Σεραφείμ Ρόουζ: Α' και Β΄ ΜΕΡΟΣ της 3ης Διάλεξης – Η Αναγέννηση και ο "Νέος Χριστιανισμός" που επιδιώκουν και οι Οικουμενιστές σήμερα!


Φωτογραφία της ΕΟΔ

Συγγραφέας: ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΡΑΚΑΚΗΣ

Ορθόδοξη ανάλυση της Αναγέννησης ως καρπού του Σχίσματος, της αυτονόμησης της λογικής και της στροφής στον ανθρωπισμό και την ειδωλολατρία.

Η ΕΟΔ συνεχίζει να δημοσιεύει τις 13 διαλέξεις του π. Σεραφείμ Ρόουζ σε μετάφραση του Γεώργιου Τρακάκη, Επιστήμονα Υλικών Δρ. Επιστήμης και Τεχνολογίας Πολυμερών, Πάτρα. Ένα Ορθόδοξο Μάθημα Επιβίωσης: κατανοώντας την αποστασία του Δυτικού πολιτισμού μέσα από την Ορθόδοξη πίστη.

3η Διάλεξη - Α’ ΜΕΡΟΣ - Εισαγωγή

Η ζωή του Αγίου Παύλου της Όμπνορα [1], μας δίνει μια εικόνα ενός πολιτισμού που είναι ακριβώς το αντίθετο από τον πολιτισμό τον οποίο μελετάμε τώρα, τον δυτικό πολιτισμό μετά το Σχίσμα, από τον Μεσαίωνα και εξής. Στους παραδοσιακούς ορθόδοξους πολιτισμούς, όπως αυτόν της Ρωσίας, παρόμοια γεγονότα επαναλαμβάνονται: βαρβαρικές επιδρομές, μοναστήρια που καταστρέφονται, η μοναχική ζωή να ανθίζει σε κάποια εποχή και να χαλαρώνει σε άλλη, για να ανθίσει πάλι. Οι Άγιοι αναδεικνύονται, ο διάβολος επιτίθεται συνεχώς· υπάρχουν εισβολές από έξω. Και όλα αυτά συμβαίνουν χωρίς να διαταράσσουν τη βασική αρμονία και ισορροπία του πολιτισμού. Το ίδιο ισχύει και για το Βυζάντιο. Το ίδιο ίσχυε και στη Δύση πριν από την περίοδο του Σχίσματος.

Δεν υπάρχει τίποτε που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «καινούργιο», διότι αφότου κηρύχθηκε ο Χριστιανισμός, αφότου ήρθε ο Χριστός και ίδρυσε την Εκκλησία Του, δεν υπάρχει πλέον τίποτε νέο. Αυτή είναι η προετοιμασία για το τέλος του κόσμου, και οι άνθρωποι που έχουν διαπεραστεί από τις αρχές της Ορθόδοξης Παραδόσεως δεν περιμένουν κάτι νέο μέσα σε αυτόν τον κόσμο.

Στη Δύση όμως, αντιθέτως —αρχίζοντας ήδη από τα πρώτα μεσαιωνικά χρόνια που είδαμε στην προηγούμενη διάλεξη: το Σχολαστικισμό, τον Φραγκίσκο της Ασίζης, τον Ιωακείμ του Φιόρε, την είσοδο του ρομαντισμού στη θρησκεία, τις νέες πολιτικές ιδέες— υπάρχει ήδη η ιδέα ότι κάτι νέο συμβαίνει. Ο Χριστιανισμός «βελτιώνεται». Υπάρχει μια αναζήτηση κάποιου «νέου χριστιανισμού», αν και δεν χρησιμοποιούν ακόμη αυτή τη φράση. Και αυτή η έμφαση αυξάνει στην περίοδο που μελετούμε τώρα: την Αναγέννηση, την περίοδο μετά τον Μεσαίωνα, περίπου στο 1300–1600. Σε αυτή την περίοδο θα δούμε ότι ό,τι άρχισε στον Μεσαίωνα, τώρα γίνεται επιδημία. Και εμφανίζονται πράγματα εντελώς νέα στην ιστορία της ανθρωπότητας· ή αν υπήρχαν πριν, τώρα φθάνουν σε ένα εντελώς νέο επίπεδο.

Ο σκοπός αυτών των διαλέξεων —και το επαναλαμβάνω— είναι να κατανοήσουμε γιατί ο κόσμος είναι όπως είναι σήμερα, τι έχει συμβάλει στη διαμόρφωση του δικού μας νου· ώστε να μπορέσουμε να είμαστε Ορθόδοξοι αντιστεκόμενοι σε όλες τις ψεύτικες ιδέες, σε όλη την ψεύτικη διαμόρφωση του νου μας, και να βλέπουμε ποιο είναι το αληθινό ορθόδοξο φρόνημα και η αληθινή ορθόδοξη διδασκαλία.

Δυστυχώς, το τέλος αυτής της σύγχρονης εποχής που αρχίζει με το Σχίσμα έχει παράγει μια γενιά ανθρώπων εντελώς ανίδεων για το παρελθόν· και γι' αυτό, κάποιος που δεν γνωρίζει το παρελθόν του γίνεται πολύ εύκολα θύμα του περιβάλλοντός του, το οποίο βασίζεται σε μια αντιχριστιανική φιλοσοφία. Γίνεται τέτοιος επηρεαζόμενος από οτιδήποτε υπάρχει γύρω του στην καθημερινή ζωή. Και εμείς προσπαθούμε να κατανοήσουμε αυτά που υπάρχουν στη ζωή γύρω μας από μια βαθύτερη φιλοσοφική οπτική, ώστε ακόμη και η μουσική στο σουπερμάρκετ να γίνεται κάτι φιλοσοφικό: έχει πίσω της μια ιδέα που σκοπεύει να μας δώσει ένα συγκεκριμένο συναίσθημα, το οποίο μας απομακρύνει από τον Χριστό.

