Σεραφείμ Ρόουζ: Ε' και ΣΤ΄ ΜΕΡΟΣ της 3ης Διάλεξης – Επιστήμη και Πίστη

          Φωτογραφία: ΕΟΔ

Συγγραφέας: ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΡΑΚΑΚΗΣ

Η Αναγέννηση και η Μεταρρύθμιση συνέβαλαν στη διάλυση της Ορθόδοξης παράδοσης, ανοίγοντας τον δρόμο στη σύγχρονη επιστήμη ως νέα «πίστη» και κοσμοθεωρία.

3η Διάλεξη - Ε’ ΜΕΡΟΣ - Επιστήμη

Η Αναγέννηση όσο και η Μεταρρύθμιση, παρότι είναι τα πιο εντυπωσιακά κινήματα αυτής της περιόδου, στην πραγματικότητα δεν είναι τα πιο σημαντικά. Απλώς συνεχίζουν το έργο της διάλυσης που είχαν αρχίσει οι Μεσαιωνικοί χρόνοι, τη διάλυση της Ορθόδοξης Χριστιανοσύνης. Και τα δύο μάλιστα εμπόδισαν το κύριο κίνημα της εποχής της Αναγέννησης, δηλαδή την άνοδο της σύγχρονης επιστημονικής κοσμοθεωρίας. Ο ανθρωπισμός την εμπόδισε επειδή ήταν απορροφημένος από τα αρχαία κείμενα και πίστευε ότι οι αρχαίοι ήταν σοφότεροι από τους νεότερους· και ο Προτεσταντισμός την εμπόδισε εξαιτίας του στενού δογματισμού του. Η άνοδος όμως της νέας επιστήμης είναι το πραγματικά καινούργιο και σημαντικό φαινόμενο αυτής της περιόδου, και αυτό θα έχει τις μεγάλες συνέπειες στους επόμενους αιώνες.

Η επιστήμη έγινε σημαντική επειδή ο άνθρωπος, έχοντας απελευθερωθεί από την Ορθόδοξη Παράδοση, έστρεψε πλέον την προσοχή του προς τον εξωτερικό κόσμο. Αυτή η στροφή προς τον κόσμο πήρε μερικές φορές μορφές κατάφωρα ειδωλολατρικές και ανήθικες. Αλλά η κοσμικότητα αυτή εκδηλώθηκε επίσης με την άνοδο της βιομηχανίας και του καπιταλισμού και με το κύμα εξερευνήσεων, την ανακάλυψη της Αμερικής κ.ο.κ. Αυτές οι κινήσεις ήταν που θα άλλαζαν το πρόσωπο της γης στους αιώνες που θα ακολουθούσαν. Θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για το «ζυμάρι» της κοσμικότητας που έμελλε να διαποτίσει ολόκληρο τον κόσμο και να του δώσει τη σημερινή του νοοτροπία, η οποία στερείται εντελώς την παραδοσιακή ορθόδοξη αίσθηση του φόβου του Θεού και είναι, στην πραγματικότητα, κυριευμένη από την ελαφρότητα.

Ο Προτεσταντισμός είναι γεμάτος από αυτό το πνεύμα, κάτι που μπορεί να παρατηρήσει κανείς αν συγκρίνει τη συμπεριφορά ενός προτεστάντη πάστορα με εκείνη ενός ορθόδοξου ιερέα. Ο καθολικός ιερέας επίσης έχει αυτό το κοσμικό ύφος· και ορθόδοξοι ιερείς που χάνουν το άρωμα της Ορθοδοξίας πέφτουν στο ίδιο ανάλαφρο, «τζαζ», σύγχρονο αίσθημα, την επιρροή δηλαδή της κοσμικότητας. Αυτή η επιρροή είναι που κάνει δυνατά πράγματα όπως η Ντίσνευλαντ, πράγματα που οποιοσδήποτε λογικός άνθρωπος του Μεσαίωνα ή της Αναγέννησης, και πολύ περισσότερο μέσα στην παραδοσιακή χριστιανική κοινωνία, θα θεωρούσε παραλογισμό.

