τήν ὁποία τόσα χρόνια τώρα ὑφίσταται ἡ Λάρισα.

  4) Διά τήν δ' κατηγορία (ἐπί καταφρονήσει τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς...)  δέον νά σημειωθοῦν τά κάτωθι. Ἐπιμένει καί ἐπανέρχεται ὁ κ. Ἰγνάτιος Λάπας στά ἴδια πραγματικά περιστατικά προφανῶς γιά νά καταστήση σοβαρώτερο καί ἐκτενέστερο τό κατηγορητήριο, ἐπικαλούμενος τούς ἰδίους κανόνες. Τό ὅτι κανονικῶς λοιπόν διαμένω στήν Μητρόπολι Λαρίσης τό ἐξήγησα ἀνωτέρω. Τοῦτο μόνο λέγω ἐδῶ, ὅτι αὐτός διαμένει ἀντικανονικῶς στήν Λάρισα, διότι παρεβίασε σωρεία ἱερῶν κανόνων, ὅλη τήν Ὀρθόδοξον Παράδοσι στό θέμα τῆς ἐκλογῆς τοῦ Ἐπισκόπου καί κυρίως διότι δέν τόν ἀποδέχεται  ὁ λαός τῆς Λαρίσης, ὁ ὁποῖος εἶναι καί ὁ ἀποδέκτης τῆς ἐκλογῆς του καί ἔχει ὡς ἐκ τούτου τόν τελικό λόγο.  Πρέπει κάποτε νά καταλάβετε καί αὐτός καί οἱ ὑπόλοιποι Ἐπίσκοποι, ὅτι ἡ Ἐπισκοπή καί ἡ Μητρόπολις λειτουργεῖ ἐκ παραδόσεως κατά τόν τύπον τῆς μοναχικῆς πολιτείας, στήν ὁποίαν δέν μπορεῖ νά ἐκλεγῆ ἕνας ἡγούμενος καί νά ἔλθη βιαίως νά «φυτευθῆ» στή μονή, χωρίς πρωτίστως νά τόν θέλουν καί νά τόν ἀποδέχωνται ὁλόκαρδα οἱ μοναχοί πού ἐγκαταβιοῦν ἐκεῖ. Στήν περίπτωσι δηλαδή τῆς πνευματικῆς πατρότητος δέν ἰσχύουν ὅ,τι καί μέ τήν φυσική, στήν ὁποία ὅποιος ἔτυχε νά εἶναι φυσικός σου πατέρας τόν ἀποδέχεσαι ὅ,τι καί νά εἶναι, εἴτε δηλαδή καλός εἴτε κακός. Στήν πνευματική πατρότητα ἐκλέγεις αὐτόν τόν ὁποῖον ἐμπιστεύεσαι, αὐτόν ὁ ὁποῖος σοῦ ἔχει δώσει δείγματα τῆς πατρότητος, αὐτόν τόν ὁποῖον πιστεύεις ὅτι μπορεῖ νά τεθῆ ὄντως εἰς τόπον Χριστοῦ καί ἔπειτα τοῦ παραδίδεις τήν ψυχή σου, τοῦ κάνεις ὑπακοή καί τόν ἀποδέχεσαι ὡς ἐκπρόσωπό σου σέ ὅ,τι ὑπογράφει ἤ ἐγκρίνει ὡς ἐκπρόσωπος τῆς Μητροπόλεως. Αὐτά βεβαίως ὅλα δέν θά ἰσχύουν στόν κ. Ἰγνάτιο Λάπα, μόνον ἐάν αὐτός δέν ἦλθε στήν Μητρόπολι ὡς πατέρας καί προστάτης, ἀλλά ἦλθε ὡς διοικητής καί στρατηγός.
 Προφανῶς τήν ἀποδιδόμενη σέ ἐμένα καταφρόνησι τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς τήν ἀπεσύνδεσε ὁ κ. Ἰγνάτιος Λάπας ἀπό τό πρόσωπόν του, παραθεωρώντας σκοπίμως τό γεγονός ὅτι, οἱ ὅποιες ἐνέργειές μου, ἐκφράζουν τήν ἐκκλησιολογική μου θέσι ἔναντι τοῦ σάπιου ἐκκλησιαστικοῦ κατεστημένου, τό ὁποῖον στήν Λάρισα ἑστιάζεται στό πρόσωπό του μέ τήν σωρεία τῶν ἀντικανονικῶν ἐνεργειῶν του, ὥστε νά ἐπιβάλλεται ἐκ τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως αὐτή ἡ καταφρόνησις.
 Θά σᾶς μεταφέρω ἐν προκειμένῳ ἕνα ζωντανό παράδειγμα τοῦ λαοῦ πρός τόν Ἐπίσκοπόν των, διά νά ἰδῆτε σέ τί ἐξαθλίωσι μποροῦν  νά φθάσουν οἱ Ἐπίσκοποι, ὅταν δέν σέβωνται τούς Ἱερούς Κανόνες καί τόν λαό τοῦ Θεοῦ ἀπό τόν βίο τοῦ ἁγ. Ἰωάννου Χρυσοστόμου:
  «Ἐν τῷ μεταξύ καί καθ' ὅν χρόνον ὁ Χρυσόστομος ἀνεχώρει διά τήν δευτέραν του ἐξορίαν, ὁ γέρων ἐπίσκοπος τῆς Ἀντιοχείας Φλαβιανός ἀπέθνησκε μετά μακράν ἀσθένειαν καί ἡ μερίς ἡ Ἰωαννιτική ἔχανεν ἐν τῷ προσώπῳ του σοβαρώτατον στήριγμα.  Ὡσαύτως ἐφαίνετο, ὅτι ὁ ἀγών περί τήν ἐκλογήν τοῦ διαδόχου του θά ἀπέβαινε ζωηρότατος.  Ὁ Σεβηριανός τῶν Γαβάλων μετά τοῦ Ἀκακίου καί Ἀντιόχου, οἱ ὁποῖοι καί οἱ τρεῖς ἦσαν Σύριοι, ἀνεχώρησαν ἐκ Κωνσταντινουπόλεως ὑπό τήν πρόφασιν νά ἐπανέλθουν εἰς τάς ἐπισκοπάς των, ἀλλ' εἰσδύσαντες κρυφίως εἰς Ἀντιόχειαν ἐκρύβησαν ἐκεῖ, διά νά παρακολουθοῦν οἱ ἴδιοι τά συμβαίνοντα καί διά νά ἐπέμβουν ἐν ἀνάγκῃ·  ἦσαν ἄλλως τε ἐφωδιασμένοι μέ διαταγάς καί μέ ἐξουσιοδοτήσεις ἐκ τῆς αὐλῆς διά νά ἐνεργήσουν οὕτως ἤ ἄλλως ἡ πολιτική καί ἡ στρατιωτική ἐξουσία τῆς Ἀντιοχείας.
  »Καθ' ὅσον προσήγγιζεν ἡ στιγμή τῆς ἐκλογῆς, κατά τοσοῦτον ἐπληθύνοντο καί οἱ ἀπαιτηταί καί μνηστῆρες. Ὁ κλῆρος ἐδιχάσθη εἰς δύο, ἀλλ' ὁ λαός συμπαγής εἶχε ταχθῆ πρός τό μέρος τοῦ Κώνσταντος, ἱερέως φίλου τοῦ Χρυσοστόμου, καί ὁ ὁποῖος ὤφειλε τήν εὔνοιαν αὐτήν τοῦ λαοῦ τόσον εἰς τάς ἀρετάς του ὅσον καί εἰς τήν πρός τόν Χρυσόστομον ἀφοσίωσίν του. Ὁ Πορφύριος ἐν μέσῳ τῶν φιλονεικιῶν αὐτῶν ἐτήρησε τήν θέσιν του ὡς ἄνθρωπος ἀνήκων εἰς τήν ἐχθρικήν πρός τόν Χρυσόστομον μερίδα, χωρίς νά θέσῃ ὑποψηφιότητα. Αὐτός ἐκήρυττεν, ὅτι πρέπει ν' ἀποκλεισθοῦν οἱ Ἰωαννῖται, ἄλλοι δέ ἐκ τῶν κατωτέρω τάξεων τοῦ λαοῦ καί τοῦ κλήρου, δωροδοκηθέντες ὑπ' αὐτοῦ, προέβαλον τήν ὑποψηφιότητά του.  Κατ' ἀρχάς τήν ὑποψηφιότητα αὐτήν δέν τήν ἐξέλαβον ὡς σοβαράν, τόσον πολύ ἀνάξιος ἐθεωρεῖτο ὁ Πορφύριος. Ἔπειτα ὅμως ὁ Σεβηριανός καί οἱ σύντροφοί του, πεισθέντες περί τῆς δεξιότητός του, συνενοήθησαν μυστικῶς μετ' αὐτοῦ καί ἡ συμφωνία των ἔδωκεν εἰς τόν Πορφύριον ὑποστήριξιν, τήν ὁποίαν δέν εἶχεν. Ἀνεγνωρίσθη ὅμως εἰς τό μικρόν αὐτό συμβούλιον, ὅτι δέν ἦτο δυνατόν νά ἐπιτύχουν παρά διά πραξικοπήματος.
  »Ἐπρόκειτο ὄντως μετά τινας ἡμέρας ἐν τῇ Δάφνῃ προαστείῳ τῆς Ἀντιοχείας χρησιμεύοντι ὡς τόπος διασκεδάσεως, νά διεξαχθοῦν ἀγῶνες Ὀλυμπιακοί... Καθ' ὅν χρόνον λοιπόν οἱ κάτοικοι, μεγάλοι καί μικροί, ἐθνικοί καί χριστιανοί, ἀφῆκαν τήν πόλιν διά νά ἔλθουν εἰς Δάφνην, ὁ Πορφύριος συνήθροισεν ἀπό τήν μερίδα του ἀρκετάς ἑκατοντάδες ἀνθρώπων ἐκ τοῦ λαοῦ καί τινας κληρικούς καί διηυθύνθη μετ' αὐτῶν εἰς τήν ἐκκλησίαν, ὅπου εἶχον προηγηθῆ οἱ τρεῖς ἐπίσκοποι. Ἅμα ὡς ἦλθεν, ἔκλεισαν τάς θύρας, πλαστή τις ἐκλογή ἔλαβε χώραν καί ἀμέσως ἐπηκολούθησεν ἡ χειροτονία του.  Ὅλα αὐτά ἐγένοντο μετά τόσης σπουδῆς, ὥστε οὐδέ τάς εὐχάς τῆς χειροτονίας ἀνέγνωσαν πλήρως. Τόσον ἐφοβοῦντο ἀπροσδόκητόν τι ἤ τήν τυχαίαν ἐπάνοδον τοῦ λαοῦ.  Ὁ Σεβηριανός καί οἱ φίλοι του ἐγκατέλιπον τότε ἐσπευσμένως τήν ἐκκλησίαν, ἔπειτα δέ καί τήν πόλιν διά νά καταφύγουν εἰς τά γειτονικά ὄρη καί ἐκεῖθεν εἰς τάς ἐπισκοπάς των, διότι προέβλεπον τήν ὀργήν τῶν κατοίκων, ὅταν ἡ ἀπάτη αὐτή θ' ἀπεκαλύπτετο.
   »Τήν ἑσπέραν τῷ ὄντι οἱ Ἀντιοχεῖς ἐπανελθόντες ἐκ τῶν ἀγώνων ἐξεπλάγησαν μεγάλως μαθόντες, ὅτι εἶχον ἐπίσκοπον καί ὅτι ὁ ἐπίσκοπος αὐτός ἦτο ὁ Πορφύριος.  Τό πρᾶγμα δέν τούς ἤρεσε καθόλου·  ἀλλά μή γνωρίζοντες τί ν' ἀποφασίσουν, ἐπέρασαν τήν νύκτα συμβουλευόμενοι ἀλλήλους.  Τήν πρωΐαν τῆς ἑπομένης ὅμως ἡ ἀπόφασις εἶχε ληφθῆ καί πλῆθος ἐξωργισμένον κατηυθύνθη πρός τήν ἐπισκοπήν, ὅπου ὁ Πορφύριος εἶχε κατακλεισθῆ καί ὠχυροῦτο διά νά ὑπερασπισθῇ ἑαυτόν, βοηθούμενος ἀπό τούς κληρικούς του καί τούς δούλους του. Ἤρχισεν ἀμέσως πολιορκία καί μερικοί ἀπό τόν λαόν συνήθροισαν ἄχυρα καί ξύλα διά νά θέσουν πῦρ εἰς τήν οἰκίαν καί καύσουν μαζύ μέ αὐτήν καί τόν ἐπίσκοπον. Ἀλλ' ἡ στρατιωτική δύναμις εἰδοποιηθεῖσα προσέτρεξεν ἐγκαίρως καί ἠλευθέρωσε διά σπαθισμῶν τόν περίβολον τῆς ἐπισκοπῆς. Ἡ μάχη ἐξηκολούθησε καί κατά τάς ἑπομένας ἡμέρας, ἀλλά μέ μεγαλυτέρας τώρα στρατιωτικάς προσπαθείας. Ἐν τούτοις ἐπί τέλους ὁ Πορφύριος ἐγκατεστάθη εἰς τόν θρόνον του διά τῆς δυνάμεως τῶν στρατιωτῶν. Συμμορφούμενος πρός τάς διάθεσεις τῆς αὐλῆς διέταξε καί ὁ διοικητής τόν κλῆρον καί τόν λαόν, ἵνα μεταβῇ εἰς τήν ἐκκλησίαν, ἐπί ἀπειλῇ ὅτι θά ἐφήρμοζε κατά τῶν δυστροπούντων τό αὐτοκρατορικόν διάταγμα, ἀλλ' ὁ λαός κατά μέγα μέρος ἠρνήθη καί ἀπεπειράθη νά συγκροτήσῃ λιτανείας καθ' ὁδούς φέρων ἐμπρός τόν σταυρόν· ὁ διοικητής, Βαλεντῖνος ὀνόματι, μετεχειρίσθη τάς λιτανείας ὡς κίνημα στασιαστικόν καί ὁ σταυρός ἀνετράπη καί κατεπατήθη ὑπό τούς πόδας τῶν ἵππων.
   »Ἀπό τῆς Ἀντιοχείας οἱ δυσαρεστημένοι μετέβησαν εἰς τούς ἀγρούς.  Ἀλλά καί ἐκεῖ τούς κατεδίωξαν καί αἱ βίαιαι σκηναί, αἱ ὁποῖαι εἶχον καταισχύνει καί αἱματώσει τήν Κωνσταντινούπολιν, ἀνενεώθησαν ἐν τῇ μητροπόλει τῆς Συρίας.  Ὑποστηριζόμενος ἀπό τήν κοσμικήν ἐξουσίαν καί τάς στρατιωτικάς ἐκτελέσεις, ὁ νέος τῆς Ἀντιοχείας πατριάρχης κατεπίεσεν ὄχι μόνον τόν κλῆρον τῆς ἐκκλησίας του, ἀλλά καί ἐκεῖνον τῶν γειτονικῶν ἐκκλησιῶν. Πανταχοῦ καθ' ὅλην τήν ἐπαρχίαν ἐδημιουργήθη ἀναστάτωσις. Ἐξεδίωκεν ἐπισκόπους καί αὐτός ὁ ἴδιος καθῄρει αὐτούς διά νά ἐγκαταστήσῃ ἄλλους καί ἐξετυλίχθησαν τότε σκάνδαλα, τά ὁποῖα ὑπερέβαλον ἀσυγκρίτως ἐκεῖνα, τά ὁποῖα εἶχε τιμωρήσει ὁ Χρυσόστομος ἐν τῇ Μικρᾷ Ἀσίᾳ. Τό ἀρχιερατικόν ἀξίωμα ἐξετίθετο εἰς πλειστηριασμόν· τό ἐζήτουν, τό προσέφερον, τό ἐμπορεύοντο ὡς ἐμπόρευμα ἐν τῇ δημοσίᾳ ἀγορᾷ καί ὁ πλέον ἀνάξιος προετιμᾶτο πάντοτε ἀπό τόν Πορφύριον. Κλοπαί, διαρπαγαί τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας, φρικώδεις παραβάσεις τῶν κανόνων ἐσημειώθησαν κατά τούς σφετερισμούς αὐτούς τοῦ ἀξιώματος τοῦ ἐπισκοπικοῦ καί τῆς περιουσίας τῶν ἐκκλησιῶν.  Ἐξέλεγον, καί ἐχειροτόνουν ἀνθρώπους ἀγνώστους, καί δέν ἐγνώριζον μετ' ὀλίγον ποίους εἶχον χειροτονήσει. Ὅλοι οἱ ἐκκλησιαστικοί κανόνες ἀνετράπησαν.  Διά νά ἐπιτευχθῇ δέ ἡ ἐκλογή διεφθαρμένων ἐπισκόπων, διέφθειρον κατ' ἀρχάς τούς ἐκλέκτορας, κληρικούς καί λαϊκούς, καί πρός τοῦτο τά πλέον εὐτελῆ μέσα ἐτίθεντο εἰς ἐνέργειαν. Τράπεζαι ἐστήνοντο εἰς τάς ὁδούς, δημόσια γεύματα ἡτοιμάζοντο διά πάντα ἐρχόμενον, καί διενέμοντο ἀκόμη καί χρήματα.
"Ἄλλοτε, λέγει μετά πικρίας συγγραφεύς σύγχρονος, οἱ ἀπόστολοι παρεσκευάζοντο διά τῆς προσευχῆς καί τῆς νηστείας πρός τό ἱερόν ἔργον τῆς ἐκλογῆς ἐπισκόπου τινός· σήμερον παρασκευάζονται διά τῆς κραιπάλης καί τῆς μέθης· αἱ ἐκκλησίαι κατέστησαν τόπος ἐμποριῶν πανηγύρεων, ὅπου ἕκαστος ὑποψήφιος διά τό ἀρχιερατικόν ἤ ἱερατικόν ἀξίωμα ἔρχεται νά ἐκθέσῃ τάς ὑποσχέσεις του καί τά δῶρα του". Ἄλλος τις προσθέτει, ὅτι θά παρασιωπήσῃ, πόσοι ἐπίσκοποι καθῃρέθησαν, πόσοι ἄλλοι ἐγκατεστάθησαν εἰς τάς θέσεις τῶν καθαιρεθέντων, πόσοι διαφθορεῖς ἐλεηλάτησαν τήν ἐκκλησίαν: "Εἶνε πράγματα θλιβερώτατα, λέγει, καί δέν πρέπει νά καταχωρηθῶσιν εἰς τήν ἱστορίαν".
 » Ὑπῆρξεν ἐν τούτοις ἐξ αὐτῶν ἕν τοσοῦτον σκανδαλῶδες, ὥστε ἡ ἱστορία ὤφειλε νά τό ἀναφέρῃ.  Ἦτο δέ τοῦτο ἡ ἐκλογή εἰς ἐπίσκοπον εὐνούχου τινός, ἀρχαίου δούλου καί ἤδη ὑπηρέτου δημάρχου τινός, ἀνθρώπου ἀκαθάρτου, κατηγορουμένου ἐπί ἐγκλήμασι καί τόν ὁποῖον οἱ χριστιανοί ἀπεκάλουν "βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως". Ὁ ἄθλιος αὐτός ἐξελέγη ἐπίσκοπος Ἐφέσου εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ Ἡρακλείδου, ἀρχαίου διακόνου τοῦ Χρυσοστόμου. "Καί δέν ἐνετράπησαν, λέγει ὁ ἱστορικός Παλλάδιος, νά ἐπιθέσουν τό Εὐαγγέλιον ἐπί τῆς κεφαλῆς τοῦ τοιούτου τέρατος". Τοιαῦται ὑπῆρξαν αἱ πρῶται ἐνέργειαι τοῦ Πορφυρίου, αἱ ὁποῖαι ἐκρίθησαν ἄξιαι τῆς τιμῆς νά ἀνακηρυχθῇ αὐτός δι' αὐτοκρατορικοῦ διατάγματος εἷς τῶν τριῶν κανόνων τῆς πίστεως ἐν Ἀνατολῇ!» (Τά ὑπέρ Χριστοῦ παθήματα τοῦ ἁγ. Ἰωάν. Χρυσοστόμου, σελ. 146  καί ΕΠΕ 1, 210).
   Πιστεύω ἀπόλυτα ὅτι ἐσεῖς, Ἅγιοι Δικαστές, στήν προκειμένη περίπτωσι θά συνιστούσατε στόν λαό ὑπακοή στόν νέο τους Ἐπίσκοπο, τόν ὁποῖο σημειωθήτω ἀνεγνώρισαν καί τά ἄλλα Πατριαρχεῖα. Καί νά σκεφθῆτε ὅτι ὁ Πορφύριος αὐτός, τόν ὁποῖον περιγράφει ὁ ἅγ. Παλλάδιος στήν ἐξιστόρησι τῶν γεγονότων τοῦ ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, εἶχε περισσότερα θετικά στοιχεῖα ἀπό τόν κ. Ἰγνάτιο Λάπα, διά τήν ἐκλογή καί ἐγκατάστασί του στόν θρόνο τῆς Ἀντιοχείας,  διότι ἀφ' ἑνός μέν ἦτο ντόπιος καί γνωστός στόν λαό, ἀφ' ἑτέρου εἶχε καί κάποιους κατοίκους τῆς πόλεως μέ τό μέρος του, ἐνῶ αὐτός ἦλθε  καί «ἐφυτεύθη»  μέ τίς εὐλογίες σας στήν Λάρισα, φέροντας κατά τήν ἐνθρόνισί του ἀπό τήν Σαλαμίνα ἀνθρώπους, γιά νά τόν ἐνισχύσουν καί νά φωνάξουν «ἄξιος», ὁ λαός δέ τῆς Λαρίσης, ὅπως προανεφέρθη  ἦταν «μαντρωμένος»  ἔξω καί ἀγωνιζόταν μέ τά ΜΑΤ. Αὐτό εἶναι τό σάπιο ἐκκλησιαστικό κατεστημένο τότε καί τώρα, τοῦ ὁποίου συνεχιστής καί γνήσιος ἐκπρόσωπος στήν Λάρισα εἶναι ὁ  ἐπίσκοπος κ. Ἰγνάτιος Λάπας.  

