Από το «Εἰς δόξαν Θεοῦ» στο «εἰς δόξαν ἡμῶν»!!!

Πότε η διακονία του ιερού λόγου αρχίζει να μετατρέπεται σε προσωπική καλλιτεχνική παράσταση;

Όσα ορθότατα επισημαίνει το κείμενο, ισχύουν και για ιερείς που συνέχεια με φωτογραφίες και συνεχή αναφορά των δραστηριότητών τους αυτοεπαινούνται και αυτοπροβάλλονται, που αντί να κουραστούν να κατηχήσουν δημοσιεύουν βίντεο τεχντής νοημοσύνης για Αγίους και εκκλησιαστικά θέματα, που άφησαν την διακονία και πέρασαν στην αυτοανάδειξη.

Γράφει ο Στυλιανός Καβάζης

Υπάρχει κάτι βαθιά ανησυχητικό στη σύγχρονη εκκλησιαστική πραγματικότητα. Μια ολοένα εντονότερη τάση να προσαρμόζεται το ιερό στους κανόνες της εποχής της προβολής, της προσωπικής αναγνωρισιμότητας και της αδιάκοπης αναζήτησης εντυπώσεων.

Η περίπτωση του π. Νικοδήμου Καβάρνου είναι χαρακτηριστική αφορμή για έναν ευρύτερο προβληματισμό. Το ζήτημα αφορά μια γενικότερη τάση παρουσίασης της εκκλησιαστικής ψαλτικής μέσα από ολοένα πιο εντυπωσιακές μουσικές και σκηνοθετικές επιλογές, με αποκορύφωμα πριν λίγες μέρες την απόδοση του «Ἐξαιρέτως τῆς Παναγίας» στη μελωδία του «Υπάρχω» του Στέλιου Καζαντζίδη, αλλά και τις φωνητικές εξάρσεις στην επίκληση «Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς».

Εκ των πραγμάτων εύλογα γεννάται το ερώτημα, πότε η διακονία του ιερού λόγου αρχίζει να μετατρέπεται σε προσωπική καλλιτεχνική παράσταση; Επίσης πότε η φωνή παύει να υπηρετεί την προσευχή και αρχίζει να διεκδικεί η ίδια τον πρωταγωνιστικό ρόλο;

Ασφαλώς, η εξαιρετική φωνή είναι χάρισμα, η μουσική κατάρτιση καρπός κόπου και η καλλιτεχνική δημιουργία έχει τη θέση της. Κανείς δεν υποστηρίζει ότι η βυζαντινή μουσική πρέπει να στερείται μελωδικού πλούτου ή εκφραστικής δύναμης. Το χάρισμα, όμως, δεν αποτελεί αυτοσκοπό και η εκκλησιαστική λατρεία δεν είναι χώρος για να αποδεικνύει κανείς πόσο εντυπωσιακά μπορεί να τραγουδήσει.

Το πρόβλημα, άλλωστε, δεν εξαντλείται σε μία μουσική επιλογή ούτε αφορά αποκλειστικά τον π. Νικόδημο Καβαρνό.

Παρακολουθούμε πλέον μια ευρύτερη τάση, όπου κάποιοι ιερείς εμφανίζονται περισσότερο ως life coaches, motivational speakers και διαδικτυακοί influencers παρά ως πνευματικοί πατέρες. Μιλούν με όρους επιτυχίας, αυτοπεποίθησης, προσωπικής εξέλιξης και διαχείρισης της καθημερινότητας, λες και η Εκκλησία είναι ένα ακόμη σεμινάριο θετικής σκέψης. Ας μην παρεξηγηθούμε η Εκκλησία οφείλει να επικοινωνεί με τον σύγχρονο άνθρωπο. Δεν είναι καταδικασμένη στην εσωστρέφεια ούτε πρέπει να αντιμετωπίζει με καχυποψία κάθε σύγχρονο μέσο. Άλλο, όμως, η αξιοποίηση της τεχνολογίας για τη διάδοση του Ευαγγελίου και άλλο η προσαρμογή του Ευαγγελίου στις απαιτήσεις της δημοσιότητας.

Η Ορθοδοξία δεν είναι σχολή αυτόβελτίωσης ούτε ένα ψυχολογικό καταφύγιο κομμένο και ραμμένο στις ανάγκες κάθε εποχής που υπόσχεται μια ευκολότερη εκδοχή της ζωής. Είναι δρόμος μετανοίας, σταυρικής αγάπης, αυτοθυσίας και σωτηρίας. Ο Χριστός δεν ήρθε για να μας διδάξει απλώς πώς να αισθανόμαστε καλύτερα με τον εαυτό μας, αλλά για να μας δείξει πώς να τον υπερβούμε. Ο Χριστός δεν κάλεσε τους μαθητές του να γίνουν δημοφιλείς αλλά να σηκώσουν τον σταυρό τους έως το τέλος. Δεν τους υποσχέθηκε προσωπική επιτυχία, κοινωνική καταξίωση ή μια ζωή χωρίς δυσκολίες. Τους μίλησε για μετάνοια, θυσία, συγχώρεση και αγάπη ακόμη και προς τους εχθρούς. Έτσι και η ιεροσύνη δεν είναι τίτλος αναγνωρισιμότητας, ούτε προσωπική σκηνή, ούτε μέσο οικοδόμησης ενός διαδικτυακού κοινού. Είναι διακονία,ευθύνη και σταυρός.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, ο «Μείζων εν γεννητοίς γυναικών» έδωσε το μέτρο αυτής της στάσης με μία φράση που θα έπρεπε να αποτελεί διαρκή υπενθύμιση για κάθε άνθρωπο που διακονεί την Εκκλησία:

«Ἐκεῖνον δεῖ αὐξάνειν, ἐμὲ δὲ ἐλαττοῦσθαι».

Αυτό είναι το ήθος της Εκκλησίας. Να μεγαλώνει ο Χριστός και να μικραίνει το εγώ μας. Να υποχωρεί η ματαιοδοξία μπροστά στη διακονία. Να υπηρετεί η φωνή τον ύμνο, ο λόγος την αλήθεια και η παρουσία του κληρικού το Ευαγγέλιο. Γιατί υπάρχει μια λεπτή αλλά καθοριστική διαφορά ανάμεσα στο να χρησιμοποιείς τα χαρίσματά σου για να δοξάζεται ο Θεός και στο να χρησιμοποιείς το όνομα του Θεού για να δοξάζεται η προσωπική σου παρουσία. Αυτό πιστεύω ότι είναι το μεγαλύτερο πνευματικό παράδοξο της εποχής μας, να μιλάμε διαρκώς για τον Χριστό, αλλά τελικά να φροντίζουμε περισσότερο να βλέπουν οι άλλοι εμάς.Η Εκκλησία δεν έχει ανάγκη από περισσότερους πρωταγωνιστές αλλά ανάγκη από περισσότερους διακόνους. Από το «Εἰς δόξαν Θεοῦ» στο «εἰς δόξαν ἡμῶν» και αυτή είναι μια αντιστροφή που οφείλουμε να μας προβληματίζει βαθύτατα.

facebook