Και έτσι, ο σκοπός αυτής της μελέτης είναι η ορθόδοξη αυτοάμυνα. Ολόκληρο αυτό το μάθημα είναι μια εξέταση της νεότερης ιστορίας από την οπτική της Ορθοδοξίας· κάτι που είναι αρκετά πρωτότυπο ως προσέγγιση. Διότι όλα τα ιστορικά βιβλία γράφονται από άλλες οπτικές· είτε ξεκινούν με την ιδέα ότι υπάρχει μια «Σκοτεινή Εποχή» και μετά φωτεινοί, «διαφωτισμένοι» νεότεροι χρόνοι, και όλα κρίνονται με βάση τη σύγχρονη, διαφωτιστική, επιστημονική κοσμοαντίληψη· είτε υπάρχει μια άλλη σχολή που θεωρεί ως μέτρο σύγκρισης τον καθολικό χριστιανισμό, όπου ο δέκατος τρίτος αιώνας είναι το αποκορύφωμα, και όλα τα υπόλοιπα μια παρακμή. Και υπάρχουν κι άλλες οπτικές.

Αλλά η δική μας οπτική είναι η ορθόδοξη. Και από ορθόδοξη σκοπιά, πρέπει να ειπωθεί ότι η περίοδος της Αναγέννησης είναι στην πραγματικότητα πολύ λιγότερο σημαντική από την περίοδο του Μεσαίωνα. Στην Αναγέννηση βλέπουμε τις πιο θεαματικές αλλαγές και τις μεγαλύτερες αποκλίσεις από τον αρχαίο Χριστιανισμό· αλλά η περίοδος που γέννησε αυτές τις αλλαγές, αυτή που αργότερα οδήγησε στην Αναγέννηση και πέρα από αυτήν, ήταν —όπως είδαμε στο προηγούμενο μάθημα— η περίοδος αμέσως μετά το Σχίσμα.

Από εκεί και πέρα, όλα τα υπόλοιπα είναι απλώς λογική συνέπεια εκείνης της πρώτης αλλοίωσης. Διότι όταν η Ορθοδοξία έχει εγκαταλειφθεί, δεν απομένει τίποτε άλλο παρά η εφαρμογή των νέων αρχών που εισήχθησαν. Και όλες οι αρχές που εμφανίστηκαν στον Μεσαίωνα θα αναπτυχθούν μέχρι τις μέρες μας, έτσι ώστε ουσιαστικά οι δυνάμεις που σήμερα διαμορφώνουν την ιστορία είναι οι ίδιες με εκείνες του 13ου αιώνα, μόνο που σήμερα έχουν φτάσει σε πολύ πιο προχωρημένη μορφή.

Η περίοδος μετά τον Μεσαίωνα ονομάζεται Αναγέννηση, δηλαδή αναγέννηση της αρχαιότητας. Είναι η εποχή του λεγόμενου Ανθρωπισμού. Και ήδη είναι ξεκάθαρο ποια είναι η βάση αυτής της νέας εποχής.

Είδαμε ότι η μεσαιωνική περίοδος κυριαρχήθηκε από τον Σχολαστικισμό, δηλαδή από τη λογική που γίνεται αυτόνομη, που τοποθετείται πάνω από την πίστη. Και αυτή η λογική, όπως πολύ εύστοχα έδειξε ο Κυριέγιεφσκυ τον 19ο αιώνα όταν κριτίκαρε τη Δύση από ορθόδοξη σκοπιά, πολύ γρήγορα στράφηκε εναντίον του Χριστιανισμού. Αρχικά υποτίθεται ότι ήταν η «θεραπαινίδα της πίστης», υπηρετούσε τον Χριστιανισμό και αποδείκνυε τα δόγματα της πίστεως — και πολλά άλλα ακόμη — βασισμένη στην αυθεντία της Γραφής, κάποιων πρώιμων Πατέρων (κυρίως του Αυγουστίνου) και του Αριστοτέλη, επειδή πίστευαν ότι ο Αριστοτέλης είχε την αληθινή θεώρηση της φύσης.

Αλλά στην εποχή της Αναγέννησης, αυτή η λογική στράφηκε εναντίον της θρησκείας. Διότι αν η λογική είναι αυτόνομη, μπορεί να αναπτύξει τις δικές της αρχές· δεν υπάρχει λόγος να δεσμευτεί από θρησκευτικό περιεχόμενο. Επίσης είδαμε ότι στον Μεσαίωνα τα μεγάλα κινήματα — Φραγκίσκος, Ιωακείμ — είχαν μοναστικό, ασκητικό χαρακτήρα. Στην Αναγέννηση όμως εμφανίζεται πλήρης αντίδραση σε αυτό. Μεταβάλλεται το κλίμα στο οποίο γεννιούνται οι νέες ιδέες, και πλέον δεν ενδιαφέρει ούτε ο μοναχισμός ούτε η λογική που υπηρετεί τη θεολογία. Έτσι βλέπουμε ότι σε αυτή την περίοδο η ιδέα του μοναχισμού και της ασκήσεως αντιμετωπίζεται εξαιρετικά αρνητικά, διότι το ενδιαφέρον για τον κόσμο έχει πλέον αφυπνιστεί.