Τώρα φτάνουμε στο πιο σημαντικό στοιχείο της περιόδου της Αναγέννησης: την άνοδο της σύγχρονης επιστήμης. Πρόκειται για την ανακάλυψη ενός νέου κλειδιού στη γνώση και την αλήθεια. Και ουσιαστικά δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια νέα μορφή Σχολαστικισμού. Η επιστημονική μέθοδος αντικαθιστά τη σχολαστική μέθοδο ως μέσο απόκτησης της αλήθειας. Και όπως ακριβώς ο Σχολαστικισμός, έτσι και αυτή οδηγεί στην απώλεια όλων των αληθειών που δεν ταιριάζουν στο πλαίσιό της — ένα πλαίσιο πολύ στενό και άκαμπτο.

Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον ότι η σύγχρονη επιστήμη γεννιέται μέσα σε αυτό που ονομάζεται «μυστικισμός», ακριβώς όπως αργότερα θα δούμε ότι και ο σοσιαλισμός γεννήθηκε μέσα σε έναν είδος μυστικισμού. Αυτός ο μυστικισμός ήταν ο Πλατωνισμός και ο Πυθαγορισμός που αναβίωσαν μαζί με τις αρχαίες σπουδές, και οι οποίοι μετέδωσαν την πίστη ότι ο κόσμος είναι διατεταγμένος σύμφωνα με τους αριθμούς. Η φιλοσοφική παράδοση των Πυθαγορείων θεμελιώνεται στην αρμονική τάξη των αριθμών που αντιστοιχεί στον εξωτερικό κόσμο. Και βλέπουμε σήμερα ότι η ένωση των μαθηματικών με την παρατήρηση έχει πράγματι αλλάξει το πρόσωπο της γης· διότι πράγματι ο κόσμος είναι διατεταγμένος κατά αριθμό. Αλλά στην αρχή αυτό ήταν μόνο μια αμυδρή αντίληψη· κι ήταν η πίστη των Πυθαγορείων και των Πλατωνιστών ότι οι αριθμοί αντιστοιχούν στην πραγματικότητα — μαζί με την έρευνα των μυστηρίων της φύσης — που οδήγησαν στις ανακαλύψεις που άλλαξαν την κοσμοθεωρία του κόσμου.

Η σύγχρονη επιστήμη επίσης γεννήθηκε από τα πειράματα των πλατωνικών αλχημιστών, των αστρολόγων και των μάγων. Το υπόβαθρο του νέου επιστημονικού κόσμου ήταν το πνεύμα του φαουστικού ανθρώπου — το πνεύμα της μαγείας — το οποίο παραμένει ως ξεκάθαρη υποχορδή ακόμη και στη σύγχρονη επιστήμη.

Η ανακάλυψη της ατομικής ενέργειας, στην πραγματικότητα, θα είχε ενθουσιάσει τους αλχημιστές της Αναγέννησης· διότι ακριβώς τέτοιου είδους δύναμη αναζητούσαν.

Ο στόχος της νεότερης επιστήμης είναι η κυριαρχία πάνω στη φύση, και ο Ντεκάρτ, ο οποίος διαμόρφωσε τη μηχανιστική / επιστημονική κοσμοθεωρία, είπε ότι ο άνθρωπος πρέπει να γίνει «κύριος και κάτοχος της φύσεως». Πρέπει να σημειωθεί ότι αυτό αποτελεί θρησκευτική πίστη, η οποία παίρνει τη θέση της χριστιανικής πίστης. Ακόμη και ο ορθολογιστής Ντεκάρτ, που έλεγε ότι όλη η φύση δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια μεγάλη μηχανή, θέτοντας έτσι τις βάσεις της μηχανιστικής και επιστημονικής νοοτροπίας που κυριαρχεί μέχρι σήμερα στην επιστημονική έρευνα, είχε κι αυτός, στη νεότητά του, περίεργα όνειρα και οράματα. Και αφού διαμόρφωσε τη νέα επιστήμη του, είχε ένα όραμα του “αγγέλου της αλήθειας”. Αυτός ο άγγελος τού έδωσε εντολή να εμπιστευθεί τη νέα του επιστήμη, η οποία θα του παρείχε κάθε γνώση. Και η γνώση, φυσικά, είχε ως σκοπό να κάνει τον άνθρωπο κύριο και κάτοχο της φύσης.