Ὅσον ἀφορᾶ δέ τήν Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας, τήν ὁποία ἀνέφερε  ὅτι κατεφρόνησα, ἔχω νά πῶ τά ἀκόλουθα: Ὅλοι γνωρίζουν ὅτι εἶναι ὁ ἠθικός αὐτουργός ὅλης αὐτῆς τῆς καταστάσεως. Διότι ὄχι μόνον ἐγνώριζε τί ἐπικρατοῦσε στήν Λάρισα, ὄχι μόνο ἐκάλυψε τόν κ. Ἰγνάτιο Λάπα στίς παρανομίες καί παραβάσεις τῶν Ἱερῶν Κανόνων καί τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως, ὄχι μόνον τόν ἐστήριξε καί τόν στηρίζει σ' αὐτήν τήν μοιχεπιβασία του, ὄχι μόνον στέλνει κατά δεκάδες τούς Ἐπισκόπους στίς πανηγύρεις γιά νά καταδείξουν ὅτι ὅλα εἶναι μία χαρά στήν πόλι τῆς Λάρισας,  ὄχι μόνον ἀδιαφορεῖ κυνικῶς γιά τόν πόνο τοῦ λαοῦ αὐτῆς τῆς Μητροπόλεως, ἀλλά θέλει νά παρουσιάζεται καί ὡς «ἀθώα περιστερά» καί νά δείχνη ὅτι ἀγνοεῖ ὅ,τι συμβαίνει σ' αὐτήν τήν πόλι ἐδῶ καί τόσα χρόνια.
 Καί ὅλα αὐτά βεβαίως θεωροῦνται ὡς μικρά πράγματα, μπροστά στόν κατήφορο τόν ὁποῖο ἔχει πάρει στά θέματα τῆς πίστεως, στόν ὁποῖο ὁδηγεῖ ὅλο τόν λαό, γιά τά ὁποῖα θά ἀναφερθῶ ἐκτενῶς στό θέμα τῆς μνημονεύσεως καί τοῦ σχίσματος.
Ἄν λοιπόν αὐτή ἡ Σύνοδος εἶναι ἄξια σεβασμοῦ καί ἀναγνωρίσεως, ἐρωτῆστε τούς ἁγίους μας καί θά σᾶς ἀπαντήσουν. Ἐνδεικτικά ἐδῶ ἀναφέρω δύο - τρεῖς ἀπό τούς φωστῆρες τῆς ἐκκλησίας, γιά νά ἰδῆτε ἀπό αὐτούς  καί τήν γνώμη τῶν ὑπολοίπων: «Οὐκ οἶδα ἐπίσκοπον, μηδέ ἀριθμήσαιμι ἐν ἐπισκόποις τόν ἐπί καταστροφῇ τῆς πίστεως ὑπό τῶν βεβήλων χειρῶν προαχθέντα εἰς προεδρίαν» (Μ. Βασίλειος). «Οἷοί εἰσι τανῦν (αὐτοί εἶναι διά τήν ἐποχή μας) οὐ δι' ἄγνοια ἀλλά διά φιλαρχία ἐπιπηδῶντες τοῖς θρόνοις προέμενοι ἑκουσίως τήν ἀλήθειαν» (ἑρμηνεία τῶν λόγων τοῦ Μ. Βασιλείου ὑπό ἁγ. Θεοδώρου Στουδίτου ΡG. 99, 1149 Α).
 «Ἀλλ' ἡ τοῦ Θεοῦ ἐκκλησία μεμένηκε ἀπήμαντος (ἀβλαβής), κἄν πολλοῖς ἐβλήθη τοξεύμασι·  καί πύλαι ᾅδου κατισχῦσαι αὐτῆς οὐ δεδύνηνται·  οὐδέ παρά τούς κειμένους ὅρους καί νόμους πράττειν τι καί λέγειν ἀνέχεται· κἄν πολλοί πολλαχῶς ποιμένες ἠφρονεύσαντο· ἐπεί καί συνόδους συνεκρότησαν μεγάλας καί παμπληθεῖς καί Ἐκκλησίαν Θεοῦ ἑαυτούς ὠνομάκασι·  καί ὑπέρ κανόνων ἐφρόντισαν τῷ δοκεῖν, κατά κανόνων τό ἀληθές κινούμενοι... Σύνοδος τοίνυν, δέσποτα, οὐ τό ἁπλῶς συνάγεσθαι ἱεράρχας τε καί ἱερεῖς, κἄν πολλοί ὦσι. Κρείσσων γάρ, φησί, εἷς ποιῶν τό θέλημα τοῦ Κυρίου, ἤ μύριοι παραβαίνοντες· ἀλλά τό ἐν ὀνόματι Κυρίου, ἐν τῇ εἰρήνῃ καί φυλακῇ τῶν κανόνων· καί τό δεσμεῖν καί λύειν οὐχ ὡς ἔτυχεν, ἀλλ' ὡς δοκεῖ τῇ ἀληθείᾳ, καί τῷ κανόνι, καί τῷ γνώμονι τῆς ἀκριβείας. Ἤ δείξωσιν οἱ συνελθόντες τοῦτο πεποιηκότες· καί ἡμεῖς σύν αὐτοῖς· ἤ οὐ δεικνύουσιν, ἐκβαλέτωσαν τόν ἀνάξιον, ἵνα μή εἰς κατηγόρημα αὐτοῖς καί ταῖς μετέπειτα γενεαῖς παραδοθήσεται· Ὁ λόγος γάρ ὁ τοῦ Θεοῦ δεδέσθαι φύσιν οὐκ ἔχει· καί ἐξουσία τοῖς ἱεράρχαις ἐν οὐδενί δέδοται ἐπί πάσῃ παραβάσει κανόνος· ἤ μόνον στοιχεῖν τά δεδογμένα, καί ἕπεσθαι τοῖς προλαβοῦσιν» (Ἁγ. Θεοδ. Στουδίτου Ρ.G . 99,984, Β).  

«Μή πείθεσθε μονάζουσι, μηδέ τοῖς  πρεσβυτέροις,
ἐφ' οἷς ἀνόμως λέγουσι, κακίστως εἰσηγοῦνται.
Καί τί φημι μονάζουσι, καί τί τοῖς πρεσβυτέροις;
Μήδ' ἐπισκόπους εἴκετε (ὑπακούετε) τά μή λυσιτελοῦντα
πράττειν καί λέγειν·  καί φρονεῖν δολίως παραινοῦσιν
οἵτινες περικείμενοι μόρφωσιν εὐσεβείας
πᾶσαν τήν δύναμιν αὐτῆς εἰσίν ἀπηρνημένοι...
Αἱρέσεως φανείσης εἰς τήν γῆν ἐπικροτούσης
ὑπέκυψαν καί τούς λοιπούς ὠθοῦσιν ὑποκύπτειν,
οἷς οὐ προσῆκον πείθεσθε, κἄν καί ποιμένες εἶεν,
ἀλλ' οὐδέν ἐνδέχεται καλεῖν τούτους ποιμένας ὅλως,
τούς λυμεῶνας καί φθορεῖς τῆς Χριστωνύμου ποίμνης
καί μή τούς ὅρους σώζοντας τῆς ἀρχιερωσύνης»
(Ὁσ. Μελετίου Ὁμολογητοῦ).

   Διά νά σεβασθῆ λοιπόν κάποιος  τήν Σύνοδο, λέγουν οἱ ἅγιοί μας, πρέπει πρωτίστως αὐτή νά σέβεται τούς Ἱερούς Κανόνες καί τήν Ὀρθόδοξο Παράδοσι καί νά μήν ὁδηγῆ τόν λαό ἀπό γκρεμό σέ γκρεμό καί ἀπό ναυάγιο σέ ναυάγιο. Πρέπει δηλαδή νά σέβεται ἡ Σύνοδος τόν ἑαυτό της καί τόν λαό τοῦ Θεοῦ.  Ἄν λοιπόν ἡ Σύνοδος  καί ἕκαστος ἐκ τῶν Ἐπισκόπων  ζητεῖ σεβασμό ἀπό ἐμᾶς, ἐνῶ ἐσεῖς ἔχετε χάσει τελείως τόν ἔλεγχο τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων,  αὐτό νομίζω εἶναι πέρα ἀπό κάθε λογική.  Στό θέμα ὅμως αὐτό, ὅπως προανέφερα θά ἐπανέλθω.

 (Συνεχίζεται)

Στον πόνο και την απομόνωση




 Παραθέτουμε κάποια ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ προσωπικό του Ἡμερολόγιο.









19-07-1974. Τό πρῶτο βράδυ στήν ἐξορία μου. Εἶμαι ἀφάνταστα εἰρηνικός σήμερα. Σάν νά ἄνοιξε μιά καινούργια σελίδα στή ζωή μου. Τό βράδυ ἔμαθα πώς κυκλοφόρησε τό φύλλο τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως μέ τά διατάγματα καί πώς ὁ Δωρόθεος βιάστηκε νά τό στείλη στήν Κηφισιά. Δέν ἔχω πιά κανένα ἐνδιαφέρον γι αὐτή τήν ἱστορία.

20-07-1974. Ἐλειτούργησα τό πρωί στό παρεκκλήσιο (*τοῦ ἁγίου Σάββα.) Γεύθηκα τήν ἠρεμία. Αἰσθάνομαι ὅτι εἶναι ἕνα ἰδιαίτερο δῶρο τοῦ Θεοῦ κατά τήν παροῦσα στιγμή. Μετά τή Θ. Λειτουργία ἔφθασαν οἱ συγκλονιστικές εἰδήσεις. Ἡ Τουρκία ἔκανε ἀπόβασι στήν Κύπρο. Ἀμέσως κηρύχθηκε γενική ἐπιστράτευσι. Οἱ εἰδήσεις μέχρι τό βράδυ συγκεχυμένες.

21-07-1974. Εἴχαμε Θ. Λειτουργία στό παρεκκλήσιο τοῦ ἁγίου Σάββα. Ἀνεκτίμητη εὐλογία τοῦ Θεοῦ αὐτό τό παρεκκλήσιο. Ἦρθαν καί μερικοί φοιτηταί. Τά γεγονότα συνεχίζονται. Κανείς δέν ξέρει ποῦ θά ὁδηγήσουν. Σύμφωνα μέ τά ἀνακοινωθέντα κυριαρχοῦν οἱ Ἕλληνες στήν Κύπρο.

28-07-1974. Ἐλειτούργησα στό παρεκκλήσιο τοῦ ἁγ. Σάββα. Ἔζησα τήν Εὐχαριστία καί τήν Κοινωνία ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. Αὐτό μοῦ ἀπαλύνει τόν πόνο καί τήν ὀδύνη.

21-08-1974. Τό ἀπόγευμα ἐπῆγα στήν Ἱερά Μονή Μακρινοῦ. Μᾶς ἐπῆγε ὁ Εὐρίπου Βασίλειος. Ἕνας βαθύς πόνος ὑπάρχει μέσα στήν ψυχή μου. Ὅμως πιστεύω πώς ὁ καλός Θεός καί μέ τόν τρόπο αὐτό κατεργάζεται τήν σωτηρία μου.

12-10-1974. Ἐπῆγα στή Μονή Ὁσίου Μελετίου, ὅπου ἔφεραν τό λείψανο τῆς ἡγουμένης Αἰκατερίνης. Ἦρθε καί ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἰάκωβος. Τόν ἐχαιρέτησα. Μοῦ εἶπε: συγκινοῦμαι βαθύτατα πού σᾶς βλέπω. Ἐγώ τά ἐκάκιζα, τά κακίζω καί θά τά κακίζω αὐτά. Εἶμαι πολύ κοντά σας. Ἔχω πάθει πολλά καί σᾶς καταλαβαίνω.