Και έτσι ήταν φυσικό ότι σε αυτή την περίοδο ο δυτικός άνθρωπος στράφηκε μακριά από την Εκκλησία προς την ειδωλολατρική Ελλάδα και Ρώμη, τα μνημεία των οποίων βρίσκονταν παντού στη Δύση και ιδιαιτέρως στην Ιταλία. Και ένας συγγραφέας έχει μάλιστα πει ότι σε αυτή την εποχή η ειδωλολατρική Ελλάδα και Ρώμη πήραν την εκδίκησή τους από τον Χριστιανισμό· διότι εκείνος ο παγανιστικός, αρχαίος πολιτισμός είχε κάποτε καταλυθεί από τον Χριστιανισμό. Η αρχαία ειδωλολατρική κοσμοθεωρία, που έθετε τον άνθρωπο πρώτο, είχε ανατραπεί από τον Χριστιανισμό και τώρα, όταν η λογική στράφηκε εναντίον του Χριστιανισμού, αυτό το αρχαίο παγανιστικό πνεύμα πήρε την «εκδίκησή» του, ενωμένο πλέον με τη λογική. Και με τη σειρά του αυτό το παγανιστικό πνεύμα έδωσε μια τεράστια ώθηση σε ένα ιδεώδες καθολικής κοσμικότητας.

Έτσι, το ιδεώδες της Αναγέννησης είναι το ιδεώδες του φυσικού ανθρώπου, και επίσης μιας «φυσικής θρησκείας» που είναι κατανοητή στη λογική χωρίς ειδική αποκάλυψη. Ένας από τους μεγάλους ουμανιστές του Βορρά, ο Έρασμος [2], βρήκε στην Ελλάδα αυτό που ονόμασε «τη φιλοσοφία του Χριστού», δηλαδή μέσα στην ειδωλολατρική αρχαία Ελλάδα. «Όταν διαβάζω ορισμένα αποσπάσματα αυτών των μεγάλων ανδρών», έγραψε για τους Έλληνες, «δύσκολα συγκρατούμαι από το να πω: “Άγιε Σωκράτη, πρέσβευε υπέρ εμού”». Φυσικά, δεν προσευχόταν πραγματικά στους αγίους, ούτε στον Σωκράτη. Αυτό που θέλει να πει είναι: αυτοί οι παγανιστές παίρνουν τη θέση των Αγίων.

Έτσι, είναι σε αυτή την εποχή που «ανακαλύφθηκε ο άνθρωπος». Εμφανίζεται ένα τεράστιο ενδιαφέρον για το άτομο. Υπάρχει ένα πολύ καλό βιβλίο για την Αναγέννηση στην Ιταλία, του Γιάκομπ Μπούρκχαρντ [3], μελετητή του 19ου αιώνα. Παρεμπιπτόντως, υπάρχουν αρκετοί αξιόλογοι μελετητές του 19ου και πρώιμου 20ου αιώνα οι οποίοι μελέτησαν τα θέματά τους με αξιοθαύμαστη πληρότητα, κάτι που σπάνια συμβαίνει σήμερα. Και, ακόμη κι όταν η οπτική τους είναι συχνά αγνωστικιστική ή ακόμη και άθεη, επειδή εξετάζουν το αντικείμενό τους τόσο διεξοδικά, μπορεί κανείς να δει ξεκάθαρα τι ακριβώς συνέβαινε. Και αυτός (ο Μπούρκχαρντ) αναλύει πολλές από τις ιδέες που κυριαρχούσαν σε αυτή την περίοδο στην Ιταλία, τον πρώτο τόπο της Αναγέννησης, που αργότερα εξαπλώθηκε προς τον βορρά.

Και αναφέρει, για παράδειγμα, σε ένα ολόκληρο κεφάλαιο για τη σύγχρονη ιδέα της δόξας, η οποία εμφανίζεται τώρα για πρώτη φορά, δηλαδή, για πρώτη φορά μετά την αρχαιότητα. Σημειώνει πρώτα ότι ακόμη και ο Δάντης[1], ο οποίος κατά κάποιον τρόπο ανήκει ακόμη στον Μεσαίωνα, είναι ο πρώτος που μπορεί πραγματικά να χαρακτηριστεί ως άνθρωπος που επιδιώκει τη δόξα. Λέει: «Επιδίωξε το στεφάνι του ποιητή με όλη τη δύναμη της ψυχής του. Ως συγγραφέας και λόγιος, τόνιζε το γεγονός ότι αυτό που έκανε ήταν νέο, και ότι ήθελε όχι μόνο να είναι, αλλά και να θεωρείται πρώτος στον τομέα του».

Αργότερα υπήρξε κάποιος άλλος, λίγο μεγαλύτερος αλλά σύγχρονος του Δάντη, ο Αλμπερτίνος Μουσάττος[2], ο οποίος στέφθηκε ποιητής στην Πάντοβα από τον επίσκοπο και τον πρύτανη, και απολάμβανε δόξα σχεδόν θεοποίησης. Κάθε Χριστούγεννα οι διδάσκαλοι και οι φοιτητές και των δύο σχολών του πανεπιστημίου έρχονταν σε επίσημη πομπή μπροστά στο σπίτι του, με σάλπιγγες και όπως φαίνεται, με αναμμένες λαμπάδες, για να τον τιμήσουν και να του φέρουν δώρα. Η φήμη του διατηρήθηκε μέχρι που, το 1318, έπεσε σε δυσμένεια...

«Αυτό το νέο θυμίαμα, που κάποτε προσφερόταν μόνο σε αγίους και ήρωες, προσφέρθηκε τώρα απλόχερα στον Πετράρχη[3], ο οποίος προς τα τελευταία του χρόνια πείστηκε ότι τελικά ήταν ένα ανόητο και ενοχλητικό πράγμα».