Αυτή η θρησκευτική φύση της επιστημονικής πίστης φαίνεται σήμερα, όταν η κατάρρευση της επιστημονικής πίστης, η οποία κυριάρχησε επί αιώνες, οδηγεί σε μια νέα θρησκευτική κρίση. Διότι τώρα οι άνθρωποι έρχονται στο ερώτημα: Τι μπορεί να πιστέψει κανείς, αν ακόμη και η επιστήμη —που υποτίθεται ότι είναι η απόλυτη βεβαιότητα— δεν προσφέρει καμία βεβαιότητα; Και έτσι γεννιούνται νέες παραλογικές φιλοσοφίες, και η επιθυμία να πιστέψουν οι άνθρωποι σε «νέους θεούς».

Αυτή η επιστημονική κοσμοθεωρία, η οποία τώρα διαλύεται, γεννά μια ανησυχία, ένα υπόκωφο άγχος που διακρίνουμε σήμερα στον αέρα. Και πολλοί άνθρωποι που κινούνται από αυτή την ανησυχία καταλήγουν να έρθουν στην Ορθοδοξία. Στην πραγματικότητα, αυτή είναι η κατάσταση πολλών από τους προσήλυτους σήμερα. Και γι’ αυτό είναι ακόμη πιο σημαντικό, αφού προσπαθούμε να αμυνθούμε απέναντι σε ψευδείς φιλοσοφίες, όταν ερχόμαστε στην Ορθοδοξία να κατανοούμε πλήρως την ορθόδοξη κοσμοθεωρία και να μπαίνουμε μέσα σε αυτήν· διότι, αν δεν το κάνουμε, θα γίνουμε εύκολα πιόνια των νέων παραλογικών φιλοσοφιών που θα πάρουν τη θέση της επιστημονικής πίστης.

Τα επιστημονικά κείμενα της Αναγεννήσεως είναι γεμάτα από πλατωνικό και ψευδοχριστιανικό μυστικισμό, και από την πεποίθηση ότι το μυστήριο του σύμπαντος «τώρα αποκαλύπτεται». Διότι πριν από τους Μεσαιωνικούς χρόνους, στις παραδοσιακές χριστιανικές κοινωνίες —στην Κωνσταντινούπολη, στην παλαιά Δύση πριν από το Σχίσμα, στη Ρωσία και σε άλλες ορθόδοξες πολιτείες— δεν υπήρχε καμία επιθυμία να «εξηγηθεί» το μυστήριο του σύμπαντος. Είχαμε τη γνώση του Θεού που αρκούσε για τη σωτηρία. Και γνωρίζαμε πως πολλά πράγματα στον κόσμο παραμένουν ανεξήγητα· γνωρίζαμε όμως αρκετά, όσα χρειάζονται για να σωθεί η ψυχή. Τα υπόλοιπα ανήκαν στη σφαίρα της μαγείας, της αλχημείας και των σκοτεινών τεχνών.

Τώρα όμως που η χριστιανική πίστη απορρίπτεται, το θρησκευτικό ενδιαφέρον προβάλλεται προς τον κόσμο. Και έτσι γεννιέται η ιδέα ότι υπάρχει ένα «μυστήριο του σύμπαντος» το οποίο πρέπει να αποκαλυφθεί, μια ιδέα που συναντούμε ακόμη και σε πολλούς σημερινούς επιστήμονες.

Σήμερα, η επιστημονική γνώση βιώνεται από πολλούς ως ένα σχεδόν αβάσταχτο βάρος. Και αρκετοί θεωρούν ότι ο τελικός σκοπός της νεότερης επιστήμης είναι να οδηγήσει την ανθρωπότητα σε ολική δουλεία. Και πράγματι, σήμερα υπάρχουν άνθρωποι που διδάσκουν στα αμερικανικά πανεπιστήμια ότι ο άνθρωπος είναι εντελώς «προσδιορισμένος», ότι οι επιστήμονες πρέπει να κυβερνούν το μέλλον, ότι μπορεί να έχει κανείς μια συσκευή-υπολογιστή στην τσέπη συνδεδεμένη με τον εγκέφαλο· κι όταν κάποιος κάνει μια «αντικοινωνική» πράξη, ενάντια σε αυτό που θέλουν οι ηγέτες, τότε να λαμβάνει σήμα στον εγκέφαλο, τέτοιο πόνο, ώστε να σταματά αμέσως (βλ. Σκίννερ[1]).