29-10-1974. Ἤμουνα βαθειά λυπημένος σήμερα. Νοιώθω κουρασμένος. Ἡ ἐξορία εἶναι ἕνα δῶρο τοῦ Θεοῦ. Ἀπό τά δῶρα ὅμως ἐκεῖνα, πού μέ δυσκολία σηκώνουμε ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι. Νοιώθω κόπο καί λύπη. Ἄν ἡ διακονία μου ἔχει τελειώσει, παρακαλῶ τόν Κύριό μου νά μέ πάρη.

15-11-1974. Ἡ χθεσινή ἐξέτασι τοῦ Χαλκίδος δέν εἶναι καλή. Αὐτό μέ ἐβύθισε σέ θλίψι. Ὁ καλός Θεός παραχωρεῖ νά προχωροῦμε ἀπό δοκιμασία σέ δοκιμασία.

16-11-1974. Πῆγα στόν Χαλκίδος. Ἦταν ἤρεμος. Δέν ἔχει ὑποπτευθῆ τήν περιπέτειά του. Εἶναι παραδομένος στόν Κύριο. Ὕστερα τόν ἐπισκέφθηκε ὁ Βρεσθένης μέ τόν ἀδελφό του. Συμφωνήσαμε νά συναντηθοῦμε αὔριο νά μελετήσουμε τί πρέπει νά γίνη.

15-12-1974. Ἐλειτούργησα στό παρεκκλήσιο. Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ. Ὁ ἴδιος μέσα στήν ὕπαρξί μου. Τό γεγονός, πού δέν εἶναι ἁπλῶς ἐπεισόδιο ἀλλά ζωή. Τό ἀπόγευμα ἦλθε ὁ Χαλκίδος. Θά πρέπει νά ξαναπάη στό Λονδίνο γιά ἐγχείρησι.

31-12-1974. Κλείνει ἕνας δραματικός χρόνος. Γεγονότα πού θά μποροῦσαν νά ἁπλωθοῦν σέ μιά τριακονταετία. Περιπέτειες ἀπροσδόκητες, συμπυκνωμένες στό διάστημα ἑνός καί μόνον ἔτους. Αἰσθάνομαι πώς ὅλα αὐτά εἶναι μιά πολύτιμη ἐμπειρία. Δοκιμασίες πού φανερώνουν τή φθορά τοῦ κόσμου καί ἀποκαλύπτουν τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ. Αἰσθάνομαι πλουσιώτερος πνευματικά. Στό τέλος τῆς ἀναλύσεως ὅλα ὀδηγοῦσαν στόν Κύριο τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου καί τῆς ἱστορίας ὅλης.

01-01-1975. Συλλειτουργήσαμε μέ τόν Χαλκίδος στό παρεκκλήσιο τοῦ ἁγίου Σάββα. Ἀρκετοί ἄνθρωποι προσευχήθηκαν μαζή μας. Ἡ εὐλογία μιᾶς κατακόμβης. Πρώτη φορά πού ἀξιώθηκα νά λατρεύσω τόν Κύριο ἐν διωγμῷ. Ἄς γίνη τό θέλημά του.

02-01-1975. Τό ἀπόγευμα ἐπῆγα στή Μονή Μακρινοῦ. Ἦταν μιά εὐλογημένη συνάντησι. Καί ὁ π. Δαμασκηνός καί ἡ ἡγουμένη καί ὅλες οἱ ἀδελφές μοῦ παρεστάθηκαν μέ πολλή ἀγάπη στή δοκιμασία. Καί μέ πολλή λεπτότητα.

11-01-1975. Τό ἀπόγευμα ἐτηλεφώνησε ἀπό τό Λονδίνο ὁ Βασίλης Σελέντης. Ὁ Νικόλαος βρίσκεται σέ κίνδυνο. Ἔχει συνεχῆ αἱμορραγία. Γεμίσαμε λύπη. Ὁ Νικόλαος εἶναι ἡ συντροφιά μας καί ἡ παρηγοριά μας. Ἄν ὁ καλός Θεός μᾶς τόν πάρη ἡ δοκιμασία θά εἶναι μεγάλη. Τό βράδυ ξανατηλεφώνησε καί εἶπε ὅτι ὁ γιατρός πού πέρασε τόν βρῆκε ἐλαφρῶς καλύτερα καί ὅτι ἄν μέχρι αὔριο τό πρωΐ ἔχει βελτίωσι θά ξεπεράση τόν κίνδυνο.

19-01-1975. Ἐκοιμήθη σήμερα ὁ Χαλκίδος. Τήν ὁσία ψυχή του τήν πῆραν οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ. Νοιώθω ὅπως ἔνοιωθε ὁ ἅγιος Γρηγόριος Ναζιανζηνός ὅταν ἔχασε τόν Μέγα Βασίλειο. Ὁ Νικόλαος ἦταν γιά μένα ἕνα στήριγμα καί μιά παρηγοριά. Ὁ καλός Θεός μᾶς παίρνει πάντοτε τά στηρίγματα. Δέν θέλει νἄχουμε ἄλλο στήριγμα στή γῆ παρά αὐτόν τόν ἴδιο.

20-01-1975. Κατάπληξη προκάλεσε σ᾿ ὅλους μας ἡ στάσι τῆς μητέρας τοῦ Χαλκίδος. Ἀντιμετώπισε μέ πολλή γαλήνη καί πίστι.

25-03-1975. Γιόρτασα τόν Εὐαγγελισμό. Ἡ ὀδύνη ἀνοίγει τά μάτια στήν ἀποκάλυψι τοῦ Θεοῦ. Στό μήνυμα, πού δέν εἶναι ἐγκόσμια ὑπόσχεσι ἀλλά φανέρωσι τοῦ μυστηρίου τοῦ χρόνοις αἰωνίοις σεσιγημένου. «Εἰπάτωσαν οἱ λελυτρωμένοι». Ἄν μποροῦσα κι ἐγώ κάποτε νά μιλήσω μ᾿ αὐτή τή βεβαιότητα!

14-04-1975. Σήμερα εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς χειροτονίας μου εἰς ἐπίσκοπο. Τή ζῶ στήν ἐξορία. Ἡ περιπέτεια αὐτή εἶναι πόνος καί ὀδύνη. Προσπαθῶ ὅμως νά τή ζῶ στήν διακονία στό Ἐσταυρωμένο σῶμα τοῦ Κυρίου μου, στήν Ἐκκλησία. Ἡ μόνη δυνατότης στήν μεγάλη περιπέτεια.

16-04-1975. Ἡ ἡμέρα τῆς ἐνθρονίσεώς μου. Ἑπτά χρόνια. Ἡ σημερινή Θ. Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων, ἡ πένθιμη Λειτουργία, φωτίζει τή σημερινή διακονία τοῦ πόνου μου, τή γεῦσι τῆς ὀδύνης καί τοῦ σταυροῦ. Ἴσως ὁ Κύριος τό δέχεται περισσότερο αὐτό ἀπό ἐκεῖνο πού ἔζησα πρίν ἀπό ἑπτά χρόνια.

19-04-1975. Ἀφιέρωσα τήν ἡμέρα μου σέ μελέτη. Στήν περίοδο αὐτή τῆς περιπετείας μου οἱ Πατέρες μοῦ κρατοῦν συντροφιά. Τό πρωί ἤμουνα πολύ κουρασμένος. Σιγά-σιγά μέ τήν μελέτη ἠρέμησα.

27-04-1975. ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ. Ἐλειτούργησα τό πρωί καί τό βράδυ ἔκανα τήν ἀκολουθία τοῦ Νυμφίου. Πρός τό πάθος. Πρός τόν σταυρόν. Αὐτή εἶναι ἡ πορεία τοῦ Κυρίου καί τῆς Ἐκκλησίας.

28-04-1975. ΜΕΓΑΛΗ ΔΕΥΤΕΡΑ. Ἡ μέρα μου γέμισε μέ τήν λατρεία καί τήν μελέτη. Τό μικρό παρεκκλήσιο εἶναι τό μεγάλο δῶρο τοῦ Θεοῦ στήν πονεμένη ὕπαρξί μου. Ἰδιαίτερα αὐτές τίς ἡμέρες.

02-05-1975. ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ. Ἀδύναμη προσέγγισι στή βάση τοῦ σταυροῦ καί στόν τάφο τοῦ Κυρίου ἡ σημερινή μου μέρα. Κάθε χρόνο τέτοια μέρα ἔχω μιά γεύση ἀδυναμίας. Ἐκεῖ πού ἐκφράζονται ἡ ἔσχατη ταπείνωσι, ἡ κένωσι τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, ἐκδηλώνεται καί ἡ προσωπική ἀδυναμία μας νά συλλάβη τό ἄδειασμα.

03-05-1975. ΜΕΓΑΛΟ ΣΑΒΒΑΤΟ. Ἡ προσδοκία τῆς Ἀναστάσεως. Ὄχι ὅπως τήν σκεπτόμαστε μέ τό χοϊκό μυαλό μας, ἀλλά ὅπως τήν φανέρωσε ὁ Κύριος μέ τήν ἀφθαρτοποίησι τῆς ἀνθρώπινης φύσης.

04-05-1975. ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ. Ἡ Ἀνάστασις στό παρεκκλήσιο τῆς παρηγορίας μου. Μιά δυνατή ἀκτίνα τῆς ἀγάπης τοῦ Κυρίου μου. Ἡ Ἀνάσταση ξανατοποθετεῖ τή ζωή μας.

05-05-1975. Ἐλειτούργησα. Ἀνέπνευσα τήν παρουσία τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου μου. Αὐτό εἶναι γιά μένα τό πᾶν. Ὅλα σμικρύνονται μπροστά σ᾿ αὐτό τό γεγονός.

Πηγή: "Ἐλεύθερη Πληροφόρηση", τ. 327

Η φιλία με Οικουμενιστές διασπά την ενότητα




Ἑρμηνεία τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου στὸ παρακάτω τμῆμα
τοῦ σημερινοῦ Ἀποστολικοῦ ἀναγνώσματος:

Ἓν σῶμα καὶ ἓν πνεῦμα, καθὼς καὶ ἐκλήθητε
ἐν μιᾷ ἐλπίδι τῆς κλήσεως ὑμῶν· εἷς Κύριος,
μία πίστις, ἓν βάπτισμα· εἷς Θεὸς Πατὴρ
πάντων, ὁ ἐπὶ πάντων, καὶ διὰ πάντων, καὶ
ἐν πᾶσιν. Ἑνὶ δὲ ἑκάστῳ ἡμῶν ἐδόθη ἡ χάρις
κατὰ τὸ μέτρον τῆς δωρεᾶς τοῦ Χριστοῦ.
(Χρυσοστόμου Ἰω., Ὑπόμνημα εἰς τὴν πρὸς Ἐφεσίους, Λόγος ΙΑ΄,
Πατερικαὶ Ἐκδόσεις ”Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς”, τόμ. 20, σελ. 686, ἑξ.).


ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΚΑΙΡΑ ΣΧΟΛΙΑ
___________________________