Είναι προφανές ότι πρόκειται για την πιο χαμηλή μορφή κοσμικότητας: την επιθυμία να σε λατρεύουν τώρα και να σε θυμούνται οι επόμενες γενιές.

«Μέσα σε όλες αυτές τις εξωτερικές προετοιμασίες για την απόκτηση και εξασφάλιση της δόξας, η αυλαία τραβιέται πότε-πότε, και βλέπουμε με τρομακτική σαφήνεια μια απεριόριστη φιλοδοξία και μια δίψα για μεγαλείο, ανεξάρτητα από μέσα και συνέπειες».

Έτσι, στον πρόλογο της Φλωρεντινής Ιστορίας του Μακιαβέλλι[4], όπου κατηγορεί τους προκάτοχούς του, Λεονάρντο Αρετίνο[5] και Πότζιο[6], για την υπερβολική τους επιείκεια απέναντι στα πολιτικά κόμματα της πόλης, γράφει:

«Έκαναν μεγάλο λάθος και έδειξαν ότι καταλάβαιναν ελάχιστα τη φιλοδοξία των ανθρώπων και την επιθυμία να διαιωνίσουν το όνομά τους. Πόσοι, που δεν μπορούν να διακριθούν σε τίποτα αξιέπαινο, προσπαθούν να το κάνουν με άθλια έργα! Αυτοί οι συγγραφείς δεν σκέφτηκαν ότι πράξεις που είναι από μόνες τους μεγάλες, όπως είναι οι πράξεις ηγεμόνων και κρατών, φαίνεται πάντα να φέρνουν περισσότερη δόξα παρά κατηγορία, όποιου είδους κι αν είναι και όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμά τους».

«Σε περισσότερες από μία σημαντικές και τρομερές πράξεις, το κίνητρο που αποδίδουν σοβαροί ιστορικοί είναι η φλογερή επιθυμία να επιτύχει κανείς κάτι μεγάλο και αξιομνημόνευτο. Αυτό το κίνητρο δεν είναι απλώς μια ακραία περίπτωση κοινής ματαιοδοξίας, αλλά κάτι «δαιμονικό»...

(είναι αγνωστικιστής ο συγγραφέας· με «δαιμονικό» εννοεί κάτι που δεν μπορεί να εξηγηθεί με ανθρώπινα κίνητρα).

«...Κάτι δαιμονικό, που περιλαμβάνει παράδοση της βούλησης, χρήση οποιουδήποτε μέσου, όσο φρικτού κι αν είναι, και ακόμη και αδιαφορία για το ίδιο το αποτέλεσμα». Με αυτή την έννοια, για παράδειγμα, ο Μακιαβέλλι ερμηνεύει τον χαρακτήρα του Στεφάνο Πορκάρο[7]· η δολοφονία του Γκαλεάτσο Μαρία Σφόρτσα[8] και η δολοφονία του δούκα Αλεσσάντρο της Φλωρεντίας[9] αποδίδεται από τον ίδιο τον Βάρκι[10] στη δίψα για δόξα που βασάνιζε τον δολοφόνο, Λορετσίνο ντε’ Μεντίτσι[11]».

Γνωρίζουμε φυσικά κάτι από την ιστορία των ιταλικών ηγεμονιών της εποχής, τους διαβόητους Μεδίκους[12], που είχαν ακόμη και Πάπες ανάμεσά τους, δηλητηριάζοντας ο ένας τον άλλον και εξολοθρεύοντας άλλες οικογένειες. Υπήρχε ακόμη ο Λορετσίνο που «καλλιεργούσε μέσα του την ιδέα μιας ιδιαίτερης πράξης ώστε η ατίμωσή του να ξεχαστεί», και τελικά καταλήγει να δολοφονήσει τον συγγενή του και ηγεμόνα. Αυτά είναι χαρακτηριστικά γνωρίσματα αυτής της εποχής υπερβολικά τεντωμένων και απελπισμένων παθών και δυνάμεων.

Και φυσικά βλέπουμε και στη δική μας εποχή ανθρώπους που δολοφονούν προέδρους· αποτυχημένοι στη ζωή, θέλουν με κάποιο τρόπο να γίνουν γνωστοί, ακόμη κι αν χρειαστεί να πάνε στη φυλακή ή να σκοτωθούν. Η ιδέα ότι θα «γίνουν αθάνατοι» έστω μέσω μιας άθλιας πράξης, επειδή δεν πιστεύουν πια στην αθανασία της ψυχής.

Αλλά αυτή η στάση αυτοεξύψωσης, που εμφανίζεται επίσης στη ζωή του Μπενβενούτο Τσελίνι[13], ενός τυχοδιώκτη που τρέχει παντού κάνοντας τα πάντα για να γίνει διάσημος, προέρχεται άμεσα από τον Μεσαίωνα. Προέρχεται από αυτό που είδαμε στο προηγούμενο μάθημα: την ενασχόληση του Φραγκίσκου της Ασσίζης με τον εαυτό του, την αυτοϊκανοποίησή του, τις δραματικές επιδείξεις της «αγιότητάς» του. Μόλις άλλαξε το πνεύμα της εποχής, το ίδιο κίνητρο στράφηκε προς τον κόσμο και έγινε μια χονδροειδής, ακραία αυτομεγιστοποίηση.

Και αυτό είναι πάρα πολύ μακριά από την Ορθοδοξία, όπου ακόμη και οι αγιογράφοι συνήθως δεν υπογράφουν τα έργα τους. Δεν είναι απλώς θέμα ανωνυμίας, βρίσκουμε άλλωστε στα εκκλησιαστικά βιβλία ύμνους που λένε «το έγραψε ο μοναχός Γερμανός». Αλλά δεν υπάρχει η επιθυμία να καθιερωθεί κανείς ως μεγάλος ποιητής, μεγάλος συγγραφέας, μεγάλος αγιογράφος που θα εντυπωσιάσει τους συγχρόνους του. Εντάσσεται στην Παράδοση και συνεχίζει αυτό που υπήρχε πριν.