Και έτσι αυτή η επιστημονική πίστη —αυτή η επιστημονική γνώση— γίνεται αισθητή σήμερα ως κάτι ψυχρό και βαρύ. Και γι’ αυτό έχει μεγάλο ενδιαφέρον να καταλάβουμε πώς αισθάνονταν οι πρώτοι άνθρωποι που ανακάλυπταν αυτή τη νέα επιστημονική αντίληψη. Διότι υπήρχαν εκείνη την εποχή κάποιοι που ένιωθαν μια μυστηριώδη έξαρση, μια πνευματική ευφορία, με αυτή τη «νέα θρησκεία» της επιστήμης.

Ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο αστρονόμος και φιλόσοφος Τζορντάνο Μπρούνο[2], ένας από τους πιο τυπικούς «περιπλανώμενους» της νέας εποχής. Ήταν Δομινικανός μοναχός, αλλά εγκατέλειψε το μοναστήρι του. Πήγε στον Βορρά· συνάντησε τον Λούθηρο. Ένιωσε μεγάλη έλξη για τον Λουθηρανισμό, ύστερα για τον Καλβινισμό. Μετά απογοητεύθηκε. Τον αφόρισε ο Λούθηρος. Τον αφόρισε ο Καλβίνος. Πήγε στην Αγγλία και… ερωτεύθηκε την βασίλισσα Ελισάβετ κι έπειτα ανακάλυψε ότι δεν ήταν τόσο δημοφιλής, και καταράστηκε την Οξφόρδη. Μετά πήγε στη Γαλλία, όπου ο βασιλιάς τον προσκάλεσε να δώσει διαλέξεις. Είχε κάποιες ιδιαίτερες τεχνικές μνημονικής, τις οποίες πολλοί θεωρούσαν κάτι κοντά στη μαγεία. Δίδασκε όμως και την νέα αστρονομία· ήταν δηλαδή από τους πρώτους οπαδούς της κοπερνίκειας θεωρίας. Αλλά πουθενά δεν βρήκε ανάπαυση. Ήταν γεμάτος από το ανήσυχο πνεύμα της εποχής, και όμως πουθενά δεν ένιωσε ειρήνη.

Ήταν όμως από εκείνους που ένιωσαν πραγματικά τις συνέπειες της κοπερνίκειας επανάστασης, για την οποία θα μιλήσουμε σε λίγο. Το γεγονός ότι η γη κινείται γύρω από τον ήλιο και όχι ο ήλιος γύρω από τη γη, ήταν γι’ αυτόν μια ανακάλυψη με σαφείς θρησκευτικές συνέπειες. Ως αποτέλεσμα, είπε: «Ο άνθρωπος δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα μυρμήγκι μπροστά στο άπειρο, και ένα άστρο δεν είναι τίποτε περισσότερο από έναν άνθρωπο». Αυτή είναι μια πολύ σύγχρονη αίσθηση, η αίσθηση ότι ο άνθρωπος χάνεται μέσα στην απεραντοσύνη του σύμπαντος. Αλλά ο Μπρούνο δεν το ένιωθε ως κάτι ψυχρό. Σήμερα μας φαίνεται παγερό, τρομακτικό· ότι ο άνθρωπος είναι μόνος στο διάστημα. Εκείνος δεν το πίστευε αυτό, διότι έβλεπε παντού τον Θεό, τον δικό του Θεό. Έλεγε πως η φύση είναι «ο Θεός μέσα στα πράγματα». Είχε ένα είδος μυστικού πανθεϊσμού. Έλεγε πως η ύλη είναι θεία· πως ο Θεός, αφού χάθηκε μαζί με την εγκατάλειψη της ορθόδοξης κοσμοθεωρίας, τώρα προβάλλεται επάνω στην ύλη. Έβλεπε τον Θεό παντού μέσα στη ζωή του σύμπαντος. Πίστευε μάλιστα πως ακόμη και οι πλανήτες είναι ζωντανοί, ίσως όχι με προσωπική νοημοσύνη, αλλά με κάποιο είδος ζωής που λάμπει μέσα από τα άστρα και τα ουράνια σώματα. Και, από μία άποψη, αυτό δεν απέχει πολύ από τον Φραγκίσκο της Ασίζης.