«Εἴ τις αἱρετικῶν φίλος εἴη, οὐχ ἓν πνεῦμα»
Ἑρμηνεύοντας ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τοὺς στίχους τοῦ σημερινοῦ ἀποστολικοῦ ἀναγνώσματος τῆς Πρὸς Ἐφεσίους Ἐπιστολῆς τοῦ ἀπ. Παύλου, στρέφει τὸ λόγο πρὸς τὸ τρίπτυχο ἀλήθεια, ἀγάπη, ἑνότητα ποὺ πρέπει νὰ ὑπάρχει μεταξὺ τῶν Χριστιανῶν καὶ γράφει:
«Ἀγάπην ζητεῖ ἀπὸ ἐμᾶς ὁ Παῦλος, ὄχι οἱανδήποτε, ἀλλ’ αὐτὴν ἡ ὁποία μᾶς συνενώνει μεταξύ μας ἀδιασπάστως, καὶ μᾶς συνενώνει κατὰ τέτοιον τρόπον καὶ τόσον τέλεια, ὡσὰν νὰ εἴμεθα μέλη πρὸς μέλη. Αὐτὴ λοιπὸν εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία κατορθώνει τὰ μεγάλα καλά. Διὰ τοῦτο λέγει, “ἕνα σῶμα”, διὰ νὰ δείξῃ καὶ τὴν συμπάθειαν καὶ τὸ νὰ μὴ ἐπιδιώκομεν ν’ ἁρπάσωμεν τὰ ἀγαθὰ τῶν ἄλλων καὶ τὸ νὰ χαιρώμεθα μαζὶ μὲ αὐτούς, καὶ ὅλα γενικῶς νὰ εἶναι κοινά. Καὶ καλῶς εἶπε, “ἕνα πνεῦμα” διὰ νὰ δείξῃ ὅτι εἰς τὸ ἕνα σῶμα, ἕνα πνεῦμα θὰ ὑπάρχῃ, ἢ ὅτι εἶναι μὲν δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἕνα σῶμα, ὄχι ὅμως ἕνα πνεῦμα...»
Καὶ πότε εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνήκει κανεὶς στὸ ἴδιο σῶμα, ἀλλὰ νὰ μὴ ἔχει τὸ ἴδιο πνεῦμα; Αὐτὸ εἶναι δυνατὸν νὰ συμβεῖ, λέγει ὁ ἱ. Χρυσόστομος, καὶ στὴν περίπτωση ποὺ «κάποιος γίνῃ  φίλος  αἱρετικῶν». Μὲ αὐτὴ τὴν διαπίστωση ὁ ἱ. Χρυσόστομος, θίγει τὸ κρισιμότατο πρόβλημα τῆς ἐποχῆς μας, τὴν ὅποια σχέση καὶ ἐπαφή μας μὲ τὴν αἵρεση, ἡ ὁποία κομματιάζει τὸ σῶμα τῶν πιστῶν. Ἐπισημαίνει δηλαδή, αὐτὸ ποὺ κατὰ κόρον συμβαίνει σήμερα στὸν Ὀρθόδοξο χῶρο: τὴν ἄμεση ἢ ἔμμεση –ἀλλὰ συνειδητὴ– φιλία τῶν ὀρθοδόξων μὲ τοὺς Οἰκουμενιστές, ποὺ διαδίδουν στὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας τὴν ἐσχάτη αἵρεση τῆς ἱστορίας, τὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Καὶ οἱ φίλοι τῶν Οἰκουμενιστῶν, ἐνῶ ἀνήκουν στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας τυπικά, ὅμως δὲν ἀποτελοῦν μὲ τοὺς Ὀρθοδόξους «ἓν σῶμα», ἀφοῦ διαφοροποιοῦνται ὡς πρὸς τὴν ποιμαντικὴ ἀντιμετώπιση τῶν αἱρετικῶν ἀπὸ τοὺς Πατέρες καὶ ἔτσι ἀποδέχονται στὴν πράξη τὴν δράση τῶν αἱρετικῶν Οἰκουμενιστῶν.
Δηλαδή, ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ σθεναρῶς ἀντικρούουν τὶς κακόδοξες θέσεις τῶν “ὀρθοδόξων” Οἰκουμενιστῶν (αὐτὸ τὸ κάνουν οἱ λίγοι), ἐνῶ οἱ πολλοὶ ἀδιαφοροῦν γιὰ τὸν Οἰκουμενισμό· ἀμφότεροι δέ, ἀπὸ τὴν ἄλλη, μνημονεύουν τοὺς ἡγέτες τῶν Οἰκουμενιστῶν (π.χ. τοὺς Πατριάρχες Κων/πόλεως Βαρθολομαῖο, Ἀλεξανδρείας Θεόδωρο, Σερβίας Εἰρηναῖο κ.λπ), ἢ τοὺς ὑποδέχονται μετὰ βαΐων καὶ κλάδων στὶς διάφορες ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα ἐπισκέψεις τους, ἢ συλλειτουργοῦν μαζί τους, καὶ ἀρνοῦνται νὰ καταγγείλουν ὀνομαστικὰ τὶς κακόδοξες πράξεις καὶ λόγους τους.
Ἂς ἐπανέλθουμε στὴν ἑρμηνεία ἀπὸ τὸν Ἅγιο τοῦ ἀποστολικοῦ ἀναγνώσματος:
«Ὕστερον, ”Καθὼς καὶ μία εἶναι ”, λέγει, ”ἡ ἐλπὶς τῆς κλήσεώς σας”. Ὁ Θεός, λέγει, εἰς τὰ ἴδια σᾶς ἐκάλεσε· τίποτα περισσότερον δὲν ἐμοίρασεν εἰς τὸν ἕνα ἀπὸ τὸν ἄλλον· εἰς ὅλους ἐχάρισεν ἀθανάσίαν, εἰς ὅλους ζωὴν αἰώνιον, εἰς ὅλους δόξαν ἀθάνατον, εἰς ὅλους ἀδελφότητα, εἰς ὅλους κληρονομίαν· κοινὴ κεφαλὴ ἔγινεν εἰς ὅλους· ὅλους συνανέστησε καὶ ἐκάθισε μαζί του.
Σεῖς λοιπὸν οἱ ὁποῖοι εἰς τὰ πνευματικὰ ἔχετε τόσην ἰσοτιμίαν, ἀπὸ ποῦ ὁρμώμενοι μεγαλοφρονεῖτε; ἀπὸ τὸ ὅτι ὁ τάδε εἶναι πλούσιος καὶ ὁ τάδε ἰσχυρός; Καὶ πῶς δὲν θὰ ἦτο αὐτὸ ἀξιογέλαστον; Διότι εἰπέ μου· ἐὰν κάποτε ὁ βασιλεύς, ἀφοῦ ἐλάμβανε δέκα ἀνθρώπους καὶ ἐνέδυε ὅλους μὲ πορφύραν καὶ τοὺς ἐκάθιζεν εἰς τὸν βασιλικὸν θρόνον καὶ ἔδιδε εἰς ὅλους τὴν αὐτὴν τιμήν, ἆρά γε θὰ εἶχε τὴν τόλμην κάποιος ἐξ αὐτῶν νὰ κατηγορήσῃ τὸν ἄλλον ὅτι εἶναι πλουσιώτερος ἢ λαμπρότερος; Καθόλου. Καὶ ἀκόμη δὲν τὰ εἶπα ὅλα· διότι δὲν εἶναι τόση ἡ διαφορὰ εὶς τοὺς οὐρανούς, ὅσον κάτω εἰς τὴν γῆν» [Μὲ τὴν τελευταία πρόταση ἑρμηνεύεται ἡ φράση:  «οὐ γὰρ τοσοῦτον τὸ μέσον ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ὅσον καὶ κάτω διεστήκαμεν». Εἰς τὸ T.L.G. ὅμως, παραδίδεται ἡ ἑξῆς γραφὴ (ὁπότε ἀλλάζει καὶ τὸ νόημα): «Ἐν οὖν τοῖς οὐρανοῖς ἴσοι, καὶ κάτω διεστήκαμεν;»].
»”Ἕνας Κύριος, μία πίστις, ἕνα βάπτισμα... Ἕνας Θεὸς καὶ Πατὴρ ὅλων..., ἀλλ’ εἰς τὸν καθένα ἀπὸ ἐμᾶς ἐδόθη ἡ χάρις”. Τί λοιπόν; θὰ εἴπῃ κάποιος· ἀπὸ ποῦ εἶναι τότε διάφορα τὰ χαρίσματα; ...Καὶ πρόσεχε τί λέγει. Δὲν εἶπε, “Συμφώνως πρὸς τὴν πίστιν τοῦ καθενός”, διὰ νὰ μὴ ὁδηγήσῃ εἰς μικροψυχίαν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠξιώθησαν τὰ μεγάλα χαρίσματα. Ἀλλὰ τί λέγει; ”Συμφώνως πρὸς τὸ μέτρον τῆς δωρεᾶς τοῦ Χριστοῦ”.  Τὰ κυριώτερα ἀπὸ ὅλα, λέγει, εἶναι κοινὰ εἰς ὅλους, δηλαδὴ τὸ βάπτισμα, ἡ διὰ τῆς πίστεως σωτηρία, τὸ νὰ ἔχωμεν τὸν Θεὸν Πατέρα, τὸ νὰ μετέχωμεν ὅλοι εἰς τὸ αὐτὸ Πνεῦμα. Ἐὰν πάλι ὁ τάδε ἔχει κάποιο χάρισμα περισσότερον, μὴ στενοχωρῆσαι, διότι καὶ ὁ κόπος εἶναι εἰς αὐτὸν περισσότερος...
»Διὰ τοῦτο ἐδῶ ἀπὸ τὴν ἰδίαν αἰτίαν παρηγορεῖ τὸν ἀκροατήν. “Πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ καταρτίσουν τοὺς ἁγίους”, λέγει, “διὰ τὸ ἔργον τῆς διακονίας, διὰ τὴν οἰκοδομὴν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ”. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ ἴδιος ὁ Παῦλος ἔλεγεν ἀλλοῦ· ”Ἀλλοίμονόν μου, ἐὰν δὲν κηρύττω τὸ Εὐαγγέλιον”. Δηλαδή, ἔλαβε τὸ χάρισμα ἀποστολῆς. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἀκριβῶς, διὰ τὸ ὅτι ἔλαβε, ἀλλοίμονον· ἐνῷ ἐσὺ ἔχεις ἀπαλλαγῆ ἀπὸ τὸν κίνδυνον.
»”Συμφώνως πρὸς τὸ μέτρον”. Τί σημαίνει ”συμφώνως πρὸς τὸ μέτρον”; Δηλαδὴ ὄχι συμφώνως πρὸς τὴν ἰδικήν μας ἀξίαν· διότι δὲν θὰ ἐλάμβανε κανεὶς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔλαβεν, ἀλλ’ ὅλοι ἀπὸ τὴν δωρεάν του ἐλάβομεν. Καὶ διατί ὁ μὲν ἔλαβεν περισσότερον, ὁ δὲ ὀλιγώτερον; Δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν αὐτό, λέγει, ἀλλ’ εἶναι ἀδιάφορον πρᾶγμα· διότι εἰς τὴν οἰκοδομὴν ὁ καθένας συντελεῖ. Καὶ μὲ αὐτὸ δεικνύει ὅτι δὲν ἔλαβεν ἀπὸ τὴν ἰδικὴν του ἀξίαν ὁ μὲν περισσότερον, ὁ δὲ ὀλιγώτερον, ἀλλὰ δι’ ἄλλους λόγους, ὅπως ἀκριβῶς ἔκρινεν ὁ Θεός...
»”Διὰ τοῦτο λέγει· Ὅταν ἀνέβη εἰς τὰ ὕψη... ἔδωκε δῶρα εἰς τοὺς ἀνθρώπους”. Δηλαδή, τί μεγαλοφρονεῖς; ὅλα ἀπὸ τὸν Θεὸν ἔγιναν...
»Ἀλλοῦ ὅμως λέγει ὅτι τὸ ἅγιον Πνεῦμα ἔκαμεν αὐτά, λέγων τὰ ἑξῆς· “Εἰς τὸ ὁποῖον ποίμνιον τὸ ἅγιον Πνεῦμα σᾶς ἐτοποθέτησεν ἐπισκόπους, διὰ νὰ ποιμάνετε τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ”. Ἐδῶ λέγει ὅτι ὁ Υἱὸς ἔκαμεν αὐτά· ἀλλοῦ, ὅτι ὁ Θεὸς Πατήρ· ”Καὶ ὁ Θεὸς ἐτοποθέτησεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν πρῶτον ἀποστόλους, δεύτερον προφήτας”. Εἰς δὲ τὴν πρὸς Κορινθίους λέγει· ”Ἐγὼ ἐφύτευσα, ὁ Ἀπολλὼς ἐπότισεν, ὁ Θεὸς ὅμως ἔδινε τὴν αὔξησιν”. Καὶ πάλιν· ”Ἐκεῖνος ποὺ φυτεύει καὶ ἐκεῖνος ποὺ ποτίζει εἶναι τὸ ἴδιο, ἀλλ’ ὁ καθεὶς θὰ λάβῃ τὸν ἰδικόν του κόπον”.
»Ἔτσι κι ἐδῶ. Τί σημασία λοιπὸν ἔχει ἐὰν ὀλιγώτερον συνεισφέρῃς; Τόσον ἔλαβες...
»”Πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ καταρτίσουν τοὺς ἁγίους, διὰ τὸ ἔργον τῆς διακονίας, διὰ τὴν οἰκοδομὴν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ”. Βλέπεις τὸ ἀξίωμα; Ὁ καθένας οἰκοδομεῖ, ὁ καθένας καταρτίζει, ὁ καθένας ὑπηρετεῖ. ”Μέχρις ὅτου φθάσωμεν”, λέγει, ”ὅλοι εἰς τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τῆς πλήρους γνώσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς τὸ μέτρον τοῦ τελείου ἀναστήματος τοῦ Χριστοῦ”. Τέλειον ἀνάστημα ὀνομάζει ἐδῶ τὴν τελείαν ἐπίγνωσιν. Διότι ὅπως ἀκριβῶς ὁ ἀνὴρ ἵσταται μὲ σταθερότητα, ἐνῷ οἱ νεαροὶ περιπλανῶνται κατὰ τὸν νοῦν, ἔτσι συμβαίνει καὶ εἰς τοὺς πιστούς. ”Εἰς ἑνότητα”, λέγει, ”τῆς πίστεως”· δηλαδή, μέχρις ὅτου ἀποκτήσωμεν ὅλοι μίαν πίστιν. Διότι αὐτὸ εἶναι ἑνότης πίστεως. ὅταν ὅλοι εἴμεθα ἕνα, ὅταν ὅλοι ἀντιλαμβανώμεθα μὲ τὸν ἴδιον τρόπον τὸν σύνδεσμον· μέχρι τότε πρέπει νὰ ἐργαζώμεθα.
»Ἐὰν ἔλαβες χάρισμα διὰ τοῦτο, διὰ νὰ οἰκοδομῇς ἄλλους, πρόσεχε μήπως καταστρέψῃς τὸν ἑαυτόν σου φθονῶν ἄλλον... Μὴ μοῦ εἴπῃς λοιπὸν διὰ τὴν διαφορὰν τῶν χαρισμάτων, ἀλλὰ διὰ τὸ ὅτι ὅλοι εἶχον ἕνα ἔργον. Ὅταν λοιπὸν ὅλοι πιστεύωμεν ὁμοίως, τότε ὑπάρχει ἑνότης...
»”Ὥστε νὰ μὴ εἴμεθα πλέον”, λέγει, “νήπιοι, κλονιζόμενοι καὶ παρασυρόμενοι ἀπὸ κάθε ἄνεμον τῆς διδασκαλίας, μέσα εἰς τὴν δολιότητα τῶν ἀνθρώπων, μέσα εἰς τὴν πανουργίαν των πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ὁμαδικῆς παραπλανήσεως”. ”Καὶ παρασυρόμενοι”, λέγει, ”ἀπὸ κάθε ἄνεμον”. Ὡμίλησεν ἐναντίον τῆς μεταβολῆς, διὰ νὰ δείξῃ εἰς ποῖον κίνδυνον εὑρίσκονται αἱ ψυχαὶ αἱ ὁποῖαι διστάζουν... ”Ἀλλά, ὁμολογοῦντες τὴν ἀλήθειαν ἐν ἀγάπῃ, ἂς αὐξήσωμεν τὰ πάντα εἰς αὐτόν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ κεφαλή, δηλαδὴ τὸν Χριστόν”».
Εἶναι σαφὴς ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Ὄχι μόνον ἐπίκληση τῆς ἀγάπης, ὅπως κάνουν οἱ Οἰκουμενιστές. Διότι μιὰ ἀγάπη χωρὶς τὴν ΟΜΟΛΟΓΙΑ τῆς Ἀλήθειας, τὴν ὀρθὴ Πίστη, ἀλλὰ καὶ τὶς προϋποθέσεις διδασκαλίας καὶ Ὁμολογίας τῆς Ὀρθόδοξης Πίστης, δὲν ὁδηγεῖ στὴν ἑνότητα· καὶ φυσικά, μιὰ τέτοια μορφὴ ἀγάπης, δὲν εἶναι ἀγάπη, ἀφοῦ ἡ ἀγάπη εἶναι ἀχώριστη τῆς ἀλήθειας, καὶ μόνο ἡ συμπόρευση ἀγάπης καὶ πίστης φέρνει τὴν ἑνότητα.
«Φιλορθόδοξος Ἕνωσις “Κοσμᾶς Φλαμιᾶτος”

ΟΜΙΛΙΑ ΙΑʹ. (Κείμενο)

Ἓν σῶμα καὶ ἓν πνεῦμα, καθὼς καὶ ἐκλήθητε ἐν μιᾷ ἐλπίδι τῆς κλήσεως ὑμῶν· εἷς Κύριος, μία πίστις, ἓν βάπτισμα· εἷς Θεὸς Πατὴρ πάντων, ὁ ἐπὶ πάντων, καὶ διὰ πάντων, καὶ ἐν πᾶσιν. Ἑνὶ δὲ ἑκάστῳ ἡμῶν ἐδόθη ἡ χάρις κατὰ τὸ μέτρον τῆς δωρεᾶς τοῦ Χριστοῦ.