Τώρα όμως υπάρχει η επιθυμία ο κάθε καλλιτέχνης να «φτιάξει όνομα». Και στον 20ο αιώνα αυτό γίνεται γελοίο: οι περισσότεροι δεν έχουν καν ταλέντο, και νομίζουν ότι αν πετάξουν μπογιά σε έναν καμβά όσο πιο βίαια γίνεται, θα γίνουν διάσημοι.

Αυτό έχει πολύ μεγάλο βάθος, γιατί εμπλέκει και βαθιά στρώματα φιλοσοφίας και θεολογίας. Στην παραδοσιακή ορθόδοξη κοσμοθεώρηση, ξεκινά κανείς από την αποκάλυψη, την παράδοση, αυτό που έχει παραδοθεί από τους Πατέρες, και τελικά από τον Θεό. Και αν ρωτήσεις κάποιον πώς ξέρει κάτι, θα πει: «Το ξέρω γιατί έτσι έπλασε ο Θεός τον κόσμο, έτσι το παρέδωσαν οι άγιοι Πατέρες, έτσι λέει η Αγία Γραφή — αυτό είναι η αυθεντία».

Στη νέα εποχή όμως υπάρχει η επιθυμία να δημιουργηθεί κάτι άλλο, ένα νέο κριτήριο βεβαιότητας. Έτσι, λίγο μετά από αυτή την περίοδο, εμφανίζεται ο φιλόσοφος Ντεκάρτ, ο πρώτος «μοντέρνος» φιλόσοφος, και θεμελιώνει όλη τη φιλοσοφία του σε ένα μόνο πράγμα: «Σκέφτομαι, άρα υπάρχω». Και όλα τα άλλα που γνωρίζουμε με βεβαιότητα βασίζονται σε αυτή την πρώτη αρχή, την οποία θεωρεί το μόνο πράγμα που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Οι αισθήσεις απατούν, μπορεί να υπάρξουν ψεύτικες αποκαλύψεις· αλλά «ξέρω με βεβαιότητα ότι υπάρχω». Αυτό δείχνει πώς η ενασχόληση με τον εαυτό γίνεται ήδη θεολογική πρώτη αρχή. Και αργότερα φτάνει σε απίθανες ακρότητες.

------

[1] Άγιος Παύλος της Όμπνορα (†1429): Ο Άγιος Παύλος της Όμπνορα υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Ρώσους ερημίτες του 15ου αιώνα. Μαθητής του Αγίου Σεργίου του Ραντονέζ, έζησε σε απόλυτη άσκηση μέσα στα δάση της βόρειας Ρωσίας, κοντά στον ποταμό Όμπνορα, όπου αργότερα ιδρύθηκε και η μονή που φέρει το όνομά του.

Ξεχώρισε για την ακραία του αυστηρότητα: πολυετής ησυχαστική ζωή, νηστεία, υπακοή, αδιάλειπτη προσευχή, υπέρβαση των φυσικών αναγκών. Οι βίοι τον περιγράφουν ως άνθρωπο βαθιάς ειρήνης και θείας χάριτος, ο οποίος —παρά τις επιδρομές, τις καταστροφές και τις συνεχείς δοκιμασίες της εποχής του— παρέμεινε ατάραχος, δείχνοντας πώς λειτουργεί μια αληθινά ορθόδοξη πολιτισμική παράδοση: ακλόνητη, ακόμη κι όταν όλα γύρω καταρρέουν.

Η ζωή του αποκαλύπτει τον χαρακτήρα των παραδοσιακών ορθόδοξων πολιτισμών: οι εξωτερικές αναταράξεις δεν καταστρέφουν τη βαθύτερη πνευματική ισορροπία, γιατί το κέντρο είναι ο Χριστός και η ασκητική παράδοση της Εκκλησίας. Επιβεβαιώνει ότι μέσα στην Ορθοδοξία δεν υπάρχει "κάτι νέο", αλλά η συνεχής πιστότητα στη μία και αμετάβλητη αλήθεια.

[2] Έρασμος του Ρότερνταμ (Desiderius Erasmus, 1466–1536): Ανθρωπιστής λόγιος της Βόρειας Αναγέννησης, κεντρική μορφή του ευρωπαϊκού ουμανισμού. Ήταν ιερέας, φιλόλογος και κορυφαίος εκδότης αρχαίων κειμένων, ιδιαίτερα της Καινής Διαθήκης στα ελληνικά. Υποστήριξε μια μορφή «χριστιανικού ουμανισμού», που τόνιζε την ηθική βελτίωση του ανθρώπου και την επιστροφή στα πρωταρχικά κείμενα («ad fontes»). Παρότι παρέμεινε εντός της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, άσκησε κριτική τόσο στη σχολαστική θεολογία όσο και στην εκκλησιαστική διαφθορά. Ο θαυμασμός του για την αρχαία ελληνική σοφία έφτανε σε σημείο να εξυψώνει παγανιστές φιλοσόφους — χαρακτηριστικά αποκαλεί τον Σωκράτη «Άγιο Σωκράτη»— εκφράζοντας έτσι τον ανθρωποκεντρικό προσανατολισμό της Αναγέννησης, κάτι ριζικά ξένο προς την Ορθόδοξη πατερική προσέγγιση.