Όταν η γη εκτοπίζεται από το κέντρο της δημιουργίας, εκείνος ένιωσε (ή νόμιζε πως ένιωσε) ότι όλα τα όρια εξαφανίζονται. Πίστευε πως το σύμπαν είναι άπειρο· πως υπάρχουν άπειροι κόσμοι και άπειρες νοημοσύνες πάνω σε αυτούς τους κόσμους, άλλες μορφές ανθρωπότητας. Ιδέες που γοητεύουν πάρα πολλούς σύγχρονους ανθρώπους.

Κατά τον Μπρούνο, να γνωρίσεις τη φύση σημαίνει να γνωρίσεις τον Θεό. Κάθε πρόοδος της επιστήμης και της γνώσης της φύσης είναι μια νέα «αποκάλυψη», δηλαδή κάτι θρησκευτικό. Ο ίδιος έλεγε πως τον έλκυε «το σκοτάδι του αγνώστου», όπως ο σκώρος έλκεται από τη φλόγα που τον καταστρέφει. Και, άθελά του, προφήτευσε έτσι το τέλος του, διότι συνελήφθη από την Ιερά Εξέταση και κάηκε ζωντανός ως αιρετικός. Αλλά πέθανε σαν μάρτυρας: ήρεμος, βέβαιος ότι δεν θα αλλάξει τις πεποιθήσεις του.

Αργότερα ξεχάστηκε σχεδόν ολοκληρωτικά, μέχρι περίπου το 1870, όταν άρχισαν να εκδίδονται τα έργα του· και τώρα γίνεται ξανά γνωστός, με βιβλία στα αγγλικά κ.λπ. Στο σημείο της πυράς του στη Ρώμη ανεγέρθηκε μάλιστα και μνημείο.

Αυτή η «μυστικιστική θεολογία της φύσης» που είχε ο Μπρούνο στην απαρχή της νεότερης επιστήμης είναι πολύ ενδιαφέρουσα, διότι αντανακλάται —με εντελώς άλλο τρόπο— σε μια άλλη μορφή «επιστημονικού μυστικισμού» που εμφανίζεται σήμερα, τώρα που η επιστημονική κοσμοθεωρία έχει καταρρεύσει ή βρίσκεται στο τέλος της: στον μυστικισμό του Τεγιάρ ντε Σαρντέν, τον οποίο θα δούμε σε επόμενο κεφάλαιο.

Κοπερνίκεια Επανάσταση και διάκριση επιστήμης και πίστης στην Ορθοδοξία.

Η ΕΟΔ συνεχίζει να δημοσιεύει τις 13 διαλέξεις του π. Σεραφείμ Ρόουζ σε μετάφραση του Γεώργιου Τρακάκη, Επιστήμονα Υλικών Δρ. Επιστήμης και Τεχνολογίας Πολυμερών, Πάτρα. Ένα Ορθόδοξο Μάθημα Επιβίωσης: κατανοώντας την αποστασία του Δυτικού πολιτισμού μέσα από την Ορθόδοξη πίστη.

3η Διάλεξη - ΣΤ’ ΜΕΡΟΣ - Η Κοπερνίκεια Επανάσταση

Το καίριο σημείο στην άνοδο της επιστημονικής πίστης, της επιστημονικής κοσμοθεωρίας, είναι η λεγόμενη «Κοπερνίκεια επανάσταση».

Ο Τζορντάνο Μπρούνο πέθανε το 1600. Ο Κοπέρνικος[1] πέθανε το 1543, και το βιβλίο του εκδόθηκε τη χρονιά του θανάτου του, το 1543. Πριν από αυτή την εποχή, η μεσαιωνική και η αρχαία αστρονομία βασίζονταν στη γεωκεντρική θεωρία: ότι η γη βρίσκεται στο κέντρο του σύμπαντος και όλα περιστρέφονται γύρω της. Όμως υπήρχαν ορισμένες ανώμαλες κινήσεις των πλανητών, και για να τις εξηγήσουν, οι αστρονόμοι επινόησαν κύκλους μέσα σε κύκλους, ώστε να δικαιολογήσουν αυτές τις περίεργες τροχιές. Η νέα πίστη στον πλατωνικό μυστικισμό. ότι οι αριθμοί αντιστοιχούν στην πραγματικότητα και ότι ο Θεός, η φύση, ενεργούν με τον απλούστερο δυνατό τρόπο, έκανε ορισμένους ανθρώπους να δυσαρεστούνται με αυτή την πολύπλοκη εξήγηση (των κύκλων μέσα σε κύκλους). Ο Κοπέρνικος έκανε πλήθος υπολογισμών και τελικά οδηγήθηκε στην ανακάλυψη (που δεν βασιζόταν σε παρατήρηση, αλλά σε μαθηματική πίστη) ότι, για να υπάρξει η απλούστερη δυνατή εξήγηση των ουράνιων κινήσεων, πρέπει να υποθέσουμε ότι η γη περιστρέφεται γύρω από τον ήλιο μαζί με τους υπόλοιπους πλανήτες.