αʹ. Ἀγάπην ζητεῖ παρ' ἡμῶν ὁ Παῦλος οὐ τὴν τυχοῦσαν, ἀλλὰ τὴν συγκολλῶσαν ἡμᾶς καὶ ἀδιασπάστως ἔχειν πρὸς ἀλλήλους ποιοῦσαν, καὶ τοσαύτην ἕνωσιν καὶ οὕτως ἀκριβῆ παρεχομένην, ὡσανεὶ μέλη πρὸς μέλη. Αὕτη γάρ ἐστιν ἡ τὰ μεγάλα ἐργαζομένη καλά. Διὰ τοῦτό φησιν· Ἓν σῶμα, καὶ τῇ συμπαθείᾳ, καὶ τῷ μὴ βάλλεσθαι τοῖς ἑτέρων ἀγαθοῖς, καὶ τῷ συγχαίρειν. Καὶ πάντα ὁμοῦ διὰ τούτου δείξας, Καὶ ἓν πνεῦμα, καλῶς εἶπε, δεικνὺς ὅτι ἀπὸ τοῦ ἑνὸς σώματος ἓν πνεῦμα ἔσται, ἢ ὅτι ἔστι μὲν σῶμα εἶναι ἕν, οὐχ ἓν δὲ πνεῦμα· ὡς ἂν εἴ τις καὶ αἱρετικῶν φίλος εἴη· ἢ ἀπὸ τούτου πρὸς ὁμόνοιαν δυσωπεῖ, τοιοῦτό τι λέγων· Οἱ ἓν πνεῦμα λαβόντες, καὶ ἐκ μιᾶς ποτισθέντες πηγῆς, οὐκ ὀφείλετε διχονοεῖν· ἢ πνεῦμα ἐνταῦθα τὴν προθυμίαν φησίν. Εἶτα ἐπάγων, Καθὼς ἐκλήθητε, φησὶν, Ἐν μιᾷ ἐλπίδι τῆς κλήσεως ὑμῶν. Τουτέστιν, Ὁ Θεὸς ὑμᾶς ἐπὶ τοῖς αὐτοῖς ἐκάλεσεν· οὐδὲν ἑτέρῳ πλέον ἀπένειμε τοῦ ἑτέρου· πᾶσιν ἀθανασίαν, πᾶσι ζωὴν αἰώνιον, πᾶσι δόξαν ἀθάνατον, πᾶσιν ἀδελφότητα, πᾶσι κληρονομίαν ἐχαρίσατο. Κοινὴ πάντων ἐγένετο κεφαλή, πάντας συνήγειρε καὶ συνεκάθισεν. Οἱ τοίνυν ἐν τοῖς πνευματικοῖς τοσαύτην ἔχοντες ἰσοτιμίαν, πόθεν μέγα φρονεῖτε; ὅτι ὁ δεῖνα πλούσιος, καὶ ὁ δεῖνα ἰσχυρός; καὶ πῶς οὐκ ἂν εἴη τοῦτο γέλως; Εἰπὲ γάρ μοι, εἰ ὁ βασιλεύς ποτε λαβὼν ὀνόματα δέκα, πάντας ἁλουργίδα ἐνέδυσε, καὶ ἐπὶ τοῦ θρόνου ἐκάθισε τοῦ βασιλικοῦ, καὶ πᾶσιν ἔδωκε τὴν αὐτὴν τιμὴν, ἆρα ἂν τούτων ἐτόλμησέ τις ὀνειδίσαι τὸν ἕτερον, ὡς πλουσιώτερος ὢν, ἢ ὡς λαμπρότερος; Οὐδαμῶς. Καὶ οὔπω τὸ πᾶν εἴρηκα· οὐ γὰρ τοσοῦτον τὸ μέσον. Ἐν οὖν τοῖς οὐρανοῖς ἴσοι, καὶ κάτω διεστήκαμεν; Εἷς Κύριος, μία πίστις, ἓν βάπτισμα. Ἰδοὺ ἡ ἐλπὶς τῆς κλήσεως. Εἷς Θεὸς καὶ Πατὴρ πάντων, ὁ ἐπὶ πάντων, καὶ διὰ πάντων, καὶ ἐν πᾶσιν αὐτός. Μὴ γὰρ σοὶ μὲν ὁ μείζων, ἐκείνῳ δὲ ὁ ἐλάττων ἐπεκλήθη; μὴ γὰρ σὺ μὲν ἀπὸ πίστεως, ἐκεῖνος δὲ ἀπὸ ἔργων ἐσώθη; μὴ γὰρ σοὶ μὲν ἀφείθη διὰ τοῦ βαπτίσματος, ἐκείνῳ δὲ οὔ; Ἄπαγε· Εἷς Θεὸς καὶ Πατὴρ πάντων, ὁ ἐπὶ πάντων, καὶ διὰ πάντων, καὶ ἐν πᾶσιν ὑμῖν. —Ὁ ἐπὶ πάντων, τουτέστιν, ὁ ἐπάνω πάντων· Καὶ διὰ πάντων, τουτέστι, προνοῶν, διοικῶν· Καὶ ἐν πᾶσιν ὑμῖν, τουτέστιν, ὁ ἐν πᾶσιν οἰκῶν. Καίτοι τοῦ Υἱοῦ, τοῦτο εἶναί φησιν· ὥστε εἰ ἐλαττώσεως ἦν, οὐκ ἂν περὶ τοῦ Πατρὸς ἐῤῥήθη. Ἑνὶ δὲ ἑκάστῳ ἡμῶν ἐδόθη ἡ χάρις. Τί οὖν, φησὶ, καὶ πόθεν τὰ χαρίσματα διάφορα; Τοῦτο γὰρ ἀεὶ καὶ αὐτοὺς καὶ Κορινθίους καὶ πολλοὺς ἑτέρους, τοὺς μὲν εἰς ἀπόνοιαν, τοὺς δὲ εἰς ἀθυμίαν καὶ φθόνον ἀνῆγε. Διὰ τοῦτο πανταχοῦ τὸ τοῦ σώματος ὑπόδειγμα παραλαμβάνει· διὰ τοῦτο καὶ νῦν τοῦτο τέθεικεν, ἐπειδὴ ἔμελλε διαφόρων χαρισμάτων μνημονεύειν. Ἀκριβέστερον μὲν οὖν αὐτὸ ἐν τῇ πρὸς Κορινθίους Ἐπιστολῇ ἐπεξέρχεται, ἐπειδὴ καὶ ἐκεῖ μάλιστα τὸ νόσημα τοῦτο ἐτυράννει· νῦν δὲ ἐνταῦθα μόνον ᾐνίξατο· καὶ ὅρα τί φησιν. Οὐκ εἶπε, Κατὰ τὴν ἑκάστου πίστιν, ἵνα μὴ εἰς ἀθυμίαν ἐμβάλῃ ἐκείνους, τοὺς μεγάλων μὴ τετυχηκότας· ἀλλὰ τί; Κατὰ τὸ μέτρον τῆς δωρεᾶς τοῦ Χριστοῦ. Τὰ πάντων κεφαλαιωδέστερα, φησί, κοινὰ πάντων ἐστί, τὸ βάπτισμα, τὸ διὰ πίστεως σωθῆναι, τὸ τὸν Θεὸν ἔχειν Πατέρα, τὸ τοῦ αὐτοῦ Πνεύματος ἅπαντας μετέχειν. Εἰ δέ τι πλέον ὁ δεῖνα ἔχει ἐν τῷ χαρίσματι, μὴ ἄλγει, ἐπεὶ καὶ ὁ πόνος αὐτῷ πλείων ἐστί· καὶ ὁ τὰ πέντε τάλαντα λαβών, πέντε ἀπῃτεῖτο· ὁ δὲ τὰ δύο, δύο μόνον προσήνεγκε, καὶ οὐδὲν ἔλαττον ἔσχεν ἐκείνου. Διὰ τοῦτο καὶ ἐνταῦθα ἀπὸ τῆς αὐτῆς αἰτίας παραμυθεῖται τὸν ἀκούοντα. Πρὸς καταρτισμὸν τῶν ἁγίων, φησὶν, εἰς ἔργον διακονίας, εἰς οἰκοδομὴν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ. Διὰ τοῦτο καὶ αὐτὸς ἔλεγεν· Οὐαί μοι, ἐὰν μὴ εὐαγγελίζωμαι. Οἷον, ἀποστολῆς ἔλαβέ τις χάρισμα. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο αὐτῷ οὐαὶ, ἐπειδὴ ἔλαβε· σὺ δὲ τοῦ κινδύνου ἀπήλλαξαι. Κατὰ τὸ μέτρον. Τί ἐστι, Κατὰ τὸ μέτρον; Τουτέστιν, οὐ πρὸς τὴν ἡμετέραν ἀξίαν· ἐπεὶ οὐδ' ἂν ἔλαβεν οὐδεὶς ἃ ἔλαβεν· ἀλλὰ πάντες ἀπὸ τῆς δωρεᾶς ἐλάβομεν.
βʹ. Καὶ διὰ τί ὁ μὲν πλέον, ὁ δὲ ἔλαττον; Οὐδὲν τοῦτο ποιεῖ, φησὶν, ἀλλ' ἀδιάφορον τὸ πρᾶγμά ἐστιν· ἕκαστος γὰρ πρὸς τὴν οἰκοδομὴν συντελεῖ. Καὶ διὰ τούτου δείκνυσιν, ὅτι οὐκ ἀπὸ τῆς οἰκείας ἀξίας ὁ μὲν πλέον, ὁ δὲ ἔλαττον ἔλαβεν, ἀλλὰ δι' ἑτέρους, ὡς αὐτὸς ἐμέτρησεν· ἐπεὶ καὶ ἀλλαχοῦ λέγει· Τὰ δὲ μέλη ἔθετο ἓν ἕκαστον αὐτῶν, καθὼς αὐτὸς ἠθέλησε. Καὶ οὐ λέγει τὸν λόγον, ἵνα μὴ καταβάλῃ τὰ φρονήματα τῶν ἀκουόντων. Διὸ λέγει· Ἀναβὰς εἰς ὕψος ᾐχμαλώτευσεν αἰχμαλωσίαν, καὶ ἔδωκε δόματα τοῖς ἀνθρώποις. Ὡσεὶ ἔλεγε· Τί μέγα φρονεῖς; τοῦ Θεοῦ τὸ πᾶν γέγονεν. Ὁ μὲν Προφήτης φησὶν ἐν τῷ ψαλμῷ· Ἔλαβες δόματα ἐν ἀνθρώποις· αὐτὸς δέ φησιν· Ἔδωκε δόματα ἐν ἀνθρώποις. Τοῦτο ταυτόν ἐστιν ἐκείνῳ. Τοιοῦτόν ἐστι καὶ, Τὸ δὲ ἀνέβη τί ἐστιν, εἰ μὴ ὅτι καὶ κατέβη πρῶτον εἰς τὰ κατώτερα μέρη τῆς γῆς; Ὁ καταβὰς, αὐτός ἐστι καὶ ὁ ἀναβὰς ὑπεράνω πάντων τῶν οὐρανῶν, ἵνα πληρώσῃ τὰ πάντα. Ταῦτα ἀκούων, μὴ μετάβασιν νόμιζε. Ὅπερ γὰρ ἐν τῇ πρὸς Φιλιππησίους Ἐπιστολῇ κατασκευάζει, τοῦτο καὶ ἐνταῦθα. Καθάπερ ἐκεῖ περὶ ταπεινοφροσύνης παραινῶν παράγει τὸν Χριστὸν, οὕτω δὴ καὶ ἐνταῦθα, λέγων· Εἰς τὰ κατώτερα μέρη κατέβη τῆς γῆς. Εἰ γὰρ μὴ τοῦτο ἦν, περιττὸς οὗτος ὁ λόγος ὅνπερ λέγει· Ὑπήκοος γενόμενος μέχρι θανάτου. Ἀπὸ δὲ τοῦ ἀναβῆναι τὴν κατάβασιν αἰνίττεται. Τὰ δὲ κάτω μέρη τῆς γῆς, τὸν θάνατόν φησιν, ἀπὸ τῆς τῶν ἀνθρώπων ὑπονοίας, καθάπερ καὶ ὁ Ἰακὼβ ἔλεγε· Κατάξετε τὸ γῆράς μου μετ' ὀδύνης εἰς ᾅδου· καὶ πάλιν ἐν τῷ ψαλμῷ, Ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον· τουτέστι, τοῖς ἀποθανοῦσι. Διὰ τί τοῦτο τὸ χωρίον ἐπεξεργάζεται ἐνταῦθα; καὶ ποίαν αἰχμαλωσίαν φησί; Τὴν τοῦ διαβόλου· αἰχμάλωτον γὰρ τὸν τύραννον ἔλαβε, τὸν διάβολον λέγω, καὶ τὸν θάνατον, καὶ τὴν ἀρὰν καὶ τὴν ἁμαρτίαν. Ὁρᾷς σκῦλα καὶ λάφυρα; Τὸ δὲ ἀνέβη τί ἐστι, εἰ μὴ ὅτι καὶ κατέβη; Τοῦτο πρὸς τοὺς Παύλου τοῦ Σαμοσατέως. Ὁ καταβάς, αὐτός ἐστι καὶ ὁ ἀναβὰς ὑπεράνω τῶν οὐρανῶν, ἵνα πληρώσῃ τὰ πάντα. Εἰς τὰ κατώτερα, φησί, μέρη κατέβη τῆς γῆς, μεθ' ἃ οὐκ ἔστιν ἕτερα· καὶ ἀνέβη ὑπεράνω πάντων, μεθ' ὃ οὐκ ἔστιν ἕτερόν τι. Τοῦτό ἐστι τῆς ἐνεργείας αὐτοῦ καὶ τῆς δεσποτείας· καὶ γὰρ καὶ πάλαι πάντα πεπλήρωτο. Καὶ αὐτὸς ἔδωκε τοὺς μὲν ἀποστόλους, τοὺς δὲ προφήτας, τοὺς δὲ εὐαγγελιστὰς, τοὺς δὲ ποιμένας καὶ διδασκάλους, πρὸς τὸν καταρτισμὸν τῶν ἁγίων, εἰς ἔργον διακονίας, εἰς οἰκοδομὴν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ. Ὅπερ λέγει ἀλλαχοῦ, Διὸ καὶ ὁ Θεὸς αὐτὸν ὑπερύψωσε, τοῦτο καὶ ἐνταῦθα λέγει· Ὁ καταβὰς, αὐτός ἐστι καὶ ὁ ἀναβάς. Οὐδὲν αὐτὸν ἔβλαψε τὸ εἰς τὰ κατώτερα μέρη τῆς γῆς κατελθεῖν, οὐδὲ ἐνεπόδισε πρὸς τὸ ἀνωτέρω γενέσθαι τῶν οὐρανῶν. Ὥστε ὅσῳ ἄν τις ταπεινωθῇ, τοσούτῳ μᾶλλον ὑψοῦται. Καθάπερ γὰρ ἐπὶ τοῦ ὕδατος ὅσῳ ἄν τις τοῦτο εἰς τὸ κάτω κατενέγκῃ, τοσούτῳ μᾶλλον αὐτὸ πρὸς ὕψος ἀνάγει, καὶ ὅσῳ ἄν τις ἐκ διαστήματος ἀκοντίσῃ, τοσούτῳ ἐπιτυγχάνει· οὕτω ἐπὶ τῆς ταπεινοφροσύνης. Ἀλλ' ὅταν περὶ Θεοῦ λέγωμεν τὰς ἀναβάσεις, ἀνάγκη πρῶτον κατάβασιν ἐννοεῖν· ὅταν δὲ περὶ ἀνθρώπου, οὐκέτι. Εἶτα καὶ τὴν πρόνοιαν αὐτοῦ δείκνυσι καὶ τὴν σοφίαν, καί φησιν· Ὁ τοιαῦτα ἐργασάμενος, καὶ τοσαῦτα ἰσχύσας, καὶ μέχρι τῶν κατωτέρων μερῶν μὴ παραιτησάμενος κατελθεῖν δι' ἡμᾶς, οὐκ ἂν ἁπλῶς τὰς διανομὰς τῶν χαρισμάτων ἐποίησεν. Ἀλλαχοῦ δέ φησιν ὅτι τὸ Πνεῦμα τοῦτο εἰργάσατο, οὕτω λέγων· Ἐν ᾧ ἔθετο ὑμᾶς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐπισκόπους ποιμαίνειν τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Κυρίου. Καὶ ἐνταῦθα μέν φησιν, ὅτι ὁ Υἱὸς, ἀλλαχοῦ δὲ, ὅτι ὁ Θεός· καὶ πάλιν, Αὐτὸς ἔδωκε τῇ Ἐκκλησίᾳ τοὺς μὲν ἀποστόλους, τοὺς δὲ προφήτας. Ἐν δὲ τῇ πρὸς Κορινθίους φησίν· Ἐγὼ ἐφύτευσα, Ἀπολλὼς ἐπότισεν ἀλλ' ὁ Θεὸς ηὔξανε· καὶ πάλιν, Ὁ φυτεύων δὲ καὶ ὁ ποτίζων, ἕν εἰσιν· ἕκαστος δὲ τὸν ἴδιον μισθὸν λήψεται κατὰ τὸν ἴδιον κόπον. Οὕτω καὶ ἐνταῦθα. Τί γὰρ, εἰ ἔλαττον εἰσφέρεις; τοσοῦτον ἔλαβες. Πρῶτον ἀποστόλους· πάντα γὰρ εἶχον οὗτοι. Δεύτερον προφήτας· ἦσαν γάρ τινες, οἳ ἀπόστολοι μὲν οὐκ ἦσαν, προφῆται δὲ, ὥσπερ Ἄγαβος. Τρίτον εὐαγγελιστάς· οἱ μὴ περιιόντες πανταχοῦ, ἀλλ' εὐαγγελιζόμενοι μόνον, ὡς Πρίσκιλλα καὶ Ἀκύλας. Ποιμένας καὶ διδασκάλους, τοὺς ὁλόκληρον ἐμπεπιστευμένους ἔθνος. Τί οὖν; οἱ ποιμένες καὶ οἱ διδάσκαλοι ἐλάττους; Καὶ πάνυ, τῶν περιιόντων καὶ εὐαγγελιζομένων οἱ καθήμενοι καὶ περὶ ἕνα τόπον ἠσχολημένοι, οἷον Τιμόθεος, Τίτος. Ἄλλως δέ, οὐ δυνατὸν ἐντεῦθεν ποιήσασθαι τὴν ὑποταγὴν καὶ τὴν προτίμησιν, ἀλλ' ἀπὸ ἑτέρας Ἐπιστολῆς. Αὐτὸς ἔδωκε, φησί· μηδὲν ἀντείπῃς. Ἢ εὐαγγελιστάς φησι, τοὺς τὸ Εὐαγγέλιον γράψαντας. Πρὸς καταρτισμὸν τῶν ἁγίων, εἰς ἔργον διακονίας, εἰς οἰκοδομὴν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ.
γʹ. Ὁρᾷς τὸ ἀξίωμα; Ἕκαστος οἰκοδομεῖ, ἕκαστος καταρτίζει, ἕκαστος διακονεῖ. Μέχρις οὗ καταντήσομεν, φησὶν, οἱ πάντες εἰς τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως, καὶ τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ. Ἡλικίαν ἐνταῦθά φησι τὴν τελείαν ἐπίγνωσιν. Καθάπερ γὰρ ὁ ἀνὴρ ἕστηκε βεβαίως, οἱ δὲ παῖδες τὰς φρένας περιφέρονται, οὕτω καὶ ἐπὶ τῶν πιστῶν. Εἰς τὴν ἑνότητα, φησί, τῆς πίστεως. Τουτέστιν, ἕως ἂν δειχθῶμεν πάντες μίαν πίστιν ἔχοντες. Τοῦτο γάρ ἐστιν ἑνότης πίστεως, ὅταν πάντες ἓν ὦμεν, ὅταν πάντες ὁμοίως τὸν σύνδεσμον ἐπιγινώσκωμεν. Μέχρι τότε ἐργάζεσθαι χρὴ, εἰ διὰ τοῦτο χάρισμα ἔλαβες, ἵνα ἄλλους οἰκοδομῇς. Βλέπε μὴ σαυτὸν καταστρέψῃς, ἑτέρῳ φθονῶν. Ἐτίμησέ σε ὁ Θεὸς, καὶ ἔταξεν, ὥστε καταρτίζειν ἕτερον. Καὶ γὰρ καὶ ὁ ἀπόστολος πρὸς τούτῳ ἦν, καὶ ὁ προφήτης πρὸς τούτῳ ἦν προφητεύων καὶ πείθων, καὶ ὁ εὐαγγελιστὴς εὐαγγελιζόμενος, καὶ ὁ ποιμὴν καὶ ὁ διδάσκαλος· πάντες ἓν ἔργον ἦσαν ἀναδεδεγμένοι. Μὴ γάρ μοι τὴν διαφορὰν τῶν χαρισμάτων εἴπῃς· πάντες ἓν ἔργον εἶχον. Ὅταν δὲ πάντες ὁμοίως πιστεύωμεν, τότε ἑνότης ἐστίν. Ὅτι γὰρ τοῦτο λέγει ἄνδρα τέλειον, δῆλον. Καὶ μὴν ἀλλαχοῦ νηπίους ἡμᾶς φησι, καὶ, ὅταν τέλειοι ὦμεν, ἀλλὰ πρὸς ἕτερον ὁρῶν. Ἐκεῖ μὲν γὰρ πρὸς τὴν μέλλουσαν γνῶσιν νηπίους ἐκάλεσεν· εἰπὼν γάρ, Ἐκ μέρους γινώσκομεν, ἐπήγαγε καὶ τὸ, Δι' αἰνιγμάτων, καὶ ὅσα τοιαῦτα· ἐνταῦθα δὲ πρὸς ἕτερον εἶπε, πρὸς τὸ εὐμετάπτωτον· ὥσπερ καὶ ἀλλαχοῦ φησι· Τελείων δὲ ἡ στερεὰ τροφή. Ὁρᾷς κἀκεῖ τελείους πῶς φησιν; Ὅρα καὶ πῶς ἐκάλεσε τελείους ἐνταῦθα διὰ τῶν ἐπαγομένων, εἰπών· Ἵνα μηκέτι ὦμεν νήπιοι. Αὐτό φησι τὸ μέτρον τὸ ὀλίγον ὅπερ ἐλάβομεν, ἵνα κατέχωμεν μετὰ πάσης σπουδῆς, μετὰ στεῤῥότητος καὶ βεβαιώσεως. Ἵνα μηκέτι. Τό, Μηκέτι, δείκνυσι πάλαι τοῦτο παθόντας, καὶ τίθησι καὶ ἑαυτὸν ἐν τάξει διορθώσεως, καὶ διορθοῦται. Διὰ τοῦτό φησι· Τέκτονες τοσοῦτοι γεγόνασιν, ἵνα ἡ οἰκοδομὴ μὴ σαλεύηται, ἵνα μὴ περιφέρηται, ἵνα πεπηγότες ὦσιν οἱ λίθοι. Ἐκείνων γὰρ τοῦτό ἐστι τὸ κλυδωνίζεσθαι, τὸ περιφέρεσθαι καὶ σαλεύεσθαι. Ἵνα μηκέτι ὦμεν, φησὶ, νήπιοι, κλυδωνιζόμενοι, καὶ περιφερόμενοι παντὶ ἀνέμῳ τῆς διδασκαλίας, ἐν τῇ κυβείᾳ τῶν ἀνθρώπων, ἐν πανουργίᾳ πρὸς τὴν μεθοδείαν τῆς πλάνης. —Καὶ περιφερόμενοι, φησὶ, παντὶ ἀνέμῳ. Ἐπεξῆλθε τῇ τροπῇ, δεικνὺς τὰς δισταζούσας ψυχὰς ἐν οἵῳ κινδύνῳ εἰσί. Παντὶ ἀνέμῳ, φησὶν, ἐν τῇ κυβείᾳ τῶν ἀνθρώπων, ἐν πανουργίᾳ πρὸς τὴν μεθοδείαν τῆς πλάνης. Κυβευταὶ λέγονται οἱ τοῖς πεττοῖς κεχρημένοι. Τοιοῦτοί εἰσιν οἱ πανοῦργοι, ἐπειδὰν ἀφελεστέρους τινὰς λάβωσι· καὶ γὰρ ἐκεῖνοι μετατιθέασι καὶ μεταφέρουσιν ἅπαντα. Ἐνταῦθα καὶ βίου ἥψατο. Ἀληθεύοντες δὲ, φησὶν, ἐν ἀγάπῃ, αὐξήσωμεν εἰς αὐτὸν τὰ πάντα, ὅς ἐστιν ἡ κεφαλὴ ὁ Χριστός, ἐξ οὗ πᾶν τὸ σῶμα, ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ, φησὶ, συναρμολογούμενον καὶ συμβιβαζόμενον διὰ πάσης ἁφῆς τῆς ἐπιχορηγίας, κατ' ἐνέργειαν ἐν μέτρῳ ἑνὸς ἑκάστου μέλους, τὴν αὔξησιν τοῦ σώματος ποιεῖται εἰς οἰκοδομὴν ἑαυτοῦ ἐν ἀγάπῃ. Σφόδρα ἀσαφῶς ἡρμήνευσε, τῷ πάντα ὁμοῦ θελῆσαι εἰπεῖν. Ὃ δέ φησι, τοῦτό ἐστι· Καθάπερ τὸ πνεῦμα τὸ ἀπὸ τοῦ ἐγκεφάλου καταβαῖνον, τὸ διὰ τῶν νεύρων [τὸ] αἰσθητικὸν οὐχ ἁπλῶς δίδωσι πᾶσιν, ἀλλὰ κατὰ ἀναλογίαν ἑκάστου μέλους, τῷ μὲν δυναμένῳ πλέον δέξασθαι, πλέον, τῷ δὲ ἐλάττω, ἔλαττον (τοῦτο γάρ ἐστιν ἡ ῥίζα, τὸ πνεῦμα)· οὕτω καὶ ὁ Χριστός· καθάπερ γὰρ μελῶν τῶν ψυχῶν εἰς αὐτὸν ἀνηρτημένων, ἡ πρόνοια αὐτοῦ καὶ ἡ χορηγία τῶν χαρισμάτων κατὰ ἀναλογίαν ἐν μέτρῳ τὴν ἑνὸς ἑκάστου μέλους αὔξησιν ποιεῖται. Τί δέ ἐστι, Διὰ τῆς ἁφῆς τῆς ἐπιχορηγίας; Τουτέστι, διὰ τῆς αἰσθήσεως. Τὸ γὰρ πνεῦμα ἐκεῖνο τὸ ἐπιχορηγούμενον τοῖς μέλεσιν ἀπὸ τῆς κεφαλῆς, ἑκάστου μέλους ἁπτόμενον οὕτως ἐνεργεῖ. Ὡς ἄν τις εἴποι· Τὸ σῶμα ἀντιλαμβανόμενον τῆς ἐπιχορηγίας, κατὰ ἀναλογίαν τῶν ἐν αὐτῷ μελῶν, οὕτω ποιεῖται τὴν αὔξησιν· ἢ ἑτέρως· Τὰ μέλη κατὰ τὴν ἀναλογίαν τοῦ οἰκείου μέτρου δεχόμενα τὴν ἐπιχορηγίαν, οὕτως αὔξεται ἢ καὶ ἑτέρως· Τὸ πνεῦμα ἄνωθεν ἐπιῤῥεόμενον ἀφθόνως, καὶ πάντων ἁπτόμενον τῶν μελῶν, καὶ χορηγούμενον, ὡς ἕκαστον δύναται δέξασθαι, οὕτως αὔξεται. Τίνος δὲ ἕνεκεν προσέθηκεν, Ἐν ἀγάπῃ; Οὐ γὰρ ἄλλως ἔνι κατελθεῖν ἐκεῖνο τὸ πνεῦμα. Καθάπερ γὰρ, εἰ τύχοι χεὶρ ἀποσπασθεῖσα τοῦ σώματος, τὸ πνεῦμα τὸ ἀπὸ τοῦ ἐγκεφάλου τὴν συνέχειαν ζητοῦν, καὶ μὴ εὑρὸν, οὐκ ἐξάλλεται τοῦ σώματος, καὶ διατρῆσαν πρὸς τὴν χεῖρα ἐξέρχεται, ἀλλ' ἂν μὴ εὕρῃ κείμενον, οὐχ ἅπτεται· οὕτω καὶ ἐνταῦθα, ἐὰν μὴ ὦμεν τῇ ἀγάπῃ συνδεδεμένοι.