[3] Γιάκομπ Μπούρκχαρτ (Jacob Burckhardt, 1818–1897): Ελβετός ιστορικός του πολιτισμού, από τους θεμελιωτές της «πολιτισμικής ιστορίας» στη νεότερη Ευρώπη. Το έργο του The Civilization of the Renaissance in Italy (1860) υπήρξε καθοριστικό στην κατανόηση της Αναγέννησης ως εποχής «ανακάλυψης του ατόμου» και γέννησης του σύγχρονου κοσμικού ανθρώπου. Με διεισδυτική, σχεδόν λογοτεχνική προσέγγιση, ανέλυσε την τέχνη, την πολιτική, τα ήθη και την ψυχολογία της εποχής. Αν και κοσμικός και συχνά αγνωστικιστής, περιγράφει με σαφήνεια τις νέες δυνάμεις που αναδύονται τότε — ατομικισμό, κοσμικότητα, λατρεία της αρχαιότητας — στοιχεία που, από ορθόδοξη σκοπιά, σηματοδοτούν την απομάκρυνση της Δύσης από το πνεύμα της Παράδοσης.

Β΄Μέρος

[1] Δάντης Αλιγκιέρι (Dante Alighieri, 1265–1321): Μεγάλος Ιταλός ποιητής, θεωρούμενος ο «πατέρας» της ιταλικής γλώσσας. Το σημαντικότερο έργο του, Η Θεία Κωμωδία, αποτελεί μνημείο παγκόσμιας λογοτεχνίας και περιγράφει, σε αλληγορική μορφή, το ταξίδι της ψυχής μέσα από Κόλαση, Καθαρτήριο και Παράδεισο. Αν και ζει ακόμη σε μια εποχή συνδεδεμένη με τον Μεσαίωνα, ο Δάντης φανερώνει τα πρώτα σημάδια της αναδυόμενης αναγεννησιακής νοοτροπίας: ισχυρή αίσθηση προσωπικής αξίας, επίγνωση της πρωτοτυπίας του έργου του και επιδίωξη της φήμης. Το ύφος και το περιεχόμενό του συνδυάζουν μεσαιωνικά και πρωτο-ανθρωπιστικά στοιχεία, και γι’ αυτό συχνά θεωρείται γέφυρα ανάμεσα στον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση.

[2] Αλμπερτίνος Μουσάττο (Albertino Mussato, 1261–1329): Ιταλός λόγιος, ποιητής και πολιτικός της Πάδοβας, θεωρείται μια από τις πρώιμες μορφές του ιταλικού ανθρωπισμού, πριν ακόμη από τον Πετράρχη. Το 1315 έγινε ο πρώτος από την ύστερη μεσαιωνική Δύση που στεφανώθηκε με τον ποιητικό στέφανο, γεγονός που τον ανέδειξε σε σύμβολο της νέας κοσμικής αντίληψης περί «δόξας» και προσωπικής φήμης. Η τιμή που του αποδιδόταν—με δημόσιες πομπές, επαίνους και σχεδόν λατρευτική αναγνώριση—αποκαλύπτει τη μετατόπιση της εποχής από την τιμή των Αγίων προς την εξύψωση κοσμικών λογίων. Η φήμη του όμως ήταν εύθραυστη· το 1318 έπεσε σε πολιτική δυσμένεια, δείχνοντας πόσο ευμετάβλητο και εγκόσμιο ήταν το νέο ιδεώδες της «δόξας» στην πρώιμη Αναγέννηση.

[3] Φραντσέσκο Πετράρχης (Francesco Petrarca, 1304–1374): Γνωστός ως «πατέρας του ανθρωπισμού», ο Πετράρχης υπήρξε από τους σημαντικότερους λογίους της πρώιμης Αναγέννησης. Με το έργο και τη στάση του εξέφρασε ένα νέο πνεύμα επιστροφής στην κλασική αρχαιότητα, ιδιαίτερα στη λατινική γραμματεία, την οποία θεωρούσε οδηγό για την αναγέννηση του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Παρότι διατηρούσε χριστιανικές αναφορές, η σκέψη του εστίαζε στον άνθρωπο, στην ατομική αυτοσυνείδηση και στη δόξα της προσωπικής αρετής και φήμης. Η φήμη που απέκτησε στη ζωή του —σχεδόν λατρευτική σε ορισμένους κύκλους— δείχνει την αλλαγή της εποχής: άνθρωποι των γραμμάτων άρχισαν να τιμώνται με τρόπο που παλαιότερα ανήκε μόνο στους Αγίους. Το έργο του Canzoniere έθεσε θεμέλια για τη νεότερη ευρωπαϊκή ποίηση, ενώ η έντονη αυτοαναφορικότητά του τον καθιστά χαρακτηριστικό δείγμα της νέας, ανθρωποκεντρικής συνείδησης της Αναγέννησης.

[4] Νικολό Μακιαβέλι (Niccolò Machiavelli, 1469–1527): Ιταλός πολιτικός στοχαστής, διπλωμάτης και συγγραφέας, θεωρείται θεμελιωτής της νεότερης πολιτικής θεωρίας. Το πιο γνωστό έργο του, Ο Ηγεμόνας, περιγράφει την πολιτική εξουσία όχι όπως «θα έπρεπε» να είναι, αλλά όπως λειτουργεί στην πραγματικότητα, με γνώμονα τη δύναμη, τη στρατηγική και τη σκοπιμότητα περισσότερο παρά την ηθική. Η σκέψη του εκφράζει την αναγεννησιακή στροφή προς τον «φυσικό άνθρωπο» και την αυτονομία της ανθρώπινης βούλησης, απομακρυσμένη πλέον από τη χριστιανική ηθική και την ιδέα της θείας πρόνοιας. Στα ιστορικά του έργα, όπως H Ιστορία της Φλωρεντίας, αναλύει την πολιτική ζωή με ρεαλισμό και ψυχρή αντικειμενικότητα, ενώ η έννοια της «δόξας» παίζει καθοριστικό ρόλο στη μακιαβελική αντίληψη για το ανθρώπινο κίνητρο. Για τον π. Σεραφείμ, ο Μακιαβέλι δείχνει χαρακτηριστικά πώς η δίψα για φήμη και κοσμική επιτυχία γίνεται σχεδόν δαιμονική δύναμη στη νέα εποχή.