Για αυτό πρέπει να πούμε δύο πράγματα: Πρώτον, η ανακάλυψη αυτής της νέας αλήθειας (η οποία φαίνεται να ισχύει, αφού μπορεί κανείς να στοχεύσει έναν πύραυλο και να φτάσει στο σωστό σημείο του ουρανού βασιζόμενος σε αυτή) δεν αναιρεί το γεγονός ότι τα ουράνια σώματα πράγματι φαίνονται να κινούνται γύρω από τη γη· αυτό το βλέπει ο καθένας καθημερινά. Η επιστημονική αλήθεια του ηλιοκεντρισμού απλώς εξηγεί, σε επιστημονικό επίπεδο, τις περίπλοκες αμοιβαίες κινήσεις ουρανίων σωμάτων και γης, ώστε να παραχθεί το φαινόμενο που βλέπουμε: ότι ο ήλιος ανατέλλει και δύει. Με τον ίδιο τρόπο, η επιστημονική εξήγηση του «πράσινου», ως συνδυασμός φωτός, ματιού και μοριακής δομής, δεν αλλάζει το γεγονός ότι εγώ βλέπω ένα πράσινο δάσος και χαίρομαι γι’ αυτό. Μπορεί κανείς να δώσει μια τεχνική εξήγηση των αιτιών, αλλά το φαινόμενο παραμένει το ίδιο.

Η αποτυχία να διακριθούν αυτά τα δύο επίπεδα δημιούργησε μεγάλη σύγχυση εκείνη την εποχή. Η επιστημονική θεωρία του ηλιοκεντρισμού δεν καταργεί ούτε το απόσπασμα του Ψαλμού «ὁ ἥλιος ἔγνω τὴν δύσιν αὐτοῦ»[2] ούτε την καθημερινή εμπειρία. Όσοι αλλάζουν τον τρόπο σκέψης τους και πιστεύουν ότι «το γεγονός» ότι η γη γυρίζει γύρω από τον ήλιο είναι μια εμπειρία της ζωής, συγχέουν μια τεχνική εξήγηση με την αντίληψη της φαινομενικής πραγματικότητας. Είναι διαφορετικά επίπεδα.

Δεύτερον, το λεγόμενο «νέο σύμπαν» που ανοίγεται με την Κοπερνίκεια επανάσταση δεν είναι ασύμβατο με την Ορθοδοξία. Ο Κυριέγεφσκι μάλιστα λέει πως ένας ορθόδοξος μόνο κατάπληξη μπορεί να νιώσει όταν βλέπει ότι ήθελαν να κάψουν τον Γαλιλαίο[3], επειδή δήθεν είπε κάτι αιρετικό, ότι η γη κινείται. Και λέει πως είναι ακατανόητο πώς αυτό μπορεί να θεωρηθεί αίρεση. Στον δυτικό κόσμο, ο σχολαστικός ορθολογισμός είχε τόσο κυριαρχήσει που όλοι οι συλλογισμοί, είτε βασίζονταν στη Γραφή είτε στον Αριστοτέλη, είχαν την ίδια «δογματική» βαρύτητα· και έτσι θεωρίες περί κινήσεως της γης θεωρούνταν δόγμα. Η Ορθοδοξία όμως διακρίνει πολύ προσεκτικά τα της πίστεως από εκείνα που ανήκουν στη σφαίρα της ανθρώπινης ερμηνείας και έρευνας. Στον «Εξαήμερο» του Αγίου Αμβροσίου[4], του Μ. Βασιλείου[5] και άλλων Πατέρων, φαίνεται καθαρά ότι άλλο είναι ό,τι αποκαλύπτει ο Θεός, και άλλο οι ανθρώπινες εικασίες. Δεν είναι σημαντικό για την πίστη να γνωρίζουμε τι ακριβώς κινείται, πώς εξηγούνται οι κομήτες κ.λπ.· όλα αυτά είναι δευτερεύοντα.