δʹ. Ταῦτα δὴ πάντα πρὸς ταπεινοφροσύνην αὐτῷ εἴρηται. Τί γὰρ, φησὶν, εἰ πλέον λαμβάνει ὁ δεῖνα; τὸ αὐτὸ πνεῦμα ἔλαβεν, ἀπὸ τῆς αὐτῆς κεφαλῆς ἐκπεμπόμενον, ὁμοίως ἐνεργοῦν, ὁμοίως ἁπτόμενον, Συναρμολογούμενον καὶ συμβιβαζόμενον, τουτέστι, πολλῆς ἀπολαῦον τῆς ἐπιμελείας. Οὐ γὰρ ἁπλῶς, ἀλλὰ σφόδρα τεχνικῶς δεῖ κεῖσθαι τὸ σῶμα· ὡς, ἐὰν τὸν τόπον ἐκβῇ, οὐκέτι κεῖται. Ὥστε οὐχ ἡνῶσθαι τῷ σώματι δεῖ μόνον, ἀλλὰ καὶ τὸν οἰκεῖον τόπον ἐπέχειν, ὡς ἐὰν ὑπερβῇς, οὐχ ἥνωσαι, οὐδὲ δέχῃ τὸ πνεῦμα. Ἢ οὐχ ὁρᾷς ἐν ταῖς τῶν ὀστῶν μεταθέσεσι ταῖς κατά τινα περίστασιν συμβαινούσαις, ὅταν τὸν οἰκεῖον τόπον ὑπερβὰν, τὸν ἑτέρου κατέχῃ, πῶς τῷ παντὶ σώματι λυμαίνεται, καὶ θάνατον πολλάκις εἰργάσατο, ἔστι δὲ ὅπου καὶ ἀνάξιον εὑρέθη λοιπὸν τοῦ κατέχεσθαι; πολλοὶ γὰρ πολλάκις αὐτὸ ἐκκόψαντες, διάκενον τὸν τόπον ἐποίησαν. Πανταχοῦ γὰρ ἡ πλεονεξία κακόν. Καὶ ἐπὶ τῶν στοιχείων δὲ, ὅταν τὴν οἰκείαν ἀφέντα συμμετρίαν πλεονάσῃ, τὸ πᾶν λυμαίνεται. Τοῦτό ἐστι τὸ Συναρμολογούμενον, καὶ συμβιβαζόμενον. Ὥστε ἕκαστον ἐπὶ τῆς οἰκείας μένειν χώρας, καὶ μὴ τῆς ἑτέρας καὶ μηδὲν αὐτῷ προσηκούσης ἐπιβαίνειν, ἐννόησον ὅσον ἐστί. Σὺ τὰ μέλη συντιθεῖς, ἐκεῖνος ἄνωθεν ἐπιχορηγεῖ. Καθάπερ γὰρ ἐπὶ τοῦ σώματός ἐστιν ὄργανα τοιαῦτα δεκτικὰ, οὕτως ἐστὶ καὶ ἐπὶ τοῦ πνεύματος, τῆς ῥίζης ἄνωθεν οὔσης πάσης· οἷον ἡ καρδία, τοῦ πνεύματος· τὸ ἧπαρ, τοῦ αἵματος· ὁ σπλὴν, τῆς χολῆς καὶ ἄλλα ἄλλου· πάντα δὲ ταῦτα ἀπὸ τοῦ ἐγκεφάλου τὴν αἰτίαν ἔχει· οὕτω καὶ ὁ Θεὸς ἐποίησε, τὸν ἄνθρωπον σφόδρα τιμῶν, καὶ οὐ βουλόμενος αὐτοῦ ἀπέχειν, τὴν μὲν αἰτίαν αὐτὸς ἀναρτησάμενος, συνεργοὺς δὲ ἑαυτῷ καταστήσας· καὶ τὸν μὲν ἔθηκεν εἰς τοῦτο, τὸν δὲ εἰς ἐκεῖνο. Οἷον ἀπόστολος ἀγγεῖον τοῦ σώματός ἐστι τὸ καιριώτερον, δεχόμενος παρ' αὐτοῦ τὰ πάντα. Ὥστε ὥσπερ διὰ φλεβῶν καὶ ἀρτηριῶν, τοῦ λόγου λέγω, εἰς πάντας διατρέχειν ποιεῖ τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον. Ὁ προφήτης προλέγει τὰ μέλλοντα, καὶ αὐτὸς τὰ αὐτὰ κατασκευάζει· καὶ ἐκεῖνος μὲν συντίθησι τὰ ὀστᾶ· αὐτὸς δὲ αὐτοῖς ζωὴν χορηγεῖ, Πρὸς καταρτισμὸν τῶν ἁγίων, εἰς ἔργον διακονίας. Ἡ ἀγάπη ἀνοικοδομεῖ, καὶ τὸ συγκολλᾶσθαι ἀλλήλοις καὶ συμπήγνυσθαι καὶ ἁρμόζεσθαι, τοῦτο ποιεῖ. Εἰ τοίνυν βουλόμεθα τοῦ πνεύματος ἀπολαύειν τοῦ ἀπὸ τῆς κεφαλῆς, ἀλλήλων ἐχώμεθα. Δύο γάρ εἰσι διαιρέσεις ἀπὸ τοῦ σώματος τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ· μία μὲν, ὅταν ψύξωμεν τὴν ἀγάπην, δευτέρα δὲ, ὅταν ἀνάξια τοῦ τελεῖν εἰς ἐκεῖνο τὸ σῶμα τολμήσωμεν· ἑκατέρως γὰρ χωρίζομεν ἑαυτοὺς τοῦ πληρώματος. Εἰ δὲ καὶ ἄλλους εἰς τὸ οἰκοδομεῖν τετάγμεθα, οἱ μὴ οἰκοδομοῦντες, ἀλλὰ καὶ πρότερον σχίζοντες, τί οὐκ ἂν πάθοιεν; Οὐδὲν οὕτως Ἐκκλησίαν δυνήσεται διαιρεῖν, ὡς φιλαρχία· οὐδὲν οὕτω παροξύνει τὸν Θεὸν, ὡς τὸ Ἐκκλησίαν διαιρεθῆναι. Κἂν μυρία ὦμεν ἐργασάμενοι καλὰ, τῶν τὸ σῶμα αὐτοῦ διατεμόντων οὐκ ἐλάττονα δώσομεν δίκην, οἱ τὸ πλήρωμα κατατέμνοντες τὸ ἐκκλησιαστικόν. Ἐκεῖνο μὲν γὰρ ἐπὶ κέρδει τῆς οἰκουμένης ἐγένετο, εἰ καὶ μὴ ἀπὸ διανοίας τοιαύτης· τοῦτο δὲ οὐδὲν οὐδαμοῦ τὸ χρήσιμον ἔχει, ἀλλὰ πολλὴ ἡ βλάβη. Ταῦτά μοι οὐχὶ πρὸς τοὺς ἄρχοντας εἴρηται μόνον, ἀλλὰ καὶ πρὸς τοὺς ἀρχομένους. Ἀνὴρ δέ τις ἅγιος εἶπέ τι δοκοῦν εἶναι τολμηρὸν, πλὴν ἀλλ' ὅμως ἐφθέγξατο. Τί δὴ τοῦτό ἐστιν; Οὐδὲ μαρτυρίου αἷμα ταύτην δύνασθαι ἐξαλείφειν τὴν ἁμαρτίαν ἔφησεν. Εἰπὲ γάρ μοι, τίνος ἕνεκεν μαρτυρεῖς; οὐ διὰ τὴν δόξαν τοῦ Χριστοῦ; Ὁ τοίνυν τὴν ψυχὴν προέμενος ὑπὲρ τοῦ Χριστοῦ, πῶς τὴν Ἐκκλησίαν πορθεῖς, ὑπὲρ ἧς τὴν ψυχὴν προήκατο ὁ Χριστός; Ἄκουε τοῦ Παύλου λέγοντος, ὅτι Οὐκ εἰμὶ ἄξιος καλεῖσθαι ἀπόστολος, ὅτι ἐδίωξα τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ, καὶ ἐπόρθουν αὐτήν. Οὐκ ἔστιν αὕτη ἐλάττων ἡ βλάβη τῆς παρὰ ἐχθρῶν, ἀλλὰ πολὺ μείζων. Ἐκείνη μὲν γὰρ καὶ λαμπροτέραν αὐτὴν ἐργάζεται, αὕτη δὲ αὐτὴν καὶ παρὰ τοῖς ἐχθροῖς καταισχύνει, ὅταν ὑπὸ τῶν ἰδίων τέκνων πολεμῆται. Μέγα γὰρ δεῖγμα ἀπάτης εἶναι δοκεῖ παρ' αὐτοῖς τὸ τοὺς γεννηθέντας ἐν αὐτῇ καὶ τραφέντας, καὶ τὰ ἀπόῤῥητα αὐτῆς μεμαθηκότας ἀκριβῶς, τούτους μεταβαλλομένους ἐξαίφνης τὰ τῶν ἐχθρῶν αὐτὴν διατίθεσθαι.
εʹ. Ταῦτά μοι εἰρήσθω πρὸς τοὺς ἀδιαφόρως διδόντας ἑαυτοὺς τοῖς σχίζουσι τὴν Ἐκκλησίαν. Εἰ μὲν γὰρ καὶ δόγματα ἔχουσιν ἐναντία, καὶ διὰ τοῦτο οὐ προσῆκεν ἐκείνοις ἀναμίγνυσθαι· εἰ δὲ τὰ αὐτὰ φρονοῦσι, πολλῷ μᾶλλον. Τί δήποτε; Ὅτι φιλαρχίας ἐστὶν ἡ νόσος. Οὐκ ἴστε τί πεπόνθασιν οἱ περὶ Κορὲ καὶ Δαθὰν καὶ Ἀβειρών; ἆρα αὐτοὶ μόνοι, οὐχὶ δὲ καὶ οἱ μετ' αὐτῶν; Τί λέγεις; ἡ αὐτὴ πίστις ἐστὶν, ὀρθόδοξοί εἰσι κἀκεῖνοι. Τίνος οὖν ἕνεκεν οὐκ εἰσὶ μεθ' ἡμῶν· Εἷς Κύριος, μία πίστις, ἓν βάπτισμα. Εἰ τὰ ἐκείνων καλῶς γίνεται, τὰ ἡμέτερα κακῶς· εἰ δὲ τὰ ἡμέτερα καλῶς, τὰ ἐκείνων κακῶς. Νήπιοι, φησὶ, κλυδωνιζόμενοι καὶ περιφερόμενοι παντὶ ἀνέμῳ. Ἀρκεῖν τοῦτο ἡγεῖσθε, εἰπέ μοι, τὸ λέγειν, ὅτι ὀρθόδοξοί εἰσι, τὰ τῆς χειροτονίας δὲ οἴχεται καὶ ἀπόλωλε; Καὶ τί τὸ ὄφελος τῶν ἄλλων, ταύτης οὐκ ἠκριβωμένης; Ὥσπερ γὰρ ὑπὲρ τῆς πίστεως, οὕτω καὶ ὑπὲρ ταύτης μάχεσθαι χρή. Ἐπεὶ, εἰ παντὶ ἔξεστι πληροῦν τὰς χεῖρας αὐτοῦ, κατὰ τοὺς παλαιοὺς, καὶ ἱερεῖς γίνεσθαι, παρίτωσαν πάντες, εἰκῆ τὸ θυσιαστήριον ᾠκοδόμηται τοῦτο, εἰκῆ τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, εἰκῆ τῶν ἱερέων ὁ ἀριθμός· ἀνέλωμεν αὐτὰ καὶ διαφθείρωμεν. Μὴ γένοιτο, φησίν. Ὑμεῖς αὐτὰ ποιεῖτε, καί φατε, Μὴ γένοιτο; πῶς λέγεις, Μὴ γένοιτο, γενομένων αὐτῶν; Ἐγὼ λέγω καὶ μαρτύρομαι, οὐ τὸ ἐμαυτοῦ σκοπῶν, ἀλλὰ τὴν ὑμετέραν σωτηρίαν· εἰ δέ τις ἀδιαφοροίη, αὐτὸς ἂν εἰδείη· εἰ δέ τινι τούτων οὐ μέλει, ἀλλ' ἡμῖν μέλει· Ἐγὼ ἐφύτευσα, φησίν, Ἀπολλὼς ἐπότισεν, ἀλλ' ὁ Θεὸς ηὔξανε. Πῶς οἴσομεν τὸν παρὰ τῶν Ἑλλήνων γέλωτα; Εἰ γὰρ ὑπὲρ τῶν αἱρέσεων ἐγκαλοῦσιν ἡμῖν, ὑπὲρ τούτων τί οὐκ ἐροῦσιν; Εἰ τὰ αὐτὰ δόγματα, εἰ τὰ αὐτὰ μυστήρια, τίνος ἕνεκεν ἕτερος ἄρχων ἑτέρᾳ Ἐκκλησίᾳ ἐπιπηδᾷ; Ὁρᾶτε, φησὶν, ὅτι πάντα κενοδοξίας πεπλήρωται τὰ Χριστιανῶν, καὶ φιλαρχία παρ' αὐτοῖς καὶ ἀπάτη, γύμνωσον αὐτοὺς τοῦ πλήθους, φησὶ, τὴν νόσον ἔκκοψον, τοῦ ὄχλου τὴν διαφθορὰν, καὶ οὐδέν εἰσι. Βούλεσθε εἴπω ἃ περὶ τῆς πόλεως λέγουσι τῆς ἡμετέρας; πῶς ἡμᾶς εἰς εὐκολίαν διαβάλλουσιν; Ἔξεστι, φησὶ, παντὶ τῷ βουλομένῳ εὑρεῖν τοὺς πειθομένους, καὶ οὐκ ἄν ποτε ἀπορήσειε τούτων. Ὢ τοῦ γέλωτος! ταῦτα πόσης αἰσχύνης; Ἀλλὰ καὶ ἕτερος γέλως, ἑτέρα αἰσχύνη· Ἄν τινες ἁλόντες παρ' ἡμῖν ἐπὶ τοῖς αἰσχίστοις, μέλλωσιν ἐπιτιμίου τυγχάνειν τινός, πολὺς ὁ τρόμος, πολὺς ὁ φόβος πάντοθεν· Μὴ ἀποπηδήσῃ, φησὶ, μὴ μετ' ἐκείνων στῇ. Ἀποπηδήσῃ μὲν γὰρ μυριάκις ὁ τοιοῦτος, καὶ ἔστω μετ' ἐκείνων, οὐχὶ τῶν ἡμαρτηκότων λέγω· ἀλλ' εἴ τις ἀναμάρτητος ὢν τυγχάνοι, καὶ βούλεται μεταθέσθαι, μεταθέσθω. Ἀλγῶ μὲν γὰρ καὶ κόπτομαι καὶ ὀδύρομαι καὶ διαπρίομαι τὰ σπλάγχνα, ὡς οἰκείου μέλους ἀποστερούμενος· πλὴν ἀλλ' οὐχ οὕτως ἀλγῶ ὡς ἀναγκάζεσθαί τι, διὰ τὸν φόβον τοῦτον, τῶν μὴ προσηκόντων ποιεῖν. Οὐ κυριεύομεν ὑμῶν τῆς πίστεως, ἀγαπητοί, οὐδὲ δεσποτικῶς ταῦτα ἐπιτάττομεν· εἰς διδασκαλίαν λόγου προεχειρίσθημεν, οὐκ εἰς ἀρχὴν οὐδὲ εἰς αὐθεντίαν· συμβούλων τάξιν ἐπέχομεν παραινούντων. Ὁ συμβουλεύων λέγει τὰ παρ' ἑαυτοῦ, οὐκ ἀναγκάζων τὸν ἀκροατὴν, ἀλλ' αὐτὸν ἀφίησι τῆς τῶν λεγομένων αἱρέσεως κύριον· ἐν τούτοις ἐστὶν ὑπεύθυνος μόνον, ἂν τὰ παραστάντα μὴ εἴποι. Διὰ τοῦτο καὶ ἡμεῖς ταῦτά φαμεν, ταῦτα λέγομεν, ἵνα ὑμῖν μὴ ἐξῇ κατ' ἐκείνην τὴν ἡμέραν λέγειν Οὐδεὶς ἡμῖν εἶπεν, οὐδεὶς διεστείλατο, ἠγνοήσαμεν, οὐδὲν ἡγούμεθα τὸ ἁμάρτημα εἶναι. Διὰ τοῦτο λέγω καὶ διαμαρτύρομαι, ὅτι τοῦ εἰς αἵρεσιν ἐμπεσεῖν τὸ τὴν Ἐκκλησίαν σχίσαι οὐκ ἔλαττόν ἐστι κακόν. Εἰπέ μοι, εἴ τις ὑπὸ βασιλεῖ τινι τυγχάνων, ἑτέρῳ μὲν βασιλεῖ μὴ πρόσθοιτο, μηδὲ δῷ ἑαυτὸν ἄλλῳ, αὐτοῦ δὲ ἐκείνου τὴν ἁλουργίδα λαβὼν καὶ κατασχὼν, ἀπὸ τῆς περόνης κατήνεγκεν ἅπασαν, καὶ διέῤῥηξεν εἰς πολλὰ ῥήγματα, ἆρα ἧττον ἂν τῶν ἑτέρῳ προσθεμένων ἐκολάσθη; Τί δέ, εἰ μετὰ τούτου αὐτὸν τὸν βασιλέα ἀπὸ τοῦ λαιμοῦ κατασχὼν ἔσφαττε, κατὰ μέλος διαξαίνων αὐτοῦ τὸ σῶμα, ποίαν ἂν δίκην δοὺς, τὴν ἀξίαν ἔδωκεν; Εἰ δὲ εἰς βασιλέα τὸν ὁμόδουλον τοῦτο ἐργασάμενος, πάσης ἂν μείζονα δίκης εἰργάσατο· ὁ τὸν Χριστὸν σφάττων καὶ διαξαίνων κατὰ μέλος, ποίας γεέννης οὐκ ἔσται ἄξιος; ἆρα ταύτης [τῆς] ἀπειλουμένης; Οὐκ ἔγωγε οἶμαι, ἀλλ' ἑτέρας πολλῷ χαλεπωτέρας. Εἴπατε, ὅσαι πάρεστε (ὡς γὰρ ἐπὶ τὸ πολὺ γυναικῶν τοῦτο τὸ ἐλάττωμα), ταῖς ἀπούσαις διηγήσασθε τοῦτο τὸ ὑπόδειγμα, φοβήσατε. Εἴ τινες ἡμᾶς λυπεῖν καὶ ἀμύνασθαι τούτῳ νομίζουσιν, εὖ εἰδέτωσαν, ὅτι ταῦτα μάτην ποιοῦσιν. Εἰ γὰρ ἡμᾶς ἀμύνασθαι βούλει, ἐγώ σοι δίδωμι τρόπον, καθ' ὃν χωρὶς τῆς σῆς βλάβης ἀμύνασθαι δυνήσῃ· μᾶλλον δὲ οὐκ ἔστι χωρὶς βλάβης ἀμύνασθαι, πλὴν ἀλλὰ μετὰ ἐλάττονος βλάβης· ῥάπισον, ἔμπτυσον ἐντυχοῦσα δημοσίᾳ, καὶ πληγὰς ἔντεινον.
Ϛʹ. Φρίττεις ταῦτα ἀκούουσα; Ἂν εἴπω, Ἐμὲ ῥάπισον, φρίττεις· καὶ τὸν Δεσπότην σου σπαράττεις, καὶ οὐ φρίττεις; τὰ μέλη τὰ Δεσποτικὰ διαξαίνεις, καὶ οὐ τρέμεις; Οἶκός ἐστιν ἡ Ἐκκλησία πατρικός· Ἓν σῶμα, καὶ ἓν πνεῦμα. Ἀλλὰ βούλει με ἀμύνασθαι; Μέχρις ἐμοῦ στῆθι. Τί ἀντ' ἐμοῦ τὸν Χριστὸν ἀμύνῃ; μᾶλλον δὲ τί κατὰ τῶν ἥλων λακτίζεις; Οὐδαμοῦ μὲν οὖν τὸ ἀμύνασθαι καλόν· τὸ δὲ ἑτέρου ἀδικοῦντος ἕτερον ὑβρίζειν, πολλῷ χαλεπώτερον. Παρ' ἡμῶν ἠδίκησαι; τί τὸν οὐκ ἠδικηκότα λυπεῖς; τοῦτο μανίας ἐσχάτης. Οὐκ εἰρωνευόμενος, ὃ μέλλω λέγειν, φημὶ, οὐδὲ ἁπλῶς, ἀλλ' ὡς ἔχω καὶ ὡς διάκειμαι· ἕκαστον τῶν σὺν ὑμῖν λυπουμένων πρὸς ἡμᾶς, καὶ διὰ ταύτην τὴν λύπην βλαπτόντων ἑαυτοὺς, καὶ ἀλλαχοῦ πορευομένων, ἐβουλόμην πληγὰς ἐντείνειν ἡμῖν εἰς τὴν ὄψιν αὐτὴν, καὶ γυμνοὺς ἀποδύσαντα αἰκίζεσθαι μάστιξιν, εἴτε δικαίως εἴτε ἀδίκως ἐγκαλοίη, καὶ μᾶλλον εἰς ἡμᾶς ἀφιέναι τὴν ὀργὴν, ἢ ταῦτα τολμᾷν, ἃ νῦν τολμῶσιν. Εἰ τοῦτο γέγονεν, οὐδὲν ἂν ἦν, οὐδαμινὸν ἄνθρωπον καὶ οὐδενὸς ἄξιον λόγου τοιαῦτα πάσχειν. Ἄλλως δὲ ἂν καὶ παρεκάλεσα ὁ ἠδικημένος καὶ ὑβρισμένος ἐγὼ τὸν Θεὸν, καὶ ἀφῆκεν ὑμῖν τὰ ἁμαρτήματα· οὐκ ἐπειδὴ παῤῥησίαν ἔχω τοσαύτην, ἀλλ' ἐπειδὴ ὁ ἠδικημένος, ὅταν ὑπὲρ τοῦ ἠδικηκότος παρακαλῇ, πολλὴν κέκτηται τὴν παῤῥησίαν. Ἂν εἰς ἄνθρωπόν τις ἁμάρτῃ, φησὶ, προσεύξονται περὶ αὐτοῦ. Εἰ δὲ μὴ ἠδυνάμην ἐγὼ, ἑτέρους ἂν ἁγίους ἐζήτησα καὶ παρεκάλεσα, καὶ τοῦτο ἂν εἰργάσαντο. Νῦν δὲ τίνα καὶ παρακαλέσομεν, τοῦ Θεοῦ παρ' ἡμῶν ὑβριζομένου; Ὅρα ἀνωμαλίαν. Τῶν γὰρ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ταύτην τελούντων οἱ μὲν οὐδέποτε προσίασιν, ἢ τοῦ ἐνιαυτοῦ ἅπαξ, καὶ τότε εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχεν· οἱ δὲ συνεχέστερον μὲν, καὶ αὐτοὶ δὲ εἰκῆ καὶ ἁπλῶς, διαλεγόμενοι καὶ ἐρεσχελοῦντες ὑπὲρ τοῦ μηδενός· οἱ δὲ δῆθεν σπουδάζειν δοκοῦντες, οὗτοί εἰσιν οἱ τὴν συμφορὰν ταύτην ἐργαζόμενοι. Εἰ γοῦν τούτων ἕνεκεν σπουδάζετε, βέλτιον καὶ ὑμᾶς μετὰ τῶν ἀμελούντων τετάχθαι· μᾶλλον δὲ τὸ βέλτιον ἦν, μήτε ἐκείνους εἶναι ἀμελεῖς, μήτε τοιούτους ὑμᾶς· οὐχ ὑμᾶς λέγω τοὺς παρόντας, ἀλλ' ἐκείνους τοὺς ἀποπηδῶντας. Μοιχεία τὸ πρᾶγμά ἐστιν. Εἰ δὲ οὐ δέχῃ περὶ ἐκείνων ταῦτα ἀκούειν, οὐκοῦν οὐδὲ περὶ ἡμῶν· τῶν γὰρ δύο τὸ ἕτερον παρανόμως γεγενῆσθαι δεῖ. Εἰ μὲν οὖν περὶ ἡμῶν ταῦτα ὑποπτεύετε, ἕτοιμοι παραχωρῆσαι τῆς ἀρχῆς ὅτῳπερ ἂν βούλησθε· μόνον Ἐκκλησία ἔστω μία· εἰ δὲ ἡμεῖς ἐννόμως γεγενήμεθα, πείσατε καταθέσθαι τοὺς παρανόμους ἐπὶ τὸν θρόνον ἀναβεβηκότας. Ταῦτα εἶπον, οὐχ ὡς ἐπιτάττων, ἀλλ' ὑμᾶς ἀσφαλιζόμενος καὶ φρουρῶν. Ἐπειδὴ ἕκαστος ἡλικίαν ἔχει, καὶ τῶν αὐτῷ πεπραγμένων δώσει τὰς δίκας, παρακαλῶ μὴ τὸ πᾶν ἐφ' ἡμᾶς ῥίψαντας, νομίζειν ἀνευθύνους εἶναι ὑμᾶς αὐτοὺς, ἵνα μὴ μάτην ἀπατῶντες ἑαυτοὺς κόπτητε. Λόγον μὲν γὰρ δώσομεν ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ὑμῶν, ἀλλ' ὅταν τὰ παρ' ἡμῶν ἐλλείπῃ, ὅταν μὴ παρακαλέσωμεν, ὅταν μὴ νουθετήσωμεν, ὅταν μὴ διαμαρτυρώμεθα. Μετὰ δὲ ταῦτα, δότε καὶ ἐμοὶ εἰπεῖν· Καθαρὸς ἐγὼ ἀπὸ τοῦ αἵματος πάντων, καὶ, ὅτι Τὴν ψυχήν μου ῥύσεται ὁ Θεός. Εἴπατε ὃ βούλεσθε, καὶ αἰτίαν δικαίαν δι' ἣν ἄπιτε, καὶ ἀπολογήσομαι. Ἀλλ' οὐκ ἐρεῖτε. Διὸ, παρακαλῶ, σπουδάσατε καὶ ὑμᾶς αὐτοὺς ἐντεῦθεν ἤδη στῆσαι βεβαίως, καὶ τοὺς μετατεθέντας ἐπαναγαγεῖν, ἵνα ὁμοθυμαδὸν ἀναπέμψωμεν εὐχαριστίαν τῷ Θεῷ, ὅτι αὐτῷ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.