[5] Λεονάρντο Αρετίνο (Leonardo Bruni Aretino, περ. 1370–1444): Ιταλός ουμανιστής, ιστορικός και καγκελάριος της Φλωρεντίας, από τις πιο εξέχουσες μορφές του πρώιμου ιταλικού ουμανισμού. Μαθητής του Μανουήλ Χρυσολωρά, υπήρξε από τους πρώτους Δυτικούς λογίους που ανέστησαν σοβαρά την ελληνική παιδεία στη Δύση μετά το Σχίσμα, μεταφράζοντας Πλάτωνα, Αριστοτέλη και πλήθος Ελλήνων συγγραφέων. Το έργο του Ιστορία του Φλωρεντινού Λαού θεωρείται υπόδειγμα αναγεννησιακής ιστοριογραφίας, όπου η αφήγηση απελευθερώνεται από τη μεσαιωνική θεολογική οπτική και δίνει έμφαση στον άνθρωπο, την πολιτική αρετή και την πολιτειακή ελευθερία.

[6] Πότζιο Μπρατσιολίνι (Poggio Bracciolini, 1380–1459): Ιταλός ανθρωπιστής, γραμματέας της παπικής αυλής και από τους σημαντικότερους συλλέκτες και αναβιωτές αρχαίων χειρογράφων. Ταξίδεψε σε μοναστήρια της Γερμανίας και της Ελβετίας όπου ανακάλυψε πολυτίμους συμβάλλοντας καθοριστικά στην αναβίωση της κλασικής γραμματείας στη Δύση. Το ύφος του αποτυπώνει το πνεύμα της Αναγέννησης: σατιρικό, κοσμικό, απελευθερωμένο από την πατερική και μεσαιωνική σοβαρότητα.

[7] Στέφανο Πορκάρο (Stefano Porcaro, περ. 1400–1453): Ρωμαίος λόγιος, πολιτικός και ανθρωπιστής της Αναγέννησης, γνωστός κυρίως για τις επαναστατικές του απόπειρες εναντίον της παπικής εξουσίας στη Ρώμη. Εμπνευσμένος από την αρχαία ρωμαϊκή δημοκρατία και τον ιδεαλισμό του κλασικού πολιτεύματος, επιδιώξε να αποτινάξει την κοσμική κυριαρχία των Παπών και να αποκαταστήσει μια «ελεύθερη Ρώμη» στα πρότυπα της αρχαιότητας. Ο Μακιαβέλι τον παρουσιάζει ως παράδειγμα ανθρώπου που κυριεύεται από τη “δαίμονα” φιλοδοξία για δόξα και ιστορική υστεροφημία, μια φιλοδοξία που υπερέβαινε κάθε πρακτικό όριο και τον οδήγησε στην εκτέλεση μετά την αποτυχημένη συνωμοσία του 1453.

[8] Γκαλεάτσο Μαρία Σφόρτσα (Galeazzo Maria Sforza, 1444–1476): Δούκας του Μιλάνου από το 1466 έως τη δολοφονία του το 1476. Ανήκε στη δυναστεία των Σφόρτσα και έμεινε γνωστός για την αυταρχική, πολλές φορές σκληρή διακυβέρνησή του, καθώς και για την πολυτελή και έκλυτη αυλή που διατηρούσε. Η δολοφονία του στον ναό του Αγίου Στεφάνου στο Μιλάνο υπήρξε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά επεισόδια της πολιτικής βίας της ιταλικής Αναγέννησης· μεταγενέστεροι χρονικογράφοι και συγγραφείς, όπως ο Μακιαβέλλι, θεώρησαν την πράξη αυτή ενδεικτική της εποχής, όπου η «δίψα για δόξα» και η πολιτική ίντριγκα ξεπερνούσαν συχνά κάθε ηθικό ή θεσμικό φραγμό.

[9] Αλεσσάντρο ντε’ Μεντίτσι (Alessandro de’ Medici, 1510–1537): Πρώτος κληρονομικός δούκας της Φλωρεντίας και μέλος της ισχυρής οικογένειας των Μεδίκων. Ανέβηκε στην εξουσία το 1532, με την υποστήριξη του Πάπα Κλήμη Ζ΄ και του αυτοκράτορα Καρόλου Ε΄, εγκαινιάζοντας μια πιο συγκεντρωτική και αυταρχική μορφή διακυβέρνησης στην πόλη. Η εξουσία του θεωρήθηκε από πολλούς καταπιεστική, προκαλώντας εχθρότητες ακόμα και μέσα στο ίδιο το οικογενειακό του περιβάλλον. Δολοφονήθηκε το 1537 από τον εξάδελφό του Λορετσίνο ντε’ Μεντίτσι, ο οποίος παρουσίασε αργότερα την πράξη του ως «τυραννοκτονία», αν και οι σύγχρονοι ιστορικοί τη θεωρούν προϊόν προσωπικών φιλοδοξιών και πολιτικών ανταγωνισμών της εποχής.