Η Κοπερνίκεια επανάσταση έδωσε αφορμή για νέες θρησκευτικές αντιλήψεις περί ενός «ανθρώπου καθαιρεμένου» και μόνο μέσα σε ένα ψυχρό, άπειρο σύμπαν. Αλλά αυτές οι θρησκευτικές αντιλήψεις δεν προκύπτουν από τα νέα δεδομένα· τα δεδομένα καθαυτά δεν αλλάζουν τίποτα στην πίστη. Απλώς δείχνουν πως η πρωταρχική ώθηση στη νέα επιστημονική κοσμοθεωρία ήταν η αναζήτηση μιας νέας πίστης, ενός νέου θρησκευτικού νοήματος μέσα στον εξωτερικό κόσμο. Οι άνθρωποι ήθελαν μια νέα πίστη και χρησιμοποίησαν τα επιστημονικά δεδομένα για να την στηρίξουν. Αυτό συμβαίνει ξανά και ξανά στην ιστορία της Δύσης.

Το επόμενο που θα εξετάσουμε είναι ένα θέμα όχι τόσο άμεσα ιστορικό, αλλά βαθύτατα αποκαλυπτικό για τη φιλοσοφία του νεότερου ανθρώπου και προάγγελος των μεταγενέστερων κινήσεων. Αφορά ορισμένα θρησκευτικά κινήματα της Αναγέννησης, πέρα από τη Μεταρρύθμιση.

------

Ε΄ μέρος
[1] Μπάροουζ Φρέντερικ Σκίνερ (Burrhus Frederic Skinner, 1904–1990): Αμερικανός ψυχολόγος και ένας από τους πιο επιδραστικούς θεωρητικούς του συμπεριφορισμού. Υποστήριζε ότι ο άνθρωπος είναι ουσιαστικά αποτέλεσμα ερεθισμών και αποκρίσεων, ένα «διαμορφώσιμο» ον χωρίς ελεύθερη βούληση. Ανέπτυξε την έννοια της λειτουργικής ενίσχυσης και πίστευε ότι η κοινωνία μπορεί —και πρέπει— να ελέγχει τη συμπεριφορά μέσω συστημάτων ανταμοιβών και τιμωριών. Στα μεταγενέστερα έργα του, ιδιαίτερα στο Walden Two και στο Beyond Freedom and Dignity (1971), υποστήριξε την ιδέα ότι η κοινωνία πρέπει να καθοδηγείται από επιστήμονες-μηχανικούς της συμπεριφοράς, οι οποίοι θα διαμορφώνουν την ανθρώπινη δράση για το «καλό της κοινωνίας». Αυτές οι ιδέες συνδέονται με μοντέλα τεχνοκρατικής χειραγώγησης, όπου η ανθρώπινη ελευθερία υποκαθίσταται από μηχανισμούς ελέγχου.

[2] Τζορντάνο Μπρούνο (Giordano Bruno, 1548–1600): Ιταλός φιλόσοφος, αστρονόμος και μυστικιστής του ύστερου 16ου αιώνα. Δομινικανός μοναχός που εγκατέλειψε το μοναστήρι του και περιπλανήθηκε σε όλη την Ευρώπη, συγκρουόμενος διαδοχικά με καθολικούς, λουθηρανούς και καλβινιστές. Έγινε ένθερμος υποστηρικτής της κοπερνίκειας κοσμολογίας και διατύπωσε ριζοσπαστικές για την εποχή ιδέες: άπειρο σύμπαν, άπειροι κόσμοι, μορφές «ζωής» στα άστρα, καθώς και έναν πανθεϊστικό μυστικισμό όπου «η φύση είναι ο Θεός μέσα στα πράγματα». Η σκέψη του συνδυάζει νεοπλατωνισμό, αποκρυφισμό, αστρολογία και πρώιμη επιστημονική οπτική, αποτελώντας χαρακτηριστικό παράδειγμα του «μυστικισμού της πρώιμης επιστήμης». Καταδικάστηκε από την Ιερά Εξέταση και κάηκε ζωντανός στη Ρώμη το 1600. Στη νεότερη εποχή ανακηρύχθηκε σύμβολο ελευθερίας της σκέψης και «μάρτυρας της επιστήμης», αν και η διδασκαλία του απέχει πολύ από την κλασική επιστημονική μεθοδολογία.