(Χρυσοστόμου Ἰω., Ὑπόμνημα εἰς τὴν πρὸς Ἐφεσίους, Λόγος ΙΑ΄, TLG, Vol 62, pg 79, ln 29 –  pg 88, ln 52).
 

Οἰκουμενισμός: Ἕνα στέγαστρο αὐτοκτονίας



«Ἡ ἑνότης τοῦ Χριστοῦ

καί ἡ “ἕνωσις” τῶν ἀντιχρίστων»




Στὸ δημοσιευόμενο κατωτέρω ἄρθρο του, «Ἡ ἑνότης τοῦ Χριστοῦ καί ἡ “ἕνωσις” τῶν ἀντιχρίστων», ὁ π. Χαράλαμπος ἐκτὸς τῶν ἄλλων, τονίζει καὶ τὰ ἑξῆς:

*     Μᾶς καλοῦν (ὁ Οἰκουμενιστὲς) γιά «ἕνωσι» σ᾽ ἕνα σαθρό στέγαστρο, σ᾽ ἕνα στέγαστρο αὐτοκτονίας, πού συγκεντρώνει ὅλες τίς αἱρέσεις.
*     Ἐργάζεται γιά τόν Οἰκουμενισμό μιά μεγάλη στρατιά ἀντιχρίστων δυνάμεων, πού ἔχουν βάλει σάν στόχο τους νά χτυπήσουν καί νά διαλύσουν τήν Ὀρθοδοξία.
*     Ὁ διεθνής Σιωνισμὸς πρωταγωνιστεῖ σ᾽ αὐτό τό θορυβῶδες ἑνωτικό σχέδιο. Οἱ ἀρνηταί τοῦ Χριστοῦ, ὅμως, εἶναι δυνατόν νά ἐνδιαφέρωνται γιά τήν Ἐκκλησία;
*     Ἡ ἐπιδιωκομένη «ἕνωσι» τῶν Ἐκκλησιῶν, λοιπόν, εἶναι γιά μᾶς διάσπασι.
*     Προσπαθοῦν νά μᾶς διαλύσουν. Νά διαλύσουν τήν Ὀρθοδοξία καί τήν Ἑλλάδα.
*     Καλούμεθα σέ συναγερμό καί ἑνότητα μέσα στήν Ὀρθοδοξία μας.