[10] Μπενεντέττο Βάρκι (Benedetto Varchi, 1502–1565): Ιταλός λόγιος, ποιητής και ιστορικός της Αναγέννησης, γνωστός κυρίως για το έργο του Storia Fiorentina, όπου αφηγείται με εντυπωσιακή λεπτομέρεια την πολιτική και κοινωνική ζωή της Φλωρεντίας του 16ου αιώνα. Έχοντας στενές σχέσεις με τους Μεδίκους αλλά και με κύκλους ουμανιστών, προσπάθησε να καταγράψει την ιστορία της πόλης με σχετική αντικειμενικότητα, σχολιάζοντας ανοιχτά τις συγκρούσεις, τις συνωμοσίες και τις δολοφονίες της εποχής. Στο έργο του αναφέρει ότι ο Λορετσίνο ντε’ Μεντίτσι δολοφόνησε τον δούκα Αλεσσάντρο από «δίψα για δόξα» — μια ένδειξη της ψυχολογίας και των παθών που χαρακτήριζαν πολλούς πολιτικούς παράγοντες της Αναγεννησιακής Ιταλίας.

[11] Λορετσίνο ντε’ Μεντίτσι (Lorenzino de’ Medici, 1514–1548): Γνωστός και ως Lorenzaccio, ανήκε στους Μεδίκους και ήταν μια από τις πιο αμφιλεγόμενες φυσιογνωμίες της Αναγέννησης. Το 1537 δολοφόνησε τον ξάδελφό του, τον δούκα Αλεσσάντρο των Μεδίκων, ηγεμόνα της Φλωρεντίας. Παρότι ο ίδιος παρουσίασε τη δολοφονία ως «τυραννοκτονία» με δήθεν πολιτικά κίνητρα, οι σύγχρονοί του —και ιδιαίτερα ο ιστορικός Βάρκι— την απέδωσαν κυρίως στη δίψα του για δόξα, στην επιθυμία του να διακριθεί με μια πράξη «μεγάλη και αξέχαστη», ακόμα κι αν ήταν εγκληματική. Μετά τη δολοφονία κατέφυγε στη Βενετία και αργότερα στη Γαλλία, όπου και δολοφονήθηκε ως αντίποινα. Η φιγούρα του έγινε διάσημη στη λογοτεχνία, ιδίως στο θεατρικό Lorenzaccio του Αλφρέ ντε Μυσσέ, ως παράδειγμα αλλοτριωμένης Αναγεννησιακής ψυχής, ταλαντευόμενης ανάμεσα στην πολιτική ιδέα και την προσωπική ματαιοδοξία.

[12] Οίκος των Μεδίκων (Medici): Ισχυρή φλωρεντινή οικογένεια της Αναγέννησης, που κυριάρχησε πολιτικά, οικονομικά και πολιτιστικά από τον 15ο έως τον 17ο αιώνα. Ξεκίνησαν ως έμποροι και τραπεζίτες, ιδρύοντας μία από τις σημαντικότερες τράπεζες της Ευρώπης, και σταδιακά εξελίχθηκαν σε de facto ηγεμόνες της Φλωρεντίας. Οι Μέδικοι υπήρξαν από τους μεγαλύτερους προστάτες των τεχνών, στηρίζοντας καλλιτέχνες όπως τον Μιχαήλ Άγγελο, τον Λεονάρντο ντα Βίντσι και τον Μποτιτσέλι, συμβάλλοντας καθοριστικά στην άνθηση της Αναγέννησης. Παράλληλα, δύο μέλη τους έγιναν Πάπες (Λέων Ι΄ και Κλήμης Ζ΄), ενώ άλλοι ανέλαβαν την ηγεμονία της Τοσκάνης ως Μεγάλοι Δούκες. Η οικογένεια συνδέεται επίσης με πολιτικές ίντριγκες, δολοφονίες και βίαιες αντιπαλότητες με άλλους οίκους. Παρά τη λάμψη τους, οι Μέδικοι ενσάρκωσαν σε μεγάλο βαθμό την αναγεννησιακή κοσμικότητα, φιλοδοξία και αδίστακτη εξουσιαστικότητα.

[13] Μπενβενούτο Τσελίνι (Benvenuto Cellini, 1500–1571): Ιταλός χρυσοχόος, γλύπτης, χαράκτης και συγγραφέας της Ύστερης Αναγέννησης, διάσημος τόσο για το εξαιρετικό του καλλιτεχνικό ταλέντο όσο και για τον έντονα ταραχώδη, συχνά βίαιο και φιλοδόξο χαρακτήρα του. Υπηρέτησε ως αυλικός καλλιτέχνης διαφόρων ηγεμόνων (μεταξύ των οποίων ο βασιλιάς Φραγκίσκος Α΄ της Γαλλίας και ο δούκας Κόζιμο Α΄ των Μεδίκων), δημιουργώντας έργα υψηλής τεχνικής, όπως το περίφημο αλατιέρα του Φραγκίσκου Α΄ (Saliera) και το χάλκινο άγαλμα του Περσέα στη Λότζια ντεϊ Λάντσι, Φλωρεντία. Ο Τσελίνι όμως έγινε εξίσου γνωστός για την αυτοβιογραφία του, ένα από τα πιο χαρακτηριστικά κείμενα της Αναγέννησης, όπου παρουσιάζει τον εαυτό του ως ήρωα, ιδιοφυΐα, διωκόμενο και θριαμβευτή· γεμάτο υπερβολές, βίαια επεισόδια, καυχησιολογία και αυτοαναφορικότητα, αποτελεί υπόδειγμα της νέας αναγεννησιακής νοοτροπίας: την επιθυμία προσωπικής δόξας, την αυτοπροβολή, τον ατομισμό και την απόρριψη της παραδοσιακής ταπεινότητας.