ΣΤ Μέρος

[1] Νικόλαος Κοπέρνικος (Nicolaus Copernicus, 1473–1543): Πολωνο-πρωσικός αστρονόμος, μαθηματικός και κληρικός, θεμελιωτής της ηλιοκεντρικής θεωρίας. Στο έργο του De revolutionibus orbium coelestium (1543) υποστήριξε ότι η Γη και οι πλανήτες κινούνται γύρω από τον Ήλιο, ανατρέποντας την αριστοτελική και πτολεμαϊκή κοσμολογία που κυριαρχούσε επί 1.400 χρόνια. Η «Κοπερνίκεια Επανάσταση» βασίστηκε όχι τόσο στην παρατήρηση, αλλά στην μαθηματική απλότητα και σε πλατωνικής χροιάς πεποίθηση ότι η φύση ενεργεί με τον πιο αρμονικό τρόπο. Το έργο του άλλαξε ριζικά την ευρωπαϊκή επιστημονική σκέψη.
[2] Ψαλμ. 103, 19
[3] Γαλιλαίος Γαλιλέι (Galileo Galilei, 1564–1642): Ιταλός φυσικός, μαθηματικός και αστρονόμος, κεντρική μορφή στην εδραίωση της ηλιοκεντρικής κοσμολογίας. Με βελτιωμένα τηλεσκόπια ανακάλυψε τα φεγγάρια του Δία, τις φάσεις της Αφροδίτης και τις ηλιακές κηλίδες, παρατηρήσεις που επιβεβαίωναν το κοπερνίκειο σύστημα. Η διδασκαλία του συγκρούστηκε με τον σχολαστικό τρόπο σκέψης της Ρωμαϊκής Εκκλησίας, η οποία είχε συνδέσει δογματικά την αριστοτελική φυσική με τη θεολογία. Κατηγορήθηκε για «ύποπτη αίρεση» και το 1633 καταδικάστηκε σε κατ’ οίκον περιορισμό, υποχρεωμένος να αποκηρύξει δημοσίως τις θέσεις του.
[4] Άγιος Αμβρόσιος Μεδιολάνων (Ambrosius, περ. 339–397): Επίσκοπος Μεδιολάνων, ένας από τους μεγαλύτερους Λατίνους Πατέρες της Εκκλησίας. Στο έργο του Εξαήμερος ερμηνεύει τη δημιουργία του κόσμου με σεβασμό στη θεοπνευστία της Γραφής, τονίζοντας τα όρια της ανθρώπινης γνώσης. Διακρίνει προσεκτικά ανάμεσα σε όσα αποκαλύπτει ο Θεός και σε όσα αποτελούν απλές ανθρώπινες εικασίες για τη φύση· γι’ αυτό και θεωρεί αδιάφορο για την πίστη τον τρόπο λειτουργίας της φύσης. Η σκέψη του εκφράζει την αυθεντική πατερική στάση απέναντι στην επιστήμη: σεβασμός στην αλήθεια, χωρίς να απολυτοποιείται καμία ανθρώπινη θεωρία.
[5] Μέγας Βασίλειος (329–379): Ένας από τους Τρεις Ιεράρχες, επίσκοπος Καισαρείας και κορυφαίος Πατέρας της Εκκλησίας. Η Εξαήμερος του Μεγάλου Βασιλείου αποτελεί υπόδειγμα πατερικής ερμηνείας της δημιουργίας: αποφεύγει τις αυθαίρετες φυσιολογικές θεωρίες, υπογραμμίζει ότι η Αγία Γραφή δεν γράφτηκε για να διδάξει επιστήμη, και επιμένει στην πνευματική σημασία της δημιουργίας και του προορισμού του ανθρώπου. Για τον Βασίλειο, το «πώς» των φυσικών φαινομένων είναι δευτερεύον· πρωτεύει το «ποιος» δημιούργησε τον κόσμο και «προς τι» τον δημιούργησε. Έτσι γίνεται θεμέλιο της ορθόδοξης διάκρισης ανάμεσα στη θεία αποκάλυψη και τις μεταβαλλόμενες επιστημονικές θεωρίες.