Ἡ ἑνότης τοῦ Χριστοῦ καί ἡ «ἕνωσις» τῶν ἀντιχρίστων

Ἀρχιμανδρίτου π. Χαραλάμπους Βασιλοπούλου

Ὁ δημοσιογράφος καί παλαιός συνεργάτης τοῦ «Ο.Τ.» κ. Μιχαήλ Τσώλης μᾶς ἀπέστειλεν ἀπό τό ἀρχεῖον του ἕνα «γραπτόν κήρυγμα» τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος μέ τήν ἑξῆς σημείωσιν:
Κατά τό ἔτος 1975 ἡ Ἀρχιεπισκοπή Ἀθηνῶν εἶχε τιμωρήσει τόν μακαριστόν Γέροντα Ἀρχιμανδρίτην π. Χαράλαμπον Βασιλόπουλον ἀνακοινώνοντάς του ρητῶς «ὅπως ἀπόσχη πάσης ἱεροπραξίας ἔτι δέ καί αὐτοῦ τοῦ κηρύγματος» (!) διά μικρόν χρονικόν διάστημα, διότι ἐκεῖνος εἶχε ἀσκήσει πνευματικόν ἔλεγχον εἰς τόν τότε Προκαθήμενον τῆς Ἐκκλησίας διά πράξεις του κατά παράβασιν τῶν ἱερῶν Κανόνων...
Τότε λοιπόν ὁ ἀείμνηστος Γέροντας δέν ἐσίγησεν, ἀλλά κατέφυγεν εἰς τό «γραπτόν κήρυγμα». Ἔτσι ἐπί ἀρκετές Κυριακές τά κηρύγματά του ἐδημοσιεύοντο εἰς τό Κυριακάτικον φύλλον τῆς ἐφημερίδος «Ἐθνικός Κήρυξ».
Ἀπό τά κείμενά του ἐκεῖνα εἶναι καί τό παρακάτω, τό ὁποῖον ἐδημοσιεύθη κατά τήν Κυριακήν τῆς ἑορτῆς τῶν Ἁγίων Πατέρων ὑπό τόν τίτλον, «Ἡ ἑνότης τοῦ Χριστοῦ καί ἡ “ἕνωσις” τῶν Ἀντιχρίστων». Αὐτό ἔχει ὡς ἀκολούθως:

“Πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτούς ἐν τῷ ὀνόματί σου οὕς δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἕν καθώς καί ἡμεῖς” (Ἰωάν. ΙΖ´ 1-13).
Μέ θερμή προσευχή, πού ἀπευθύνεται πρός τόν Οὐράνιο Πατέρα, ἐπισφραγίζει τήν θεία Του διδασκαλία, γιά ἑνότητα ὁ Ἰησοῦς στό σημερινό Εὐαγγέλιο. Ζητάει ἀπό τόν Πατέρα Του νά φυλάξη τούς μαθητάς Του ἑνωμένους μεταξύ τους.
Ἑνωμένους, ὄχι μέ ψεύτικους συμβιβασμούς, ὄχι μέ ἐξωτερική ἐπίπλαστη ἑνότητα, ἀλλά ἑνωμένους σ᾽ ἕνα πνευματικό σῶμα.Ἑνωμένους σέ μιά τέλεια καί ἀρραγῆ πνευματική ἑνότητα, σάν ἐκείνη, πού ἑνώνει τόν Πατέρα μέ τόν Υἱόν καί τό Ἅγιον Πνεῦμα στήν Τριαδική Θεότητα. “Ἵνα ὦσιν ἕν καθώς ἡμεῖς” ὑπογραμμίζει.
Ὑψώνει τά μάτια Του στόν οὐρανό καί προσεύχεται ὁ Κύριος, διότι ἐκεῖ ἐπικρατεῖ ἡ ἀπόλυτη ἑνότητα καί ἀπό ἐκεῖ μπορεῖ νά ἔρθη, μέ τήν εὐλογίαν τοῦ Θεοῦ, μέ τά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ἀληθινή ἑνότητα.
Ἑνότητα καί ἁρμονία βλέπομε στόν οὐράνιο καί πνευματικό κόσμο. Ἑνωμένος εἶναι ὁ ἀπειράριθμος ἀγγελικός κόσμος, πού ὑπηρετεῖ τόν Δημιουργό. Ἑνιαῖο καί ἁρμονικό δημιούργησε ὁ Θεός τόν Τρισμέγιστο κόσμο καί ἑνιαῖον τόν κυβερνᾶ.
Μέ ἑνότητα, ἁρμονία καί τάξι καταπληκτική στροβιλίζονται στό ἀχανές διάστημα τά ἀναρίθμητα οὐράνια σώματα… Ἑνωμένους στήν Πίστι, στήν προσευχή, ἑνωμένους πνευματικά, θέλει ὅλους τούς ἀνθρώπους ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Ἑνωμένους μέ τόν Θεό καί μεταξύ τους.
Ἡ ἕνωσις αὐτή εἶναι ἐσωτερική, πνευματική καί γίνεται μονάχα διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ἐπιτυγχάνεται μόνον ἐντός τῆς Ἐκκλησίας. Τό μυστικό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἡ στρατευμένη δηλαδή ἐπί γῆς Ἐκκλησία εἶναι ὁ μοναδικός δρόμος, πού ὁδηγεῖ στήν ἑνοποίησι, στή σωτηρία καί τήν ἕνωσι μέ τόν Θεό.
Διά τοῦ Θεανθρώπου, λοιπόν καί μόνο μέσα στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μποροῦν οἱ ἄνθρωποι νά τελειοποιηθοῦν καί νά ἑνωθοῦν μέ τόν Θεό καί μεταξύ τους. Ὅταν ὑπάρχη ἡ ἑνότητα τοῦ Χριστοῦ ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους, ἡ ἑνότητα αὐτή ἔχει ὑπερφυσική δύναμι, γιατί ἐκεῖ μέσα βρίσκεται ὁ ἴδιος ὁ Παντοδύναμος Θεός.
“Οὗ γάρ εἰσι δύο ἤ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τό ἐμόν ὄνομα ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν”, εἶπεν ὁ Κύριος. Ἑνωμένη ἡ Ἐκκλησία μας κατώρθωσε θαύματα. Ἑνωμένοι ἐν Χριστῷ καί διά Χριστοῦ οἱ Θεοφόροι Πατέρες, συγκρότησαν Οἰκουμενικές Συνόδους καί ἔδιωξαν ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία ψυχοκτόνες πλάνες καί αἱρέσεις. Ἑνωμένοι οἱ Πατέρες καί φωτισμένοι ἀπό τό Πανάγιο Πνεῦμα διεφύλαξαν τό Δόγμα τῆς Ὀρθοδοξίας.

* * *
Στό πέρασμα τοῦ χρόνου ὅμως, τό πνεῦμα τῆς πλάνης καί τῆς αἱρέσεως, τά ὄργανα τοῦ Ἀντιχρίστου, πολεμοῦν μέ δόλο καί ὑποκρισία τήν ἑνότητα, πού κήρυξε ὁ Χριστός. Γιά ἑνότητα μιλᾶνε βέβαια, ἀλλά μιά ἕνωσι καί μιά ἑνότητα, πού στηρίζεται, στήν πλάνη, στήν ὑποκρισία, στήν ἀπάτη, στόν ὑπολογισμό, στήν πανουργία.
Γιά «ἕνωσι» λένε καί ὑπολογίζουν στήν διάσπασι καί καταβρόχθισι τῆς Ὀρθοδοξίας. Γιά ἀγάπη μιλᾶνε, ἀλλά μιά ἀγάπη γεμάτη ὑποκρισία. Μιά ἀγάπη πού δέν ἔχει μέσα της τόν πόνο γιά τόν συνάνθρωπο, ὅπως τόν δίδαξε ὁ Χριστός, ἀλλά πού σκοπεύει ἐν ὀνόματι τῆς «ἑνώσεως» νά ὑποτάξη καί νά ὑποδουλώση τά πάντα.
Ἑνότης, εἰρήνη, ἀγάπη, συνεργασία, συμφωνία, κοινό νόμισμα, εἶναι λέξεις ἀπατηλές στήν ἐποχή μας. Εἶναι λέξεις, πού κρύβουν δόλο, γιατί λειτουργοῦν χωρίς τό πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι λέξεις, πού χρησιμοποιοῦν πλανερά οἱ ἐχθροί τῆς Ἐκκλησίας.
Καί φυσική συνέπεια εἶναι ἡ ἔντασι, ἡ ὄξυνσι, οἱ διενέξεις, τά μίση, ἡ βία. Πίσω ἀπό τίς νεκρωμένες αὐτές λέξεις κινοῦνται ἐπιδέξια οἱ ἐχθροί τῆς ἀληθινῆς ἑνότητος, πού ζητάει ὁ Χριστός. Καί ἡ λεγομένη στήν ἐποχή μας προσπάθεια γιά «ἕνωσι τῶν Ἐκκλησιῶν» ἤ ἀλλοιῶς «Οἰκουμενισμός», δέν στηρίζεται στόν Χριστό.
Ἀφετηρία κι ἐδῶ εἶναι ἡ δολιότης, τό πνεῦμα τῆς αἱρέσεως, πού θέλει νά νοθεύση τό Δόγμα τῆς Ὀρθοδοξίας, νά τήν ἑνώση μέ τίς βλάσφημες ἀντίχριστες αἱρέσεις, νά τήν ὑποδουλώση σ᾽ ἕνα κατασκεύασμα σκοτεινῶν δυνάμεων, πού μπορεῖ νά ὀνομασθῆ παναίρεσις.
Ναί! Γιά τόν Οἰκουμενισμό, τήν ψευτοένωσι, δέν ὑπάρχουν Θρησκεῖες καί Πατρίδες, δέν ὑπάρχουν σύνορα.
Σκοπός τοῦ Οἰκουμενισμοῦ εἶναι, ὅλα νά συνθλιβοῦν καί νά ἀφομοιωθοῦν στό ἀβυσσαλέο στόμα του. Καί γιά τόν σκοπόν αὐτόν ἔχουν καταστρώσει σχέδια. Ἔχουν ἐπιστρατεύσει ἐπιτελεῖα ἀντιχρίστων δυνάμεων. Κάνουν προβολή ἐπιδέξια τῆς δραστηριότητός του.
Ἐμφανίζουν τό ἔργο του σάν πρᾶξι τοῦ λόγου τοῦ Κυρίου: “ἵνα ὦσιν ἕν”.
– Γιά ἑνότητα δέν λέγει ὁ Κύριος; Νά λοιπόν, ἐμεῖς προχωρᾶμε στήν ἕνωσι!, λένε.
Ἀλλά αὐτή δέν εἶναι ἡ ἑνότητα, γιά τήν ὁποία προσεύχεται ὁ Κύριος. Δέν εἶναι ἑνότητα “ἐν Χριστῷ καί διά τοῦ Χριστοῦ”. Εἶναι ἀνακάτεμα. Ἐπιδιώκεται νά ἑνωθοῦν οἱ πλάνες μέ τήν ἀλήθεια. Ἐπιδιώκεται μιά τραγελαφική ἑνότητα, πού δέν ξεχωρίζει τίποτε, πού δέν ἀναγνωρίζει πουθενά τήν Ἀλήθεια.
Μᾶς καλοῦν γιά «ἕνωσι» σ᾽ ἕνα σαθρό στέγαστρο, σ᾽ ἕνα στέγαστρο αὐτοκτονίας, πού συγκεντρώνει ὅλες τίς αἱρέσεις καί ὅλα τά ψεύδη.
Μᾶς καλοῦν νά “ἑνωθοῦμε” νά μποῦμε σέ τσουβάλι, νά “συγκολληθοῦμε” μέ βλάσφημες αἱρέσεις, νά μποῦμε στό σκοτάδι, νά χάσωμε τήν Ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ καί τήν κρυστάλλινη καθαρότητα τῆς Πίστεώς μας!
* * *
Μά εἶναι πιά ὁλοφάνερο, ὅτι δυνάμεις ξένες πρός τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία προωθοῦν τήν λεγόμενη «ἕνωσι». Ἔχει πιά ἀποκαλυφθῆ ὅτι ἐργάζεται γιά τόν Οἰκουμενισμό μιά μεγάλη στρατιά ἀντιχρίστων δυνάμεων, πού ἔχουν βάλει σάν στόχο τους νά χτυπήσουν καί νά διαλύσουν τήν Ὀρθοδοξία.
Ὁ διεθνής Σιωνισμός, μέ ὄργανά του, κυρίως τήν Μασωνία, πρωταγωνιστεῖ σ᾽ ὅλο αὐτό τό θορυβῶδες καί πολυδιατυμπανισμένο ἑνωτικό σχέδιο. Οἱ ἀρνηταί τοῦ Χριστοῦ, ὅμως, εἶναι δυνατόν νά ἐνδιαφέρωνται γιά τήν Ἐκκλησία;
Στόν “Οἰκουμενισμό”, στήν “ἕνωσι”, βλέπομε νά παίρνουν μέρος ὀργανισμοί ξένοι πρός τήν Πίστι. Ἀκόμη, ὅπως ἀποκαλύφθηκε πρόσφατα, καί ὄργανα ξένων μυστικῶν ὑπηρεσιῶν ἐνδιαφέρονται γιά τήν ἕνωσι!
Τί σημαίνουν ὅλα αὐτά; Τί ἄλλο παρά σχέδια δόλια καί πονηρά. Ἐπιδιώξεις ἀλλότριες, ἀντίχριστες. Ἡ ἐπιδιωκομένη «ἕνωσι» τῶν Ἐκκλησιῶν, λοιπόν, εἶναι γιά μᾶς διάσπασι.
Προσπαθοῦν νά μᾶς διαλύσουν. Νά διαλύσουν τήν Ὀρθοδοξία καί τήν Ἑλλάδα. Χτυποῦν τήν Πίστι μας, γιά νά σπάση ἡ συνοχή μας. Ἐμεῖς ὅμως, πού βλέπομε αὐτό τό σκοτεινό σχέδιο ἐξελισσόμενο, καλούμεθα σέ συναγερμό καί ἑνότητα.
Σέ ἑνότητα χριστιανική. Σέ ἑνότητα μέσα στήν Ὀρθοδοξία μας, πού εἶναι ὁλοφώτεινη, ξάστερη, ζωντανή.
Καλούμεθα σέ ἑνότητα καί ἐπαγρύπνησι, διότι ὁ Δούρειος αὐτός ἵππος μᾶς ἀπειλεῖ μέ τρομακτικό σκοτάδι, μέ σύγχυσι καί συμφορές. Μέ συμφορές καί ἐθνικές καί κοινωνικές. Καλούμεθα ἀκόμα σέ προσευχή καί ἀγῶνα.
Ἀγῶνα ἐναντίον τῶν ἀντιχρίστων δυνάμεων, πού ξαπλώνουν τά θανατηφόρα πλοκάμια τους στήν Ὀρθόδοξη Πατρίδα μας, κρυμμένα πίσω ἀπό ἀθῶες κινήσεις.
Ἕνα ἀληθινό ξεσκέπασμα τοῦ φοβεροῦ αὐτοῦ μηχανισμοῦ τῆς “ἑνώσεως” μέ συγκλονιστικά στοιχεῖα ἔκανα πρίν μερικά χρόνια τό 1971, μέ τό βιβλίο μου: “Ὁ Οἰκουμενισμός χωρίς μάσκα”.
Τό βιβλίο αὐτό θά ἔπρεπε νά τό διαβάσουν ἐκεῖνοι κυρίως, πού γοητεύονται καί βαυκαλίζονται μέ τίς λέξεις “Ἕνωσις” καί “Οἰκουμενισμός”, γιά νά μάθουν ποιοί κρύβονται πίσω ἀπ᾽ ὅλα αὐτά καί πόσο σατανικά ἐργάζονται…

Πηγή: «Ὀρθόδοξος Τύπος», ἀρ. 1936  20 Ἰουλίου 2012